ΜΑΙΡΗ ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΥ

 

 

Τις Κυριακές τα όνειρά μου τραγουδάνε

κι έχω μπροστάρη έναν αλλιώτικο Θεό.

Πίσω μου αφήνω όλα αυτά που με πονάνε,

τα χέρια απλώνω και αγγίζω ουρανό.

 

Τις Κυριακές πίνω καφέ με την ελπίδα

αγιάζει μέσα μου ο πόνος της ζωής

και ταξιδεύω δίχως χάρτη και πυξίδα

σε όποια ρότα μοιάζει μ’ άγγιγμα ψυχής.

 

Τις Κυριακές σαν καταφύγιο οι στίχοι

δίνουν πνοή σε ένα άψυχο χαρτί.

Δυό λέξεις φτάνουν να γκρεμίσουν χίλια τείχη

κι ας είναι πάλι  τη Δευτέρα όλα εκεί…

 

Τις Κυριακές πάντα με χρώμα θα χαράζω

το  «σ’ αγαπώ» σε διαδρομές μας μυστικές.

Και στης Δευτέρας το ξημέρωμα θα στάζω

δάκρυ κι αγάπη απ’ το όνειρο του χθες…

 

——————————————————

 

Φεγγαρόλουστες βραδιές αναπολώντας,

ως τα στέκια μας ξανάρθα περπατώντας

μ’ ένα ολόγιομο φεγγάρι για παρέα,

να μου λέει της ζωή μας τα μοιραία…

Τυλιγμένη μες στα ασήμια του γυρίζω,

το βιβλίο τ’ ουρανού μας  ξεφυλλίζω.

Μια πανσέληνος κι απόψε με ορίζει

τις σελίδες της ψυχής μου σαν γυρίζει…

 

Ουρανέ μου, λίγο χώρο σού ζητάω

ως την άκρη του ονείρου μου να πάω.

Φεγγαρόστρατες κι απόψε φώτισέ μου

για να δω ξανά τα ”πάντα”  ή τα ”ποτέ” μου…

Τις πανσέληνες τις νύχτες τις φοβάμαι,

ξελογιάστρες είναι όλες τους, θυμάμαι…

Σαν μαχαίρι στις πληγές στριφογυρίζουν

και ξανά στα ίδια μέρη σε γυρίζουν…

 

—————————————————————–

 

Στης διαδρομής μας τ’ αναπάντητα ‘’γιατί’’

μην περιμένεις να σου δώσω εξηγήσεις,

Υπάρχει πάντα μια αιτία σοβαρή,

μα όσα ‘’διότι’’ και να πω, δεν θα ‘βρεις λύσεις…

Μάθαμε πλέον να κοιτάμε ουρανό

μέσα από μάτια βουρκωμένα από τον πόνο.

Της απορίας το απέραντο κενό

γέμιζε πάντα η αγάπη μας και μόνο…

Της λογικής και της εγκράτειας εσύ,

γλυκιά παρόρμηση τα ‘’θέλω’’ τα δικά μου…

Εσύ μυαλό κι εγώ ευαίσθητη ψυχή,

μα ζω στα ‘’πρέπει’’ σου για να ‘σαι εσύ κοντά μου…

 

Τα χρόνια κύλησαν βουβά μες στη σιωπή

εγώ, εσύ και το πανάγιο μυστικό μας.

Ποιος τάχα δύναμη να βρει και να το πει

πως ‘’καταστρέφουμε’’ ό,τι έχουμε δικό μας;

Στης διαδρομής μας τ’ αναπάντητα ‘’γιατί’’,

μη χάνεις χρόνο στο κυνήγι του ‘’διότι’’…

Κύμα το κύμα εμείς θα βγούμε στην ακτή

μ’ αίμα κι αρμύρα στις πληγές,

μα πάντα πρώτοι!!!

 

———————————————–

 

Νόμιζα πως ήσουν ουρανός

και κρυφά σκαρφάλωνα μες στα σύννεφά σου.

Ηθελα ο ήλιος σου να είμαι, ο φωτεινός,

το γλυκό χαμόγελο μες στην ακεφιά σου…

 

Νόμιζα πως ήσουν μια γιορτή,

χρόνια που περίμενα να ντυθώ μες στ’ άσπρα.

Στο χορό του γέλιου σου να ‘μαι  η στροφή,

η ευχή στα χείλη σου όταν πέφτουν άστρα…

 

Νόμιζα πως ήσουν Κυριακή,

πορφυρένιο χάδι μου στου γιαλού το δείλι.

Άνοιξα τα βλέφαρα, δεν ήσουν εκεί!

Ψεύτικα τα όνειρα, χάρτινοι κι οι ήλιοι…

 

——————————————————–

 

Στου δειλινού την πορφυρένια ανατριχίλα

παραδομένοι και οι δυό σε μια αγκαλιά

πρώτη φορά δειλά ενώσαμε τα χείλια

και στον παράδεισο μάς πήγαν τα φιλιά…

 

Σ’ ένα ταξίδι δίχως ρότα και πυξίδα

σ’ άγνωστα πέλαγα ανοίξαμε πανιά.

Εσύ κρατούσες το  τιμόνι στην ελπίδα

κι εγώ χανόμουν στ’ ουρανού το πουθενά…

 

Χίλια  φεγγάρια συντροφιά μας κοιμηθήκαν,

σεντόνι  πάναστρο μάς τύλιξε ζεστά…

Στο καταφύγιο που τα όνειρά μας βρήκαν,

εκεί ορκίστηκαν να μείνουνε πιστά.

 

Κάτασπροι γλάροι συνοδοί και παραστάτες

ήρθαν να δώσουν στην αγάπη μας φτερά,

στρατιές αγγέλων όλοι  φύλακες-προστάτες

γίνανε μάρτυρες στην πρώτη μας φορά….

 

—————————————————

 

…Και νά ΄μαι πάλι εδώ απόψε να ‘χω τις λέξεις αγκαλιά,

σ’ ένα θλιμμένο πάρε-δώσε, καλοκαιράκι  στα σκαλιά…

Μοιάζουν κομμάτια απ’  την  ψυχή μου, γράμματα σκόρπια εδώ κι εκεί,

ψίθυροι, λες, στην προσευχή μου, στίχοι που ψάχνουν μουσική.

Μιάς  Κυριακής απομεινάρια όσα δεν πρόφτασα να πω

βγάζω τις λέξεις στα παζάρια, γράφω στο τζάμι το θαμπό…

Όλα τ’ ανείπωτα απ’ τα χείλη γίνονται φλύαρα στο χαρτί,

γλύπτης Θεός κρατάει τη σμίλη, σχήμα να δώσει στα «γιατί»…

 

Και νά ‘μαι πάλι εδώ… φευγάτη,

με στίχους πλέκω  μιά  φωλιά

για να κουρνιάσει  αυτό το  ‘’κάτι’’,

μα  οι λέξεις έγιναν θηλιά…

————————————————————————

 

Χάθηκα…

Στη μοναξιά της

απουσίας σου βυθίστηκα

 

και σ’ έναν κόσμο

δίχως όνειρα εθίστηκα…

 

 Χάθηκα…

 

Είν’ η πυξίδα τού

μυαλού μου τρελαμένη

πάντα σε σένα η

βελόνα της στραμμένη…

 

 Χάθηκα…

 

Πυκνό σκοτάδι, άδειοι

δρόμοι και νυχτέρια,

 

να ψιθυρίζω μόνο

ευχές στα πεφταστέρια…

 Χάθηκα…

 

Νύχτες πανσέληνες να

ψάχνω το φεγγάρι

 

να σου το φέρω

τρυφερά στο μαξιλάρι…

 

Χάθηκα…

 

Δρόμοι αδιέξοδοι και

τείχη υψωμένα

 

θαρρείς  πως όλα σε κρατούν

χιλιόμετρα από μένα…

 

 Χάθηκα…

 

Από το φως σου,

ουρανέ μου, θέλω λίγο

 

να του στολίσω τα

μαλλιά προτού να φύγω…

 

Χάθηκα…

 

Στην καταιγίδα και

 

στην μπόρα σαν σταγόνα,

μα παραμένω

στης

αγάπης τον αγώνα…

 

——————————————————-

 

Το άγιο δάκρυ σου,

 

βροχή μου, δως μου

να μπερδευτεί με των

ματιών μου την πλημμύρα.

 

Κάθε σταγόνα σου

πόνος δικός μου,

 

στα βλέφαρά μου

θάλασσες πήρα…

 

Μιά βροχοθύελλα εδώ

 

και χρόνια

 

στ’ άγνωστα στέκια

της με σεργιανίζει

 

βόλτες ατέλειωτες, σε

ουράνια αλώνια,

 

μόνο όποιος δάκρυσε

τα γνωρίζει…

 

Το άγιο δάκρυ σου,

 

βροχή μου, δως μου,

με δισκοπότηρο

ξεδίψασέ με.

 

Κι όταν με πνίξει

ξανά ο λυγμός μου

 

στο  ουράνιο τόξο σου τύλιξέ με….

_____________________________

 

Στο βαθύ το γαλανό σου

και στον γελαστό ουρανό σου

ρίχνει άγκυρα το βλέμμα

και στους στίχους δίνεις θέμα.

Βοριαδάκι σ’ ανταριάζει

και στο φλοίσβο σου κουρνιάζει,

μιά  γελάς και μιά αγριεύεις

μα όπως να ‘σαι με μαγεύεις…

 

Ξελογιάστρα, ταξιδεύτρα,

της ψυχής μου αιώνια κλέφτρα,

σ’ όποια γλώσσα κι αν τα πούμε

πάντα οι δυό μας θα τα βρούμε…

Μες στο μπλε σου με βυθίζεις

και τους φόβους μου ξορκίζεις,

λάμψη κλέβω από το φως σου

σαν κοχύλι στο βυθό σου.

 

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω

σκέφτομαι πόσο σου μοιάζω:

μιά  φουρτούνα, μιά  γαλήνη,

κι η πληγή ποτέ δεν κλείνει…

Στην αλμύρα σου ανασαίνω

και στην αύρα σου πεθαίνω.

Κάθε κύμα σου μιά ευχή μου

θάλασσά μου, αδερφή μου…

_______________________________

 

Φόρεσε η νύχτα τ’ άρωμά σου

κι ήρθε σεργιάνι να με πάρει.

Γράφει μ’ αστέρια τ’ όνομά σου

στρώνει σεντόνι το φεγγάρι…

Ντύθηκε η αυγή ρούχα δικά σου,

κρυφογελάει και μου γνέφει.

Όπου κι αν είσαι, είμαι κοντά σου

κι εκεί θα μείνω, έρωτα κλέφτη…

Δως μου το χέρι και αφέσου

ταξίδι πάμε στ’ όνειρά μου.

Στο  ‘’πάντα’’ σου και στο ‘’ποτέ’’ σου

έριξε άγκυρα η καρδιά μου…

________________________________

 

Στο ασημένιο δάκρυ σου

και στου μυαλού την άκρη σου

νύχτες πανσέληνες εγώ θα σεργιανίζω…

Θα σου μιλώ για έρωτα,

για όνειρα αφανέρωτα

και το βιβλίο μας αργά θα ξεφυλλίζω…

Στο πελαγίσιο βλέμμα σου,

στις φλέβες και στο αίμα σου,

φεγγάρι ολόγιομο θα γίνομαι τα βράδια.

Θα τραγουδώ τον πόνο σου

για να μη νιώθεις μόνος σου,

για να μην πεις πως η ζωή σου είναι άδεια…

Στου φεγγαριού το γέμισμα,

στου ουρανού το αρμένισμα,

θα σου ‘χω πάντα φυλαγμένη μιαν αγάπη.

Φωλιά και καταφύγιο

στον κόσμο τον επίγειο

και μιά αγκαλιά που συγχωρεί όλα τα λάθη…

___________________________________

 

Πρώτη πανσέληνος μακριά σου

και μοιάζει άδειος ο ουρανός…

Αστέρι άπιαστο η θωριά σου

κι ο κόσμος όλος σκοτεινός.

Δε βρίσκει απάγκιο το φεγγάρι,

χλωμό κι αδέσποτο γυρνά,

όλη τη λάμψη του έχουν πάρει

δυό μάτια, εκεί, στο πουθενά…

 

Φεγγάρι ολόγιομο από δάκρυ

μοιάζω κι εγώ εδώ στη γη,

μες στα «γιατί» ψάχνω την άκρη,

κι η απουσία σου πληγή…

Πρώτη πανσέληνος μακριά σου,

διστάζει να ‘ρθει η αυγή,

Ιούνιος μήνας –για φαντάσου!

το καλοκαίρι τούτο  αργεί…

_____________________________________

 

Του Μάη μήνα ανατολή

μόνο του κλαίει το φιλί.

Μόνη κι εγώ να σου «θυμώνω»

που πάντα φταις όταν ματώνω…

Ψίθυροι, όρκοι κι αγκαλιά ,

σαν διαβατάρικα πουλιά,

10 του Μάη  ταξιδεύουν

στους ουρανούς σου για να σ’ εύρουν…

Κι εσύ λουσμένη στ’  άγιο φως

ένας μικρός θνητός θεός,

κλειδιά κρατάς του παραδείσου

κι όλοι οι αγγέλοι είναι μαζί σου…

Δυό χρόνια τώρα βροχερά

πήρες κοντά σου τη χαρά, 

εσύ που μου ‘λεγες: «Ορκίσου!

δεν θέλω δάκρυα στην ψυχή σου!»

Στερνό μου δάκρυ αλαργινό

μίσεψες γι’ άλλον ουρανό

και κάθε Μάη κάνει κρύο,

πάγωσαν όλα στο «αντίο»…

__________________________________

 

Let me hear the sound of rain,

let me hug your dreams again,

let me whisper songs at nights,

let me imagine perfect flights…

LET ME LOVE YOU!

********************

Let me be  inside  your heart,

let me feel as the other half,

let me lost into your eyes,

let me be the cause of  smiles!

LET ME LOVE YOU!

********************

Let me be the smell  of spring,

let me know what you think,

let me lean quietly in your chest,

let me feel I am the best!

LET ME LOVE YOU!   

__________________________________

Άπλωσα τις σκέψεις μου

στο φως της ματιάς σου να γίνουνε διάφανες,

να στεγνώσουν οι λέξεις μου

που χειμώνες ατέλειωτους σάπιζαν στην οργή τ’ ουρανού σου…

Χαρτιά τσαλακωμένα η περηφάνια μου,

στα παζάρια της άγνοιας ξεπουλιέται φτηνά,

άψυχες πυκνογραμμένες σελίδες που ευωδιάζουν ψυχή…

Πόση απόγνωση να κρύβει ένα ρήμα;

Πόση ελπίδα να γεννά η αυγή;

Γολγοθάς η τελευταία διαδρομή πριν την Ανάσταση.

Αίμα η τελευταία βροχή πριν την ΄Ανοιξη.

Πιστά ακολουθώ τα χνάρια σου

κι όπου με βγάλει…

________________________

Μην αναρωτιέσαι πώς σε αναγνώρισα.

Υπήρχες μέσα μου πριν συναντηθούμε!

Στους στίχους μου…

Στα δειλινά μου…

Στο δάκρυ μου…

Σ’ όλα τ’ ανείπωτα της ψυχής μου…

Μην αναρωτιέσαι πού θα σε πάω.

Έχει φροντίσει το κισμέτ πριν από μας…

Τα λάθη μας…

Τα πάθη μας…

Τα μονοπάτια μας…

Τα ξέφωτα στις νύχτες της ζωής μας…

Μην αναρωτιέσαι για το αύριο.

Μήπως γυμνοί δεν ήμασταν και χθες;

Όλα πρωτόγνωρα…

Όλα ακατάληπτα…

Ολα μοιραία…

Όλα μια γέφυρα, με δάκρυα χτισμένη…

_________________

 

Καθόσουν πάντα αντίκρυ μου

στων θαλασσών το ρίγος

και ζήλευα τον άνεμο

που έπαιζε στα μαλλιά σου.

Ξεδίψαγαν τα σύννεφα

μες στο υγρό σου βλέμμα

κι ο ουρανός χαμήλωνε

όρκους, θαρρείς, να κρυφακούσει…

Διάφανη η μέρα ξεψυχούσε

στης αγκαλιάς σου τη γαλήνη,

καθώς πορφύρες σκόρπιζε

ο ήλιος στο νερό…

Ξέπνοο τώρα το φιλί

ψάχνει τ’ άλικα χείλη,

αναζητώντας μεσοπέλαγα το φως

στων οριζόντων τη γραμμή

που βιάστηκες να δρασκελίσεις…

Λείπεις και λείπει η ζωή!

____________________

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Φωτογραφίες σκορπισμένες

νεκρά χαμόγελα παντού

σκέψεις κι ελπίδες προδομένες

εγώ εδώ κι εσύ αλλού…

 

‘Ο,τι απέμεινε από σένα

φυλακισμένο στο χαρτί

χιλιάδες όνειρα χαμένα

κι ένα αναπάντητο «γιατί»…

 

Στάζουν οι τοίχοι απελπισία

το δάκρυ έγινε λυγμός

ευχή στα χείλη και ικεσία

να ήταν ψέμα ο χωρισμός…

 

Κιτρινισμένες σκόρπιες μέρες

μια μάζα από άψυχα χαρτιά

γίναν τα γέλια τώρα σφαίρες

προσάναμμα για τη φωτιά

________________

Αναζητώντας τη γαλήνη ταξιδεύω

κι απλώνει δίχτυα η ματιά μου στο κενό.

Γαλάζιες θάλασσες στο δρόμο μου γυρεύω

κι ένα κομμάτι από ξάστερο ουρανό.

 

Υφαίνω το αύριο μ’ ασήμια και στολίδια

διάφανο αστέρι να στο βάλω στα μαλλιά.

Φεγγάρια και ήλιους σου φοράω δαχτυλίδια

στου Απρίλη τ’ όνειρο να βρεις ξανά φωλιά.

 

Στ’ αγνάντι βγήκε η μορφή σου κι αρμενίζει,

το μεσοπέλαγο πλημμύρισε με φως.

Με τη φωνή σου ο αγέρας ψιθυρίζει,

με τη ματιά σου με κοιτάζει ο Θεός

___________________

Στα «σ’αγαπώ» τ’ ανείπωτα,

σε λέξεις βουρκωμένες

βουλιάξανε στο τίποτα

οι αγάπες οι χαμένες…

Κι αν η αγάπη πάντα αργεί

δεν φταίει μόνο εκείνη,

για να γυρίσει και η γη,

κάποιος τη φόρα δίνει…

 

Το γράμμα που δεν γράφτηκε,

ο φόβος που φωλιάζει,

μιά σκέψη μας που θάφτηκε,

τον κόσμο όλο αλλάζει!

Μιά σπίθα ανάβει τη φωτιά

και μιά βροχή τη σβήνει

μα αν γίνει η σπίθα πυρκαγιά,

φως στην αγάπη δίνει

________________

Τα «θέλω» τα αφανέρωτα,

τα «μην», τα «δεν», τα «πρέπει»

προδώσανε τον έρωτα,

μα η λογική δεν βλέπει.

Μόνο τα μάτια της καρδιάς

στου κόσμου παν την άκρη

και με το φως τους, μονομιάς,

στεγνώνουν κάθε δάκρυ

________________

Κυριακάτικα τ’  Απρίλη μεσημέρια,

πασχαλιές ολανθισμένες στα παρτέρια

να  ξυπνάνε αναμνήσεις παιδικές μας,

τότε που όλες οι γιορτές ήταν δικές μας…

Κυριακάτικα τ΄ Απρίλη μεσημέρια

γειτονιές που δεν τις λύγιζε η μιζέρια,

τραπεζάκια και καρέκλες στα σοκάκια

κι ένα γέλιο παιδικό σε δυο χειλάκια…

Κυριακάτικα τ΄  Απρίλη μεσημέρια

μιας χαμένης αθωότητας λημέρια

κι όπως φεύγει ο Απρίλης βήμα – βήμα,

τις εικόνες του αφήνει σ’  ένα ποίημα…<

___________

Αναζητώντας τη γαλήνη ταξιδεύω

κι απλώνει δίχτυα η ματιά μου στο κενό.

Γαλάζιες θάλασσες στο δρόμο μου γυρεύω

κι ένα κομμάτι από ξάστερο ουρανό.

 

Υφαίνω το αύριο μ’ ασήμια και στολίδια

διάφανο αστέρι να στο βάλω στα μαλλιά.

Φεγγάρια και ήλιους σου φοράω δαχτυλίδια

στου Απρίλη τ’ όνειρο να βρεις ξανά φωλιά.

 

Στ’ αγνάντι βγήκε η μορφή σου κι αρμενίζει,

το μεσοπέλαγο πλημμύρισε με φως.

Με τη φωνή σου ο αγέρας ψιθυρίζει,

με τη ματιά σου με κοιτάζει ο Θεός…

__________________

Άνοιξη παράξενη, δάκρυα ποτισμένη,

πάντοτε στην ώρα σου, μα πάντα προδομένη…

Ο ξανθός Απρίλης σου δε χαμογελάει,

στα δεσμά του λύγισε και αργοπεθαίνει…

Άνοιξη παράξενη, μόνη σου ανθίζεις,

σε μια γη αφιλόξενη χρώματα σκορπίζεις.

Μοιάζουν οι ανάσες μας άμμος σε κλεψύδρα,

νύχτες αξημέρωτες, τα όνειρά μας ίδια.

Άνοιξη παράξενη σ’ έναν κόσμο γκρίζο πίσω

από παράθυρα ήλιο αντικρύζω.

Μα η ψυχή δεν πιάνεται σε καμιά παγίδα,

πολεμάει με τα όπλα της, ζει με την ελπίδα…

__________________

Είπα να γράψω σ’ έναν τοίχο «σ’ αγαπώ»,

μα ήταν μικρός για να χωρέσει τόση αγάπη…

Και τότε βγήκα για να κλέψω ουρανό

μήπως μπορέσω να το γράψω απ’ άκρη σ’ άκρη!

Μα ήρθε το λιόγερμα στο διάβα μου μπροστά

θαρρείς ξανά για να μου κλέψει την ελπίδα,

και με ρωτά πώς άνθρωποι που ζούνε χωριστά

μπορούν να τα ‘έχουν στη ζωή τους όλα ίδια…

Τότε του έδειξα δυο μάτια εκεί στη γη

κι ένα χαμόγελο ζεστό που ζει για μένα.

Μα όταν του θύμισα πως πάντα η αγάπη αργεί,

γέμισ’ ο κόσμος με φεγγάρια βουρκωμένα…

_____________

Γεννήθηκα σε τόπο ευλογημένο

με θάλασσα, με ήλιο, με ουρανό.

Με μάθανε το θαύμα να προσμένω

και να μη νιώθω ποτέ τίποτα φθηνό.

‘’Ελλάδα’’ μού την είπανε τη χώρα,

και γέμισε η ψυχή μου από φως.

Μες στο γαλάζιο του Ελύτη πήρα φόρα,

σε μιά ομορφιά που τη ζηλεύει κι ο Θεός!

Γεννήθηκα σε τόπο ευλογημένο,

σε τόσο μπλε κανείς δεν έχει βυθιστεί.

Γι’ αυτόν τον τόπο ξαναγράφω πεπρωμένο

«Μολών Λαβέ» απ’ άκρη σ’ άκρη ν’ ακουστεί!

__________________

Στους διαδρόμους του μυαλού μου περπατάς,

σε κάθε κύτταρο κατάληψη έχεις κάνει.

Εγώ σε ”διώχνω” μα εσύ με κατακτάς

μακριά σου ο κόσμος την αξία του τη χάνει.

Διώχνω το γκρίζο σου στης θάλασσας το φως,

κάθε της κύμα, της ψυχής μου ικεσία…

Μα εσύ, της σκέψης μου αγέρωχος Θεός,

παντού επιβάλλεις τη δική σου παρουσία.

 

Αγέρι ασίγαστο τα λόγια σου στο νου

να μου χαράζουνε στους χάρτες άλλη ρότα.

Λαθρεπιβάτης του δικού σου ουρανού

σ’ έναν παράδεισο που δεν υπάρχει πόρτα…

Τα βήματά σου ακούω ακόμα σαν ηχώ,

τις μουσικές σου, κάθε στίχο σου για μένα…

Όλα τα πήρες στης φυγής σου τον αχό,

κι έμεινα πίσω από τζάμια θολωμένα…

______________________________

 

Στου υστερόγραφου τις λέξεις να με ψάξεις

και μη ρωτάς τόσα ‘’γιατί’’, ‘’πότε’’ και ‘’πώς’’.

Ούτε μεγάλα λόγια θέλω να μου γράψεις,

σε δυο – τρεις φράσεις της ψυχής είναι το φως…

Του υστερόγραφου αβάσταχτη η δίψα,

μα αν σκάψεις λίγο πιο βαθιά θα βρεις νερό.

Τα βλέφαρά σου τα βαραίνει τώρα η νύστα,

που τόσο άσκοπα σπατάλησες καιρό…

 

Στο υστερόγραφο με αίμα θα υπογράψω,

βαριές οι λέξεις, δεν αντέχει το χαρτί!

Εσύ ζητάς όλο τον κόσμο μου ν’ αλλάξω

μα αυτός ο κόσμος ό,τι έχει είσαι εσύ!

Με υστερόγραφο ψυχής βρες την πορεία

και άσε το γράμμα να καεί μες στη φωτιά.

Σε δυο -τρεις λέξεις κρύβεται όλη η ουσία,

λέξεις-κλειδιά που χαρακώνουν τα χαρτιά…

Σαν υστερόγραφο στη σκέψη χαραγμένο,

σαν ανεξίτηλη στη μπόρα ζωγραφιά,

θα μείνω εδώ να υπομένω, να προσμένω

να αναλύσεις τα κρυμμένα μυστικά…

_______________________

 

Ζαριά στα ντόρτια κολλημένη,

όλη η ζωή μας σαν κλεμμένη

μοιάζει εισιτήριο ληγμένο

για ένα ταξίδι ξεχασμένο…

Ζαριά αδέξια από χέρια

που πάντα έκρυβαν μαχαίρια.

Τόσα «γιατί», χιλιάδες «όχι»

κι εμείς μιας κάννης πάντα στόχοι…

 

Ζαριά άσσο δυο στο χώμα,

αλλού η καρδιά κι αλλού το σώμα…

Δως μου τον ώμο σου να γείρω

και πάμε ακόμα ένα γύρο…

Ζαριά ζωής θα ‘ναι η στερνή μας,

κραυγή στα πέρατα η φωνή μας…

“Πάσο” ποτέ πια δεν θα πω, ό

που με βγάλει κι ας καώ!

____________________

Σε ποια πλευρά του ουρανού να κοιμηθώ

να μη χαλάσω το υφάδι απ΄ το όνειρό σου;

Σε ποια αλήθεια ψευδαισθήσεων να αφεθώ

για να με δεις μόλις ξυπνήσεις στο πλευρό σου;

Γλυκιά αυγουστιάτικη ηχώ στη σιγαλιά

σαν καλοκαίρι που ξεπήδησε απ’ το χθες μας…

Σαν το σπουργίτι που γυρνάει στη φωλιά,

σαν το Θεό που συγχωρεί τις ενοχές μας…

 

Κι οι μελωδίες σαν μιά κάθαρση ψυχής,

νότα με νότα ζωγραφίζουν την ελπίδα.

Στο πρώτο φως μιάς ανθισμένης χαραυγής,

καμιά απ’ τις μέρες μας δεν θα ‘ναι πλέον ίδια…

Γλυκονανούρισμα με στίχους της καρδιάς,

κοιμήσου εσύ κι άσε να παίζει η μελωδία.

Κι όταν ξυπνήσεις,

ένας ήλιος-βασιλιάς

θα ‘χει χαράξει την καινούργια μας πορεία…

____________________________

Κι αυτή η μυρωδιά του θανάτου

πόσο ανελέητα τρυπώνει

στην ψυχή πρωί πρωί…

Εκεί που θα ‘πρεπε ψωμί

φρεσκοψημένο να ευωδιάζει,

Εκεί που το όνειρο

στο γαλανόλευκο ακουμπούσε…

Σαν καλοκαίρι που δεν πρόλαβα να ζήσω,

σαν παγωτό που έμεινε άθικτο

σε χέρια παιδικά, σαν δάκρυ πετρωμένο

στο απορημένο μάγουλο…

Κραυγή σπαρακτική τα τόσα μου

‘’γιατί’’, άηχη «καλημέρα» στου ήλιου

το ματωμένο χαμόγελο…

Πνιγηρές αναπνοές από αρμύρα και θάνατο,

Θες να το σκάσεις μα

σε σφίγγουν ουράνιες αγκαλιές…

_________________________

Ψυχή φευγάτη σ’ άλλη διάσταση μυαλό

και σώμα ζουν την ανάσταση.

Κι εσύ- όπως πάντα- γλυκιά ή άγρια,

πλανεύτρα θάλασσα, ύλη από δάκρυα…

Κραυγή και ψίθυρος γίνεται ο στίχος μου,

το κάθε κύμα σου λυγμός και ήχος μου.

Φωλιά στα βράχια σου κεντούν τ’ αστέρια,

πόσο ξεμάκρυναν τα καλοκαίρια…

Ο παφλασμός σου ζωή και θάνατος,

όποιος σε ”διάβασε” έγινε αθάνατος.

Κοχύλια τα όνειρα μες στο βυθό σου,

ό,τι αγάπησα είναι δικό σου…

______________________________

ν σ’ άφησα

και τις σκέψεις με λόγια ζωγράφισα.

Λόγια ανείπωτα που έγιναν στίχοι

στης ψυχής μου τα διάφανα τείχη.

Κάθε λέξη γραμμένη με δάκρυ

κι εσύ μόνος στου κόσμου την άκρη…

Δρόμους στρώνω σελίδα-σελίδα

και μαζί μου σε πήρα όπου πήγα…

Ικεσία η κραυγή μου στο διάβα σου,

μες στις χούφτες μου αγιάζει το κάρμα σου.

Απ΄ τις λέξεις μου πίσω αν διαβάσεις,

χίλια χνάρια θα βρεις να με φτάσεις…

_________________________

Θέλω απόψε να διαβάσω τις σιωπές σου,

θέλω ν’ ακούσω να μου λες όσα δεν τόλμησες ποτέ σου.

Θέλω, φεγγάρι μου, να γίνεις όσο πιο φλύαρο μπορείς,

στο τελευταίο του Αυγούστου άγιο νυχτέρι,

βουβά  προσμένοντας το άλλο  καλοκαίρι…

Θέλω στ’ ασήμια του κορμιού σου να κρυφτώ

κι αν με ζητήσουνε να πεις: «Δεν είναι εδώ!

Σε φεγγαρόστρατες αλλιώτικες την πήγα,

να δουν τα μάτια της τις ομορφιές που είδα!».

Θέλω αγκαλιά με τους αγγέλους να μ’ αφήσεις,

με τα φτερά τους να τολμήσω ουράνιες πτήσεις.

Κι όταν στη γη να κατεβώ θα έρθει η ώρα,

τίποτα τότε να μην είναι όπως τώρα…

Θέλω, φεγγάρι μου, το ταίρι σου να γίνω

κι όταν μεθάς στους ουρανούς, κι εγώ να πίνω!

Στο άγιο  φως σου τυλιγμένη ας πεθάνω,

σαν φεγγαρόσκονη στη λάμψη  σου επάνω…

Θέλω αλησμόνητο να μείνει αυτό το βράδυ,

σαν το στερνό το αυγουστιάτικό μας χάδι.

Κι εγώ απ’ τα δύο τ’ αυγουστιάτικα φεγγάρια,

θα ‘μαι το χάρτινο που κάηκε,  δίχως ν’ αφήσει χνάρια…

____________________________

Τα ανείπωτα

Σε ποιας ψυχής τις στάχτες ψάχνεις όνειρα;

Καμμένο το βιβλίο της ζωής…

Δεν βγαίνουνε λουλούδια στα λασπόνερα,

όλα τα σκέπασε η κραυγή της σιωπής…

Σε ποιο θολό αγνάντι αφαιρέθηκες

τώρα που πέρασε το πλοίο της γραμμής;

Αφού στο κάλεσμά της δεν αφέθηκες,

απάνεμα λιμάνια πώς θα βρεις;

Σε ποια σελίδα ν’ αντιγράψω τα ανείπωτα,

οι λέξεις έγιναν πια κόμπος στο λαιμό.

Κι αν πρέπει κάτι να κρατήσω απ’ το τίποτα,

κρατώ το όνειρο και όχι το θυμό…

____________________________

Νύχτα ταξιδιάρικη,  κοσμογυρισμένη

ντύθηκε τ’ αστέρια της και σε περιμένει.

Ψίθυροι της θάλασσας σαν κλεμμένοι στίχοι,

αίμα απ’ την αγάπη μας στάζουν και οι τοίχοι…

Όνειρα αφανέρωτα καρτερούν τον ήλιο,

δως μου ένα γέλιο σου να το βάλω αντήλιο.

Σε ουρανούς ζηλιάρηδες όρκους μη μου δώσεις

μυστικά ανείπωτα να μου φανερώσεις…

Στης σιωπής τον θόρυβο άκου την κραυγή μου

κι όσα λάθη κάναμε τέλος μου κι αρχή μου.

Κι αν εκεί που βρίσκεσαι έχει χειμωνιάσει,

σου ‘χω εδώ ζεστή αγκαλιά κι έχω τζάκι ανάψει…

_____________________________

Ζαριά στα ντόρτια κολλημένη,

όλη η ζωή μας σαν κλεμμένη

μοιάζει εισιτήριο ληγμένο

για ένα ταξίδι ξεχασμένο…

Ζαριά αδέξια από χέρια

που πάντα έκρυβαν μαχαίρια.

Τόσα «γιατί», χιλιάδες «όχι»

κι εμείς μιάς κάννης πάντα στόχοι…

Ζαριά ασσόδυο στο χώμα,

αλλού η καρδιά κι αλλού το σώμα…

Δως μου τον ώμο σου να γείρω

και πάμε ακόμα ένα γύρο…

Ζαριά ζωής θα ‘ναι η στερνή μας,

κραυγή στα πέρατα η φωνή μας…

“Πάσο” ποτέ πια δεν θα πω,

όπου με βγάλει κι ας καώ! 

_____________________________

Της  Κυριακής οι διαδρομές

αιτίες ψάχνουν κι αφορμές

στο παρελθόν να μας γυρίζουν

σε κάποιες φτωχογειτονιές,

γεμάτες παιδικές φωνές

που ξέρουνε τον πόνο να ξορκίζουν…

Της Κυριακής οι διαδρομές

μοιάζουν πια τόσο μακρινές,

μα τις αγγίζεις με το βλέμμα της καρδιάς σου,

στου Καραγκιόζη τις σκηνές

και στις φιγούρες τις χλωμές

που στο τσιλίκι  είχες πάντα συντροφιά σου…

Της Κυριακής οι διαδρομές

φωτογραφίες πια φθηνές,

σε φόντο ασπρόμαυρο θαμπό μες στην κορνίζα…

Με δυό δεκάρες ταπεινές

εξαγοράζουνε το χθες

κι αυτή την πόζα σου, εκεί κάτω απ’ τη μαρκίζα… 

________________________

…Κι ύστερα μίλησες για ελευθερία!

Ζήλεψες τα πουλιά, τον άνεμο, τη θάλασσα,

τα σύννεφα που τρέχουν ξέγνοιαστα στο στερέωμα.

Κάλπασες χωρίς ενοχές

πάνω στο άτι της κοσμοθεωρίας σου

και χάθηκες -λεύτερος λες(!) –

σκορπώντας πίσω σου συρματοπλέγματα

να λαβώνουν κορμιά και ψυχές…

Κι έμεινα εδώ,

ικέτιδα ανεκπλήρωτων ονείρων,

να επιλέγω συνειδητά τα ‘’δεσμά’’ μου,

ισόβια παραδομένη στο κάρμα μιας αγάπης

που εσύ ονόμασες ‘’σκλαβιά’’!

Αν μπορούσες μόνο να καταλάβεις

πόσο ελεύθερη νιώθω μες στη σκλαβιά μου…

Ίσως και να μην το άντεχες!

______________________________

Στους διαδρόμους του μυαλού μου περπατάς,

σε κάθε κύτταρο κατάληψη έχεις κάνει.

Εγώ σε ”διώχνω” μα εσύ με κατακτάς

μακριά σου ο κόσμος την αξία του τη χάνει.

Διώχνω το γκρίζο σου στης θάλασσας το φως,

κάθε της κύμα, της ψυχής μου ικεσία…

Μα εσύ, της σκέψης μου αγέρωχος Θεός,

παντού επιβάλλεις τη δική σου παρουσία.

Αγέρι ασίγαστο τα λόγια σου στο νου

να μου χαράζουνε στους χάρτες άλλη ρότα.

Λαθρεπιβάτης του δικού σου ουρανού

σ’ έναν παράδεισο που δεν υπάρχει πόρτα…

Τα βήματά σου ακούω ακόμα σαν ηχώ,

τις μουσικές σου, κάθε στίχο σου για μένα…

Όλα τα πήρες στης φυγής σου τον αχό,

κι έμεινα πίσω από τζάμια θολωμένα…

_______________________

Υπήρξαν στον κόσμο
τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι.
Και παρ’ όλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι
πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους
το ίδιο απροετοίμαστους.

Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε:
”Δε θα διαρκέσει πολύ, είναι ανόητο”.

Κι αναμφίβολα
ένας πόλεμος είναι σίγουρα ανόητος,
αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει.

Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου,
επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική,
είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει.

Αλλά δεν περνάει πάντα
και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο,
είναι οι άνθρωποι που περνάνε
και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές,
γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους.

Οι συμπολίτες μας,
ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες,
σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά γι’ αυτούς,
πράγμα που σήμαινε
ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες.

Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις,
να ετοιμάζουν ταξίδια και να έχουν γνώμες.

Πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν την πανούκλα,
που καταργεί το μέλλον,
που καταργεί τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις;

Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους.

Κανένας
δεν είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν δυστυχίες…
(Αλμπέρ Καμύ/ “Η πανούκλα”)

__________________________

Αστροδαρμένη αγρύπνια μου
για πού με ταξιδεύεις
και σε ουρανό πανσέληνο
το νου μου διαφεντεύεις;
Φεγγάρι μου ολόγιομο
πού πας να κατοικήσεις,
να κλέψω από τα ασήμια σου
να υφάνω τις αισθήσεις;

Σεργιάνι μες στις θάλασσες
με πας κι αυτό το βράδυ,
παραδομένη αφήνομαι
στο φως σου, για ένα χάδι…
Στο πέλαγο το απέραντο
μακρύ είναι το ταξίδι,
μα η Ιθάκη που ονειρεύτηκα
αστροφεγγίζει ήδη…

Κι αν ξεχαστείς φεγγάρι μου
και στα μισά μ’ αφήσεις,
εδώ θα μείνω ξάγρυπνη
μέχρι που να γυρίσεις.
Αυτή τη φεγγαρόβολτα
αιώνια θα προσμένω,
το πιο κρυφό μου όνειρο
στο φως σου είναι λουσμένο…

___________________________

Στου χρόνου το αδυσώπητο κυνήγι
θαρρείς μαρμάρωσαν του κόσμου οι χαρές
και μείναμε ξανά εμείς οι λίγοι
που ονειρευόμαστε αλλιώτικες ζωές…

Κραυγή που πνίγεται ο κόμπος στο λαιμό μας
κι ένα αναπάντητο «γιατί» να κλαίει παντού.
Να διεκδικούμε ό,τι ήτανε δικό μας
κι ένα κομμάτι ασυννέφιαστου ουρανού…

Δεν έχει σύνορα του αύριο η ελπίδα,
δεν έχει θέση στην ψυχή μας ο διωγμός.
Στις γειτονιές που μεγαλώσαμε σε είδα
μα είχε γίνει πια το γέλιο σου θυμός…

Ακροστιχίδα απελπισίας κάθε λέξη
και ένα όνειρο που έμεινε μισό.
Αναρωτιέσαι η ελπίδα αν θα αντέξει,
αναρωτιέμαι τι αγαπάω και τι μισώ…

___________________________

Αξίζεις μια αγάπη που
να σε αγαπά ξεχτένιστη,
με τα πάντα και τις αιτίες
ου σε σηκώνουν βιαστικά,
με τα πάντα και τα δαιμόνια
που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει
να νιώθεις σίγουρη,
που να μπορεί να καταναλώσει
όλο τον κόσμο
αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα,
που να νιώθει πως οι αγκαλιές
σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.

Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει
να χορεύει μαζί σου,
που να επισκέπτεται τον παράδεισο
κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου,
και που δεν βαριέται ποτέ ν
α διαβάζει τις εκφράσεις σου.

Αξίζεις μια αγάπη που
να σε ακούει όταν τραγουδάς,
που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου,
που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη,
που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου,
που να μην την τρομάζει η πτώση.

Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα,
που να σου φέρει τον ενθουσιασμό,
τον καφέ
και την ποίηση…

_____________________

Μάτια μου θάλασσες,
ζωή που χάλασες για την αγάπη
νέες ρότες να γυρεύεις…
Χειμώνες πάγωσες, ψυχή που άδειασες,
γαλάζια ξέφωτα ουράνια ν’ ανιχνεύεις…
Μάτια μου θάλασσες,
σκληρά που πάλεψες τ’ άγρια κύματα
του νου να κουμαντάρεις…
Φουρτούνες πέρασες, φωτιές ξεπέρασες,
απ’ το ναυάγιο στη γαλήνη να με πάρεις…
Μάτια μου θάλασσες,
σειρήνες μάγεψες κι όρθια στην πλώρη
της καρδιάς σου ταξιδεύω…
Λιμάνι απάνεμο, κόντρα στον άνεμο,
πάντα στο βλέμμα σου μπουνάτσες θα γυρεύω…