ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΟΥΚΕΡΗΣ

 

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Με ρώτησες κοιτώντας με αυτή την υπέροχη ποταμίσια ματιά σου τι είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι το πιο μακρύ ταξίδι στην καρδιά, το σώμα και το μυαλό σου αποκρίθηκα. Η αγάπη σου είπα είναι πόλεμος και θαύμα μυστήριο και πόνος.

Περίμενα τόσο πολύ το όνειρο,
την επιστροφή των χελιδονιών
και την άφιξη της Άνοιξης.

Περίμενα πολύ καιρό
γέλασα για άχρηστα πράγματα,
τρέχοντας στα χωράφια του Απριλιού
σαν πεταλούδα που ξέρει ότι πεθαίνει.

Έχασα το κλειδί της καρδιάς μου
ανάμεσα στους στίχους
ενός αρχαίου ποιήματος
ανάμεσα στα τελευταία φύλλα
που πέφτουν στο έδαφος.

Περίμενα πολύ καιρό

Ξέρεις δεν είναι η μοναξιά
που γεννά την επιθυμία μου
να είμαι μαζί σου και δεν
είναι ανάγκη να αγαπάς
για να μην νιώθεις
μόνος στο σκοτάδι.

Χίλια αστέρια ανάβουν στον ουρανό
του ταξιδιού μου για σένα
χιλιάδες χαμόγελα μου δίνουν
λουλούδια και ανοιχτές αγκαλιές
για να με χαϊδέψουν.

Περιμένω το χαμόγελό σου
που ανθίζει από την καρδιά μου
κάθε πρωί σαν ένα λουλούδι
που μου δίνει το άρωμά σου
για τη χαρά να είμαι μαζί σου.

Αγάπη μου αρετή και αδυναμία
της ύπαρξής μου, φως και σκοτάδι
του οράματός μου, της ενέργειας
και της ζωής της καρδιάς μου.

Περιμένω το χαμόγελό σου
και την επιθυμία
να νιώσω χαρούμενος.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο
μπορώ να σ αγαπώ.

_________________________

 

ΓΕΜΑ

Απόψε ζήτησα των αστεριών
να πάψουν τη μουσική τους
να αποκοιμηθείς
και θα σβήσω
κάθε φωτεινό αστέρι
στους ουρανούς
να μην ενοχληθούν τα μάτια σου
και ξυπνήσεις, να μη χαθεί
το όνειρο που σού ‘στειλα.

Απόψε έκλεψα
του προσώπου σου
τα λευκά ροδοπέταλα
να ξελογιάσω τους αγγέλους
για να σταθούν δίπλα
στο μαξιλάρι σου
την ώρα που τα μάτια σου
έχεις κλειστά
και πριν ο ύπνος
σε αποχαιρετίσει
έτσι κοιμισμένη ακόμα
να σου δώσω το πρώτο φιλί
πριν με προλάβει
η αύρα της αυγής.

_______________________

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Κάλεσα τις παλιές μου
νοσταλγίες και θύμισες
εκεί στη γη των προγόνων
μου όπου χορεύουν,
τραγουδούν, γελούν,
και αγκαλιάζονται
οι ελεύθερες ψυχές.

Δεν υπάρχει αμαρτία
ούτε δάκρυα
στον ορίζοντά μας ,
ούτε καν σκοτεινοί δαίμονες
να σε φοβίζουν
τις άναστρες νύχτες.

Εξήγησα στη ψυχή μου
ότι η ιστορία μας
φτιάχτηκε από όνειρα,
που μου έδωσες απλόχερα
μια μέρα που με κάλεσες
από τόσο μακριά,
με την υπόσχεσή σου
για αγάπη.

Μια μουσική επουράνια
απλώνεται όταν σε κρατώ
στην αγκαλιά μου
και οι νότες αυτού
του θεϊκού τραγουδιού
πάντα καλυμμένες με λόγια
και ψιθυρίσματα
στον ρυθμό της καρδιάς μας
που μας μιλούν πάντα
σιωπηλά.

Απόψε η νύχτα αφέθηκε
σε μια μεγάλη σιωπή
και έκρυψε τους θορύβους της.

Και οι δύο μας ξαπλωμένοι
κάτω από έναν ουρανό
κουρασμένων αστεριών
ακούγοντας τη φωνή
του ποταμού
ψάχνουμε τα σημάδια μας
μέσα στους γαλαξίες.

_________________________

ΜΙΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ …

Θα ήθελα να κλέψω τον ήλιο
μια γκρίζα μέρα του χειμώνα σου.

Ετσι, κανείς δεν
θα με δει
και δεν θα με πούνε
κλέφτη του φωτός.

Θα ήθελα να ζήσω
πάνω από τα σύννεφα.

Η βροχή θα μπερδευτεί
με τα δάκρυά μου
και ο άνεμος θα κρύψει
τη λυπημένη μου αναπνοή.

Θα ήθελα να ξαναζήσω
για να ξέρω
το άτομο που θα
μπορεί να διακρίνει
τα δάκρυά μου
από τις σταγόνες
της βροχής
και θα νιώσει την ανάσα μου
στον άνεμο.

Θα ήθελα να κλέψω την ευτυχία
Για μια μέρα,

Ωστόσο, θέλω να ζήσω
μια ζωή για την αγάπη

______________________

 

ΠΛΕΥΣΗ ΠΡΟΣ ΜΥΡΤΩΟ ΠΕΛΑΓΟΣ

Πώς μπορώ να κρατήσω
το πάθος που καίει
την καρδιά μου.

Οι λέξεις είναι φτωχές
και η επιθυμία
γίνεται ένα ποτάμι
που ρέει δυνατά
μέσα μου.

Ενας καταρράκτης
συναισθημάτων
που απελευθερώνεται
έντονα και υπερβολικά
και δεν μπορώ πλέον
να τον συγκρατήσω.

Πώς μπορώ
να εκφράσω το πάθος
που κυριαρχεί
στην καρδιά μου.

Οι λέξεις έχουν ένα όριο
και η επιθυμία
γίνεται φωτιά
που καίει τον λόγο μου
και η καρδιά της
φτιαγμένη από κερί που
τρέμει φοβισμένη στο φως μου.

Πώς μπορώ
να εκφράσω το πάθος
που καταλαμβάνει
κάθε χώρο της ύπαρξής
μου.

Η ψυχή μου
σαν ένα μοναχικό νησί,
φτιαγμένο από άμμο,
στη μέση μιας
φουρτουνιασμένης
θάλασσας και
φτάνουν τα κύματα
το ένα μετά το άλλο
και ο άνεμος απειλεί
την ύπαρξή μου.

Πώς μπορώ ακόμα
να αντισταθώ;

_________________________

ΧΑΜΕΝΗ ΙΘΑΚΗ

Γιατί θυμώνεις με τον εαυτό σου
και χώνεσαι μέσα σου βαθιά
στη σιωπή σου λες και αισθάνεσαι
φυλακισμένος όμηρος
των συναισθημάτων σου
και φιμώνεις κάθε σου έκφραση
που θα μπορούσε να σε ελευθερώσει
από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Ποιος σε έβαλε να κοιμηθείς
δεμένο στο βράχο του πόνου
ως άλλος προμηθέας
και σου απαγόρευσε τα όνειρα
της αγάπης και της αλήθειας.

Ταξιδευτής του χρόνου είσαι
μα εσύ αποκαμωμένος σωριάζεσαι
σε ένα παγκάκι του σταθμού ανήμπορος
και βλέπεις τα τραίνα να περνούν
και τη ζωή να χάνεται από τα μάτια σου.

Ο ήλιος σου αρχίζει και χάνει
τη λάμψη του και ο ουρανός σου
συννεφιασμένος δεν σε αφήνει
να δεις το φως.

Μια Ιθάκη ξέχασες
εκεί στο βάθος του χρόνου
και μη λησμονείς τη ρότα
που το πεπρωμένο σου έχει χαράξει…

________________________

ΧΑΜΕΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Κρυμμένες προσευχές
τάμα στον θεό των κυμάτων
μια ιστορία για ένα ταξίδι
που ποτέ δεν εκπληρώθηκε
μια χαμένη Ιθάκη
στις παραλίες
των ονείρων μου.

Και συ αγναντεύεις
τα σπασμένα κατάρτια
και τα σχισμένα πανιά
μιας βυθισμένης γαλέρας
καθισμένη στο βράχο σου.

Ναυαγός απέμεινα
ψάχνοντας στους ουρανούς
το μοναχικό αστέρι
στους γαλαξίες της θλίψης
ζητώντας των θεών
το απόκρυφο πέρασμα
των συμπληγάδων
μήπως και βρω
το πέλαγο που οδηγεί
στη ψυχή σου.

Στη πάλη μου με τα θεριά
των κυμάτων σου
ένοιωσα το φιλί του φεγγαριού
να λούζει τα μαλλιά μου
και τους στίχους
της τρικυμίας σου
να σκίζουν τις σάρκες μου
πάνω στους βράχους
της Κίρκης.

Απόψε άκουσα
το θρήνο του Λαέρτη
και το τραγούδι
του ανέμου στη θάλασσα
για έναν προσκυνητή
που δεν κατάφερε
να εκπληρώσει
τον όρκο του.

_____________________________

ΞΕΘΩΡΙΑΜΕΝΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΙ

Μην περιμένεις με άδεια χέρια, τα
μάτια θαμπά με την επιθυμία
και τη λύπη, χωρίς χαμόγελο
στη γωνία κοιτάζοντας
τους περαστικούς.

Μην περιμένεις τη ζωή να
σου προσφέρει
το λευκό τριαντάφυλλο
που σε υποδέχεται
χωρίς άρωμα,
στη σιωπή της νύχτας της.

Άφησε την καρδιά σου
να τραγουδήσει
ανεπιτήδευτα και χωρίς οργή
σαν ένα αηδόνι ερωτευμένο
υπό το φως της αυγής
και στο ηλιοβασίλεμα.

Άφησε τον εαυτό σου
να πετάξει στο γαλάζιο
του ουρανού
στις κορυφές του κόσμου
σαν τον αετό
και να προσφέρεις
την καρδιά σου
σε εκείνον που αξίζει
το πολύτιμο δώρο
της αγάπης σου.

Πολύ πριν από τoν σιωπηλo
αποχαιρετισμό,
άφησε τον εαυτό σου
να περιηγηθεί
στην γαλάζια θάλασσα
στη υγρή σκηνή που χορεύει
με τον άνεμο που
αγκαλιάζεται
από τα άσπρα κύματα.

Πολύ πριν
το τελευταίο τραγούδι
η αναμονή για ένα
αληθινό χαμόγελο
το τελευταίο φιλί
η ελπίδα, πιστός σύντροφος
του ταξιδιού σου.

Ετσι θα έχει καλή γεύση
και η καρδιά
θα έχει ένα σπίτι
και ένα ευγενές
δικαίωμα να υπάρχει
στο αιώνιο βασίλειο
της αγάπης.

____________________________

ΕΚΕΙ

Στον ορίζοντα του μυαλού
μου σε γνώρισα εκείνο το βράδυ,
Εκεί …
όπου η πραγματικότητα
συναντά τη φαντασία,
όπου το παρελθόν
χαμογελά στο μέλλον …
στην προοπτική του παρόντος,
μεταξύ του ορίου του πάθους
στην υπέρτατη επιθυμία
για αγάπη.

Στον ορίζοντα της ύπαρξής μου
να σε φιλήσει εκείνο το βράδυ,
Εκεί…
εκεί που ο ήλιος στέλνει
φιλιά στη θάλασσα,
όπου ο ουρανός είναι
βαμμένος με χίλιες αποχρώσεις …
στην ψευδαίσθηση
μιας ζωής στην αγάπη,
μεταξύ των ορίων της ύπαρξης
σε επιθυμία για ένωση.

Στον ορίζοντα του ταξιδιού μου
σ’ αγάπησα εκείνο το βράδυ,
Εκεί …
όπου γεννήθηκε
η επιθυμία μέσα μου,
όπου οι πόρτες της καρδιάς
ανοίγουν στον ήλιο …
για να καλωσορίσουν
το σκοτάδι της νύχτας,
ανάμεσα στο όριο του φωτός
στη συνάντησή του
με το σκοτάδι.

Στον ορίζοντα του ουρανού μας
σε έκλεψα εκείνο το βράδυ,
Εκεί …
όπου συναντιούνται οι ψυχές,
στην έναστρη νύχτα
στο παραλήρημα της αγάπης …
για να χορέψει μαζί σου
ο χορός του ανέμου
πέρα από το όριο
των συναισθημάτων.

____________________

ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Απλώνοντας τις πρωινές μου
αισθήσεις που γαλήνια
με σκεπάζουν σαν πέπλο
νιώθω τον κατακλυσμό
των συναισθημάτων
να με πλημυρίζει
από τη σκέψη σου.

Κλείνω τα μάτια
και οραματίζομαι
το κοριτσίστικο
κορμί σου αφημένο
στην αγκαλιά του ύπνου
και κάνω παράκληση
στον Μορφέα τον θεό
των ονείρων να σου στείλει
ένα δικό μου όνειρο.

Κάνω σκέψεις
πως είμαι τάχα ναυαγός
και μέρες τώρα προσπαθώ
να αράξω το σκουριασμένο
κορμί μου απ την αλμύρα
στο ακρογιάλι της ζωής σου
να ξεχυθώ σαν ζέφυρος
στην απλωσιά
της γαλήνης σου να παλέψω
με τα κύματα της μνήμης σου
και οτι σε πλήγωσε να το πετάξω
στα τάρταρα της λησμονιάς.

Ξημέρωσε
και οι πρώτες ηλιαχτίδες
του Φοίβου με έλουσαν
με φως και πλημύρισα
από ένα ερωτικό προαίσθημα.

Σηκώθηκα νωχελικά
με τη σκέψη μου σε σένα
και άρχισα να σου γράφω …

________________________

ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ

 απόψε θέλω να περπατώ παρέα
με τις λέξεις των ποιημάτων σου
εκεί που αναβλύζει η έμπνευση
των στίχων και να χαθώ σε κάποιες
απόκρυφες γωνιές του είναι σου.

… απόψε θέλω να αρμενίσω στα πέλαγα
του νου σου κάτω από ένα ξάστερο ουρανό
να μετρώ τ αστέρια να ξεχαστώ στα κύματα
των ματιών σου και πριν αυγήσει η μέρα
να βρεθώ ναυαγός στο νησί σου.

… και συ σαν Ναυσικά να με αγγίξεις
να με φιλήσεις και να ζεστάνεις
την αλήθεια μου μέσα στη θέρμη
της αγκαλιάς σου, ν’ ακούσεις τη μουσική
από το θείο κονσέρτο της ψυχής μου.

… απόψε θέλω να βρεθώ
στα πιο γλυκά σου όνειρα να ζήσω
μέσα στο χαμόγελό σου να γίνω
πειρατής της πιο γλυκιάς σου σκέψης
να κουρσέψω τις αναμνήσεις σου,
να ζωντανέψω τις νοσταλγίες σου
και μαζί να σαλπάρουμε
ταξίδι στο όνειρό μας.

… απόψε το στήθος μου αναζητά
την ανάσα σου και η καρδιά ζητά
να χορέψει σε ένα ξέφρενο ρυθμό
τον πυρρίχιο μαζί σου που μόνο
εσύ ξέρεις και οι αλήθειες
ως θεατές να υποκλίνονται
στο μεγαλείο της αγάπης.

… η μέρα ξύπνησε και με το πρώτο
χελιδόνι σου στέλνω
το μήνυμα για μια
… όμορφη ανατολή …

_________________________

ΚΑΘΑΡΣΗ

Στους σκοτεινούς
λαβυρίνθους της μνήμης
χάθηκα και μόνη επέμεινε
η καρδιά να μετρά τα βήματα
και τους κτύπους.

Μόνη μου θύμηση
και οδηγός ένα όνειρο
και μια εικόνα
των καιρών μας
και το ακούραστο
πείσμα μου να σε βρω.

Ρώτησα τους ανέμους
και πήρα απόκριση
πως είσαι κοχύλι
στην θάλασσα
που ζητά το φως,
πως είσαι λουλούδι
στην έρημο
και ζητάς τη δροσιά,
πως είσαι φιλί και ζητάς
τα χείλη μου να ξεδιψάσεις.

Έκλεψα των θεών
τ αθάνατο νερό
να ξαναγεννηθεί η ψυχή σου
του ιεροφάντη
χρησμό εζήτησα
και λούστηκα
στης Κασταλίας τις πηγές
μπροστά σου
να σταθώ καθάριος.

_____________________

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΨΥΧΗΣ

Ψάχνω μέσα στη βουή
του μυαλού μου
τους ψίθυρους σου
να ακούσω
μα οι μέλισσες
δεν με αφήνουν
και ο καιρός της βροχής
μουσκεύει τις λέξεις.

Τριγύρω έγνοιες
που ίπτανται στον αέρα
Πόνος, χαρά, θλίψη, γέλιο, δάκρυ,
τώρα κατάλαβα πως είναι
κομμάτια της ψυχής μου
και σαν τα ταξιδιάρικα χελιδόνια
θέλουν να κουρνιάσουν μέσα μου.

Με βρήκε η αυγή να κολυμπώ
σε καταπράσινους αμπελώνες
προσκυνητής μιας άλλης
ξεχασμένης θρησκείας.

Ιούνιος μεσημέρι και ο ήλιος
αυστηρός κριτής της ζωής μου
Θυμάμαι από παιδί
να κινούμαι ανέμελα
προς όλα τα σημεία
του ορίζοντα ελεύθερος
χωρίς σημείο αναφοράς
και προορισμού.

Πήρα χρώματα
και ζωγράφισα
μια άνοιξη και έναν ήλιο
στο τοίχο της ψυχής μου
να βλέπω φως
τις νύχτες του χειμώνα
και να μετρώ τις ώρες
που θα σε συναντήσω.

Ξέρω όποιον δρόμο
κι αν πάρω
στο τέλος θα βρεθώ
να αρμενίζω το κορμί μου
στα πέλαγα των ματιών σου.

_____________________

ΗΛΙΟΣ ΦΕΥΓΑΤΟΣ

Είναι οι ώρες μου βαριές,
κάποιες ανάσες καθυστερούν
και γώ παρατηρητής μου
βλέπω τα μονοπάτια μου σαθρά.

Ποιος ξέχασε, άραγε,
με ροδοπέταλα να τα στρώσει…

Ξεκούρδιστα ρολόγια
και ρωγμές στο παράθυρο.

Έχω φτιάξει έναν ήλιο
που τη σάρκα μου καίει.

Σκισμένοι οι στίχοι,
νεκροί δίπλα στο κρεβάτι.

Ένα τσάι παρατημένο
που παγώνει.

Δαγκώνω το χείλος μου,
τόσο όσο να ματώσει.

Κρατάω την ανάσα μου,
να μην ακούσεις πως υπάρχω.

Επάνω στο στρογγυλό τραπέζι σου
άφησα τον καφέ της καλημέρας.

Σιχαίνομαι την συνήθεια
και ας κινούμαι πάντα με πυξίδα.

Είναι στιγμιαίο το πάθος,
μην ξανοίγεσαι.

Θέλω να σε ζωγραφίσω,
μα μονάχα μια μαύρη
εικόνα μου βγαίνει.

Το σεντόνι υγρό
Η γωνιά με περιμένει,
θα σταθώ
με τα μολυβένια μου πόδια.

Και αν ποτέ τ’ αποφασίσεις,
πράσινο θα βάψω τον τοίχο
που αντικρίζεις.

Έχω φτιάξει έναν ήλιο
που τις σάρκες μου καίει..

________________________

ΠΡΩΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η καρδιά μου,
η ψυχή μου είναι μέσα
στην υπαρξη σου,
μια φωτιά που μεγαλώνει
μέρα με την ημέρα..

Νιώθω την επιθυμιά
σαν φλόγα
που καίει μέσα στην
καρδιά μου για σένα
ενώ σε λαχταρώ
τόσο πολύ ψυχή μου..

Μονός μένω
τη νύχτα ξύπνιος
με την σκέψη σου σαν
γλυκιά απόλαυση,
κι όταν υποκύπτω
στον ύπνο μου
ονειρεύομαι
με την καρδιά μου
να κρατήσει αιωνία..

Κι όταν ξυπνάω την ημέρα
η σκέψη μου τρέχει εκεί
σε εσένα πάντα..

Συλλογίζομαι το φιλί σου
και τα σαρκώδη χείλι σου
και να σε κρατώ
στην αγκαλιά μου
και να σου λέω
ποσό πολύ σε αγαπώ..

Θέλω να είσαι
στο πλευρό μου,
γιατί είσαι το κορίτσι μου,
το ένα και μοναδικό
για μένα σε αυτόν
τον κόσμο..

Κάθε σου επιθυμιά
εντολή μου,
θέλω να είμαι
ο άνθρωπος σου,
το άτομο σου, κι εσύ..

Κι εσύ
η κυρά και αρχόντισσά μου
μου ψυχή μου..

Ωό θεέ μου, ποσό σ αγαπώ..
Σε αγαπώ περισσότερο
κι απ την ζωή μου…

___________________________

ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ

Έχεις ακούσει ποτέ
τον ήχο της σιωπής
μετά από ένα σ’ αγαπώ
στο σκοτάδι;

Ποια χέρια
έχουν το σθένος
να σηκώσουν το φως
και τι είναι πιο αληθινό
από την άηχη κραυγή
της σιωπής.

Ξέρεις, αποψε
σε νιώθω
να μου ψιθυρίζεις
τα λόγια σου που κάνουν
τις ανατολές μου
λαμπρότερες
και το φιλί σου σφραγίδα
στο πρόσωπό μου
σημάδι του ερωτά μας.

Όταν σε ζητώ νιώθω
την ύπαρξή σου
να αναδύεται
από τα βάθη μου
και να με πλημυρίζει
σαν από χαμόγελα
και φωνές αθώων παιδιών
που ζητούν
μια θέση στον ήλιο

Απόψε σου κράτησα θέση
στο βράχο της σιωπής
κάτω από
τον έναστρο ουρανό
οπού μόνο τα μάτια
μιλούν και κλαίνε..

______________________

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΚΑΡΥΑΤΙΔΑΣ

… και μόνη ταξιδεύεις παρέα μεσα σε άλικους στίχους … κάθε λέξη σταγόνα από αίμα … και συ Πηνελόπη δεν είδες ..

Ένα φύσημα του αέρα
μια νότα από έρωτα
ένα νανούρισμα μελωδία
των αρχαγγέλων
στο βωμό της αγάπης.

Εκεί που το όνειρο
συναντά την αλήθεια
και που ο έρωτας
γίνεται θεός.

Στο κόσμο των ανέμων
πνέει η ψυχή μου
και μαζί με τον ζέφυρο
ξεχύνεται προς
τους ορίζοντες σου
πάνω από πελάγη
και στεριές
προσμονή γλυκιά
για την παρουσία σου.

Θεία οπτασία φαίνεται
στα μάτια μου
ως άλλη Καρυάτις
βαστάζουσα
το βάρος της αγάπης.

Μια άλλη ανατολή
με χρώματα
δανεισμένα από
τις θαλάσσιες ανεμώνες
και τα λουλούδια
των κρεμαστών κήπων
της Βαβυλώνας
ξύπνησαν το πάθος
μου για σένα.

Ένα κοπάδι από δελφίνια
σύντροφοι μου πιστοί
στην αναζήτηση σου
στα βάθη του πελάγου
της ψυχής μου.

Ποιο κύμα θα σε φέρει εδώ
στο κόσμο των ονείρων μου
και σε ποια θάλασσα
να δώσω το όνομά σου
να εξευμενίσω
τους ποσειδωνες μου.

Έσκυψα και πήρα
μια χούφτα άμμο
και την έσπειρα στο νερό
τάμα στους θεούς
και όρκος στην αγάπη μας.

_______________________________

ΧΡΗΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΡΚΟΙ

Μέσα από φωτιές
και λάβες ηφαιστείων
με κυνηγούσαν χρησμοί
διαιρώντας το φθαρμένο σώμα μου
από τη μητρότητα του σύμπαντος.

Βρέθηκα να περπατώ
ως ένδοξος των καιρών
σκοντάφτοντας
στους ξεφτισμένους αρμούς
ενός λιθόστρωτου δρόμου
αναζητώντας μια σκιά
να αποθέσω το κορμί μου.

Κάπου μακριά
ο ήχος μιας καμπάνας
κρυβόταν στις φυλλωσιές
μιας καστανιάς και η νιότη
άδειαζε τους ερωτικούς
αμφορείς στο χώμα.

Προσταγή των ουρανών
να κρατηθώ από τους κάβους
του όρκου και
με τη πρώτη βροχή
να αφεθώ στο κύμα
του πρώιμου πόθου.

Ποιος μου κρύβει το φως
τις ώρες της αυγής.

Ξημερώνει και κάτω
από τα παραθυρόφυλλά σου
στεγνώνουν τα φτερά
τα αργοπορημένα
χελιδόνια της άνοιξης

Και γώ παλιός νοσταλγός
της νιότης σου κρύφτηκα
στη χαραμάδα να κλέβω
το φως του φεγγαριού
μη σε ξυπνήσει η λάμψη του
και γένεις φως και φύγεις.

Πως να κερδίσω τον ουρανό
χωρίς την αλήθεια μου
και πως να προστάξω τη μοίρα
να ταξιδέψει
στις απέραντες θάλασσες
να σώσω τις παρθένες
από τη βορρά
του τυφλωμένου Μινώταυρου.

Έχω φυτέψει βαθιά στη γης
τις ρίζες των αρετών μου.

_________________________

ΛΑΤΡΕΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Ο έρωτας είναι η έλξη των αντιθέτων που εναρμονίζονται όπως η μελωδική μουσική σύνθεση…

Αν μπορούσες για μια στιγμή
να κοιτάξεις τα μάτια μου
και ακουμπώντας
το κεφάλι σου στο στήθος μου
ν ακούσεις τους κτύπους
της καρδίας αν μπορούσες
ν αφουγκραστείς
τον αέρα ν ακούσεις
το θρόισμα της ψυχής μου…

Θυμάμαι τη τελευταία φορά
που χαμένος στη ορμή
του ηφαιστειώδους οργασμού,
μου παραδόθηκες στον έρωτα
και κάθε σημείο κάθε στίξη
του κορμιού σου έτρεμε
από ηδονή
σαν το πρωτότοκο σπουργίτι
που αντίκρισε πρώτη φορά το φως.

Η λατρεία μου για σένα,
σαν κάτι ανεξέλεγκτο
γιγαντώνεται
και η θέρμη του πόθου μου
συνεχώς καίει τα σωθικά μου.

Αναπολώ τις ώρες
που γευόμουνα
των χειλιών σου τη γλύκα
και τα ακροδάχτυλά μου
ακουμπούσαν το κορμί σου
απαλά αναδύοντας
μια ουράνια μουσική
και οι στεναγμοί του πόθου σου
ύμνος στον έρωτα μας.

___________________________

ΑΓΑΠΗ ΕΡΩΤΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Μαζεύω σκόρπιες λέξεις
από το ναυάγιο της έκφρασης
όπου αδίστακτοι ληστάδες
λεηλάτησαν τα άδολα κορμιά
και τις ψυχές των ερωτευμένων.

Ζω και περιφέρομαι
στους ουρανούς κολυμπώντας
στους ιλίγγους της σιωπής μου
και με δικά μου χρώματα
στη παλέτα της αβύσσου
ζωγραφίζω γη ουρανό
και θάλασσα.

Περιπλανώμενος
στο λαβύρινθο του νου
μπροστά στην πύλη
των αναμνήσεων ανασύρω
εικόνες του ποτέ και του μετά
προσπαθώντας να θυμηθώ
τα μονοπάτια που διάβηκα
κάποιες αφέγγαρες νύχτες.

Της αέρινης μοίρας ζήτησα
συνδρομή του άνεμου
για ένα ταξίδι ατέρμονο
στη παρτιτούρα της μνήμης
όπου οι νότες είναι οι φύλακες
και η μουσική κλειδί
στη πύλη του κάτω κόσμου.

_________________________

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Μου είπες θα έλθεις
Ζήτησα από τ αστέρια
να φωτίσουν τον ουρανό.

Από τον αλμυρό αέρα
του ωκεανού να φυσήξει
μακριά τη σκόνη.

Από το μισοφέγγαρο
ν’ αγγίζει το περβάζι
του παραθύρου.

Και γώ περίμενα
τα νυχτερινά πετράδια
ν ’ανθίσουν
ποτίζοντας τη γλάστρα
με μια χούφτα ουρανό.

Ονειρεύτηκα
το πεπρωμένο μου
σαν ένα πούπουλο χήνας
που προσπαθεί να κρατηθεί
από τον ώμο κάποιου
για λίγη ζεστασιά
και μετά γλίστρησε μακριά
με το δυνατό φύσημα
του ανέμου.

Ο χρόνος με προσπέρασε
ενώ κοιμόμουν.

Δεν θα τον συγχωρήσω
για αυτή την προδοσία.

Δεν θα δεχθώ τη φθορά
να μπει στο σώμα μου.

Θα κρυφτώ
στα φύλλα της χλόης
στις σταγόνες του νερού.

Θα ξεγλιστρήσω
από τα ζαρωμένα του χέρια.

Κοιτώντας τα μάτια σου
και ανασαίνοντας
από το στόμα σου νίκησα
τους πιο δύσκολους καιρούς,
παλεύοντας με τα θεριά
των θαλασσών.

_________________________

 

ΠΕΤΑΓΜΑ

Μέσα Ιουνίου στο νησί μας
αναπολώντας τις πιο όμορφες
στιγμές κάτω από το μαύρο έλατο
και καθώς το θρόισμα των φύλλων
φτάνει απαλά με τον αέρα των
χλοερών βουνών του Αίνου,
άκουσα την Μυρτούσα
την πιστή της αγάπης μου
να τραγουδάει:

«Το πουλί που έμεινε τόσο καιρό
στο κλουβί, σήμερα ελευθερώνεται,
άσε ν’ ανοίξω την πόρτα του κλουβιού
να το δω να φτερουγίζει
προς το ταίρι του»…

Καθώς προφέρει τις λέξεις αυτές,
στα ματόκλαδά της βαραίνουν
δάκρυα σαν βροχερά σύννεφα
του Ιουνίου.

Δεν δυσκολεύθηκα ν’ αντιληφθώ
τη σημασία των λόγων της,
παρ’ όλ’ αυτά μπορώ
να δω πώς η πυκνή βροχή
γεμίζει τους πρόποδες
του μεγάλου βουνού.

Ανάβοντας ένα τσιγάρο και
ρουφώντας βαθιά τον καπνό,
σκέφτομαι…

«Ax, εσύ πουλί ελευθερώσου,
πέταξε στα βροχερά σύννεφα,
πέταξε στο πυκνό δάσος,
πέταξε με το θρόισμα των δασών
στα φτερά σου»

__________________________

ΠΝΟΗ ΑΝΕΜΟΥ

Η αγάπη εμπνέει την αφοσίωση και όσο τρομερός κι αν είναι ο θάνατος, μας εμπνέει το θάρρος να τον αψηφούμε και να πεθαίνουμε για ‘κείνο που αγαπούμε.

Όλα όσα η ψυχή μου
έβλεπε από σένα
τ ακουμπούσε στο στήθος μου
απαλά σαν το πρώτο
ανοιξιάτικο τριαντάφυλλο
που σκάρισε
στης καρδιάς μου το κήπο.

Ανθισμένα αστέρια πετούν
ολόγυρα σε κατάλευκους ουρανούς
μεθυσμένα από το άρωμα ενός
ξεχασμένου νυχτολούλουδου.

Ποτέ σου είπα μην αποκαλύψεις
το όνομα του ανέμου
που με έφερε μπροστά σου
αυτό είναι το μυστικό μας.

Απόψε η βραδιά φτερουγίζει
κόντρα στον άνεμο σαν πεταλούδα
και εσύ δειλά απλώνεις τα φτερά σου
στο φεγγαρόφωτο να κλέψεις
του φέγγους τη χρυσή σκόνη.

Θα με βρεις σαν σύννεφο
στους λόφους, θα με ακούς
σαν τη βροχή στους λόφους
και μια γλυκιά μελωδία
θα σέρνεται στα πόδια σου
ικετεύοντας σε για ένα χορό.

Έλα, λοιπόν, κράτησέ με,
μην αργείς, αγάπη μου
σύντριψέ με,
ξανασχεδίασέ με,
ξανάγραψε με
και μες στο μαύρο θα είσαι
αυτή που θα βάζει φωτιά
για ν’ ανάβει τον ήλιο
και να τον κάνει
να ανατέλλει στον ουρανό
με υπομονή την κάθε μέρα.

__________________________

ΠΡΩΙΝΕΣ ΦΩΝΕΣ

… και είναι οι λέξεις μου καυτές σαν λάβα από το ηφαίστειο της καρδιάς που δεν χρειάστηκα ποτέ να πω… μα εσύ ξέρεις … όταν δακρύζεις εγώ κλαίω… όταν πονάς εγώ πεθαίνω… όταν γελάς εγώ πετάω… και όταν θα με χρειαστείς εγώ θα σ ’αγαπάω … ναι θα σ ’αγαπάω.

Απόψε οι θεοί μεθύσανε
και η ευτυχία τους απλώθηκε
στους επτά ουρανούς.

Της άνοιξης τα αρώματα
αναβλύζουν από το κορμί σου
και η αύρα του έρωτα
στης ψυχής μου στο καμβά
ζωγραφίζει χιλιάδες σχήματα
και ένα καινούργιο συμπάν
γεννιέται από εικόνες
και ήχους ουράνιους.

Απόψε
κρύφτηκαν τ αστέρια
και μόνο έμεινε το φεγγάρι
να κλαίει τη μοναξιά του
και κάποια δάκρυα
γίνανε νερό γίνηκαν ποτάμια
και χείμαρροι της θλίψης.

Αν μπορούσες
να δεις το πρόσωπό σου
με τα δικά μου μάτια
τότε θα ήξερες
τι σημαίνει ευτυχία
τότε θα μ αγαπούσες πιότερο
και από την ιδιά την αγάπη.

Ξημέρωσε
Άνοιξε το παράθυρό σου
στο φως της αγάπης
και μια καλημέρα
που σου έστειλα
σε περιμένει έξω στο μπαλκόνι.

Πως αλλιώς να σου το πω…
Σ αγαπώ, σ αγαπώ……..

_________________________

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ

Το γυμνό σου κορμί θα πρέπει να ανήκει μόνο σ’ εκείνους που ερωτεύονται τη γυμνή σου ψυχή.

Σ αγαπώ
για τις εποχές που έζησα
χωρίς εσένα
προσμένοντας να φανείς μέσα
από κάποιο κρυφό μου όνειρο.

Μύρισα το άρωμα
της απεραντοσύνης σου
και γεύτηκα
των φιλιών σου την ηδονή.

Ονειροπόλος ταξιδευτής
με γοργοτάξιδες γαλέρες
περιπλανήθηκα στα πέλαγα
της ψυχής σου.

Πολέμησα
όλες μου τις ψευδαισθήσεις
και απελευθερώθηκα
από ιταμές σκέψεις
των αδαών κρατώντας
κρυφή την εικόνα σου
στα ενδότερα
της υπαρξης μου.

Ξέρεις το τρελό πάθος
του ερωτά μου για σένα
και είναι η τρέλα μου
που με παρασύρει
στο βυθό των εννοιών
και οι λέξεις
που ποτέ άλλα χείλη
δεν τόλμησαν να πουν.

_________________________

ΔΑΙΔΑΛΟΣ

Ανέσυρα από τα υπόγεια τις βαλσαμωμένες μνήμες και έδωσα πνοή στη λησμονιά να ζωντανέψω τις εικόνες.

Μαρμάρινες μορφές
τριγυρίζουν στα σκοτάδια
ψάχνοντας αθώες ψυχές
ν ακουμπήσουν
τρομαγμένα μάτια
ζητούν την αλήθεια
στο φως της ημέρας

Ψευτοδιανοούμενοι
λόγιοι και ποιητές
σπέρνουν ανούσιες
κουλτούρες
νεφέλες στο χαρτί που σέρνονται
για μία θέση στο πάλκο.

Χάρισμα είναι
να ξέρεις να σβήνεσαι
ποιος θα είναι
ο κριτής της ζωή σου
και ποιος θα ρίξει
το λίθο πρώτος
εσύ δεν θα το δεις
αφού έχεις φύγει

Πόσους ουρανούς
θέλεις να διαβείς
κομμένα φτερά
και πως θα αντέξεις
ένας ήλιος που καίει
και λιώνει τα κεριά
και συ δαίδαλε
πονάς όταν πέφτεις.

Σε είδα τη πρώτη φορά
και σου μίλησα
ατέρμονες σκέψεις
και λόγια κρυμμένα
χαθήκαμε βλέπεις
στις θάλασσες
σχισμένα πανιά
τα κουπιά σου σπασμένα

Δική σου ζωή
δικός σου ο δρόμος
φθαρμένες του χρόνου
τριγύρω σου
ψυχές που ζητούν
αγάπης ελεημοσύνη.

_____________________

ΚΥΜΑΤΑ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

Μην αφήσεις ποτέ τις αναμνήσεις να είναι καλύτερες από τα όνειρά σου.

Ένα απαλό τραγούδι των κυμάτων,
νυκτωδία προς τον πλάστη,
εσπερινός θεία λειτουργία
της θάλασσας.

Ξέπλυμα και άφεση αμαρτιών
εξομολόγηση ταπεινή ομολογία
άκουσα τη θεία μουσική σου,
την αρμονία σου

Κλειδοκύμβαλο η θάλασσα,
πλήκτρα τα κύματά σου.

Πόσα λησμονημένα
του καιρού συναισθήματα
θύμισες μιας άλλης
εποχής των ερώτων
πίκρες λύπες χαρές
όλα σε μια ανάσα.

Σε ένα κύμα ανασκάλεμα
του νου και της ψυχής
ενοχικές μνήμες
ανεκπλήρωτοι πόθοι.

Πως θα σε ανακαλύψω
μέσα στη απεραντοσύνη
ποια σημάδια θα μου στείλεις.

Ποιες μουσικές νότες
είναι οι δικές σου
να πλέξω το τραγούδι σου
κάτω από την αχλή
του δικού μου γαλαξία.

Και γώ αναμάρτητος
θα κολυμπάω στα θεία νερά
του πελάγου της καρδιάς σου.

Εκεί στα ρηχά νερά
της προσμονής
να μεταλάβω
από το άγιο δισκοπότηρο
κρασί άρτο
και δυο σταγόνες δάκρυα
των θείων ματιών σου.

____________________

ΝΥΧΤΩΔΙΑ

Τα απέραντα βράδια
που γαληνεύω τους ωκεανούς μου
οι θάλασσες του κόσμου
απλώνονται ξυπνώντας τα πάθη τους

Του κορμιού οι φιλοδοξίες,
προσμένουν το θάνατο της νύχτας.

Παροπλισμένες γνώσεις
του περασμένου χτες,
θύμισες παλιές
ανακατεύουν τις στάχτες
και ξυπνούν
τους φτερωτούς φοίνικες.

Οι επιθυμίες ορμούν
να κουρσέψουν τα όνειρα του αύριο
και ψάχνοντας τους θησαυρούς
χάρτες των ματιών σου
βλέπω τα ίχνη
και τις διαδρομές μου
αγνοώντας τα σημάδια
που κάποιος χάραξε
στο δικό μου πεπρωμένο.

Τις νύχτες με ρώτησες
γιατί δεν κοιμάμαι

Είναι που στο μυαλό μου
αγωνίζομαι να ελευθερωθώ
από τις κραυγές των ποιημάτων
που σκίζουν την γαλήνη
και οι καυτές ανάσες
τους σμιλεύουν τις ορμές μου.

Προσπάθησα να σε ιχνογραφήσω
κλείνοντας τα μάτια
και στο καμβά του νου
φανήκαν νυχτοπούλια

Άραγε κοιμάσαι τις νύχτες
που τα όνειρα απλώνονται
και ακουμπούν σε στήθη
και καρδίες γι αυτούς
που αγαπάνε

Απόψε η νύχτα φέρνει πυρετό
και οι σκέψεις μου δραπέτες
είναι που τα φεγγάρια
μου γιόμισαν από σένα
και η πανσέληνος σου,
έστειλε φως
στις γρίλιες της καρδιάς μου.

_____________________

ΑΝΑΠΟΛΩΝΤΑΣ

Απόψε προσπαθώ να σου πω
όσα δεν είπα μέχρι τώρα.

Και φτιάχνω τα λόγια μου
να είναι τρυφερά
σαν τις πατημασιές
των γλάρων στη άμμο
ανακαλύπτοντας τις λέξεις
που σαν τον άγριο κισσό
θα σκαρφαλώσουν
στο κορμί σου να δέσουν.

Και μαζί με τις λέξεις
όλα τα σύμπαντα
που κρύβω μέσα μου
προσπαθούν
να δραπετεύσουν
προς το φως σου.

Αλήθεια είναι η τόση
σύγκλιση των όλων.

Μια όαση στην έρημο
της ανέγγιχτης ύπαρξης
το γαλάζιο πάνω
από το χιλιάρμενο
το κόκκινο στα μάτια
αντίθεση στο λυκόφως
και κάποια κόκκινα
ξερά φύλα του πλάτανου
σκορπισμένα
επάνω στα μαλλιά σου.

Μονάχος ως ο αιώνιος
φύλακας στο φάρο μου
ανάβω φρυκτωρίες
που λάμπουν στα μάτια σου
μήπως με δεις νικητή του ερέβους
και των κυμάτων
αλαργινή οπτασία
της πιο μυστικής μου σκέψης.

Στερνός κάβος μιας
ασπρόμαυρης ελπίδας
νικηφόρο άγγελμα
μιας άλλης σταυροφορίας
δυο σπαθιά
που κείτονται αντικρυστά
πλάι στα σώματα
των χαμένων νικητών.

_____________________

ΑΗΧΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πως θα μπορούσα να αποχωριστώ από το κορμί σου.
Απόψε η νυχτιά́ με έφερε στο μαξιλάρι σου .. είδα το χαμόγελο σου την ώρα που κοιμόσουν και κατάλαβα πως κάτι δυνατό συμβαίνει μέσα σου … μετά είδα το όνομα μου γραμμένο στην αύρα σου και όταν έσκυψα και σου ψιθύρισα στο αυτί το σ αγαπώ μου γέλασες … μα δεν μπορούσα να σε ξυπνήσω … αέρας ήμουν απαλός που δρόσιζα το κορμί́ σου..

Αγαπημένη μου..
σε σκέπτομαι
και κλείνοντας τα μάτια μου
νομίζω πως πετώ
στους επτά ουρανούς σου.

Και συ σαν γλυκιά οπτασία
με παρασέρνεις
σε ένα χορό ερωτικό
χωρίς μουσική και λόγια
που μόνο οι κτύποι της καρδίας
κρατούν το ρυθμό
και οι ερωτικοί ψίθυροι
μοιάζουν
με αγγελική μελωδία.

Και γώ χάνομαι
και βυθίζομαι
στο πέλαγος της αγάπης
ζώντας ένα παραλήρημα
της ζάλης του αληθινού
ερωτά μας.

Το μυαλό μου στροβιλίζεται
και το πάθος μου για σένα
με οδηγεί
στα απύθμενα σου βάθη
εκεί που αντί για φως
υπάρχει μόνο η έκσταση
και οι εκρήξεις
των συναισθημάτων.

_____________________

ΠΝΟΕΣ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΨΥΧΗΣ

Ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει τον δρόμο του μόνο στο φως του φεγγαριού. Τιμωρία του είναι ότι βλέπει το ξημέρωμα πριν τον υπόλοιπο κόσμο.

Όπως η αύρα του ανέμου
πνέει απαλά και αθόρυβα
ανάμεσα στα πεύκα του δάσους
έτσι το ίδιο αθόρυβα πρέπει
ο ερωτάς να περνά κρυφά
ανάμεσα στα πλήθη.

Μια πεταλούδα σηκώθηκε
αργά νωχελικά
στη χώρα της λύπης
και ξεχασμένες αισθήσεις
τινάχτηκαν
από το βαθύ τους ύπνο.

Εσύ της ζωής μου τριαντάφυλλο
άσε να δροσιστώ
απ τις δροσοσταλίδες σου
διώξε κάθε σου θλίψη
κι εγώ θα πολεμώ τα σύννεφα
μη κρύψουνε τον ήλιο.

Έκλεψα του κορμιού σου
τα πολύτιμα πετράδια
από τα σμαραγδένια μάτια σου
πήρα χρώμα και ανταύγειες
να στολίσω τους ουρανούς
και φύλαξα κρυφά
τη φλόγα των χειλιών σου
και απ το μελίρρυτο σου στόμα
κράτησα της γεύση του φιλιού

__________________________

ΚΛΕΜΕΝΟ ΑΣΤΕΡΙ

Δεν είναι τίποτα αιώνιο και τιποτα αθάνατο..τα σώματά μας θα χαθούν θα σβήσουν από μας θα μείνη μέχρι της συντελείας των αιώνων αυτό το “σε αγαπώ” που σου ψιθύρισα στις ώρες τις πιο κρυφές. Ν.Ε.

Γύρισα σε κοίταξα
και η πρώτη
ηλιαχτίδα της αυγής
ξεπήδησε από τα μάτια σου
και η καλημέρα
σαν πρωινής αύρας
το γλυκό θρόισμα
ήχησε στ αυτιά μου.

Το βράδυ που πέρασε
άκουσα τη νυχτιά να κλαίει
για ένα άστρο
που έχασε το ταίρι του.

Ρώτησα τα κουρασμένα
μάτια των αστεριών
μα κανένα δε γνώριζε.

Το μυστικό μου.

Εγώ είμαι ο κλέφτης.

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει ,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά , βαθιά στην καρδιά ,
και τ΄ άστρα περνούν
κουρασμένα .

Κάποιο μάγουλο
αγγίζει άλλο μάγουλο
είναι ένα παγωμένο ρίγος
κάποιος παλεύει
σε ικετεύει μόνος
χαμένος μέσα σου
μέσα στον πυρετό σου .

Η νύχτα υποφέρει ,
λαχταρά την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις .

Ω , κλειστό πρόσωπο
σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ’ αστέρια
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
λαχταρά την αυγή γυρεύοντας
το πρόσωπο σου στη σιωπή .

Απλώθηκες κάτω απ’ τη νύχτα
σαν ένας κλειστός ,
πεθαμένος ορίζοντας

Φτωχή καρδιά που τρέμεις ,
κάποτε ήσουν η αυγή .

____________________________

ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Τι είναι αγάπη; Δεν είναι συμπόνοια μήτε καλοσύνη, στη συμπόνοια είναι δύο, αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένα. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ και εσύ αφανίζονται. Ν.Κ.

Αγαπώ θα πει χάνομαι

Πανάρχαιο κοχύλι
που η βουή του με ξεκουφαίνει
λες και με καλεί από κάποιο
κοντινό αστέρι που ξέχασε
να σβήσει το φως
και μάταια αναζητά το ταίρι του
στους απέραντους ουρανούς
της μοναξιάς του.

Κρύφτηκε η αγάπη σε σκοτεινούς
και απόμερους βράχους
της ανυπαρξίας
εκεί που η μαυροθάλασσα
τσακίζει τα πλοία
των αδυνάτων ψυχών
και ο αέρας της νύχτας
πετρώνει τις καρδίες
των λησμονημένων.

Είδα την αυγή τα χέρια σου
να τρέμουν στην παγωμένη βροχή.

Είδα τα δυο κόκκινα μάτια σου
δακρυσμένα να καίνε τα σπλάχνα μου
και τις παλάμες μου φθαρμένες
απ των καιρών την άλμη.

Σε έψαξα στους απέραντους ουρανούς
μέσα σε τρικυμίες της θάλασσας
μέσα σε άχρωμα σκοτεινά δειλινά
και σε απέραντα έναστρα ταξίδια.

Ξημέρωσε και ανοίγοντας
τα ματιά μου σε είδα
να με κοιτάς με λατρεία.

_________________________

ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Τις νύχτες ξεφεύγοντας
της διογκωμένης σημαντικότητας
της ρουτίνας μου
μαζεύω τα φτερά μου
και μετακομίζω
στους γαλαξίες του ονείρου

Αλήθεια πες μου
άκουσες ποτέ τη γαλάζια φωνή
της θάλασσας μύρισες τις πρωινές
φρέσκες ακτίδες του ήλιου

Άφησε λεύτερα τα χέρια σου
και την καρδιά σου, άφησε λεύτερη
Άφησε τα δάχτυλά σου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού μου.

Το πάθος αίμα, φωτιά, φιλιά
με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.

Είναι η καταιγίδα
των αισθήσεών μου
που διπλώνει τον ευαίσθητο
δρυμό των νεύρων μου.

Είναι η σάρκα που φωνάζει
με τις διάπυρες γλώσσες της

Είναι η πυρκαγιά
Και συ είσαι εδώ, γυναίκα
σαν άθικτο εικόνισμα
τώρα που η καμένη
μου ζωή πετάει
προς το γεμάτο με άστρα,
σαν τη νύχτα, σώμα σου

Άφησε λεύτερα τα χέρια σου
και την καρδιά σου, άφησε λεύτερη.

Δεν είναι έρωτας,
είναι επιθυμία
που ξεραίνεται και σβήνει,
είναι καταιγισμός από ορμές,
προσέγγιση του απίθανου.

Αλλά υπάρχεις εσύ,
υπάρχεις εσύ
για να μου δώσεις τα πάντα,
και για να μου δώσεις
αυτό που κατέχεις και ήρθες στη γη
όπως εγώ ήρθα για να σε περιέχω
για να σε επιθυμώ,
για να σε δεχτώ!

_______________________

ΑΝΑΤΟΛΕΣ

Στην ουρά του ήλιου
έθαψα μνήμες παλιές
προσμένοντας
μια καθαρή ανατολή
με δικά μου χρώματα
προσταγή της ψυχής μου.

Σκάλισα στης καρδιάς
το λαβύρινθο
τα σημάδια να μη χαθείς
ξέρω στο δρόμο είσαι
μα εγώ σε βλέπω παντού.

Ανυπόμονα απωθημένα
σκίζουν τις αγέννητες μνήμες
ζητώντας μια θέση στο φως
σαν μια ξεχασμένη σπίθα
που ξεπηδά στο ξέφωτο
και λαμπαδιάζει το δάσος.

Ένα φιλί ένα χαμόγελο
μιας αιωνιότητας αναμονή
και συ ξέρεις ζω εδώ
στο ενδότερο σύμπαν σου
ναυαγός στην απέραντη
θάλασσα των ονείρων.

________________________________

ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη είναι φωτεινή σαν την αυγή και σιωπηλή σαν τον τάφο. Β.Ο.

Με ρώτησες
για την αγάπη.

Αν θέλεις
να νοιώσεις
την αγάπη
θέλει γερά
πόδια
σου απάντησα.

Γιατί οι δρόμοι
και τα μονοπάτια
δεν είναι
ευκολοδιάβατα.

Και όταν
σε προστάξει
μπορεί
τα όνειρά σου
να σκορπίσουν
ξερά γιατί
ο άνεμός της
είναι πολλές
φορές σκληρός
και μαραίνει
τα πάντα.

_____________________

ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι, ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη. Είναι η αγάπη. N.B.

Καραβάνια
των λησμονημένων ψυχών
δραπέτες ενός άλλου Άδη
ταξιδεύουν προς το ιλαρό φως
και ένα νέο θαύμα
από διάτρητους θεούς
ξημερώνει στη γη των ηρώων
μορφές αναλλοίωτες του χρόνου
και γώ σε ψάχνω
στους χωμάτινους ουρανούς.

Καθάρισα τη ψυχή μου
από τη σκουριά
των αμέτρητων στιγμών
εξαγοράζοντας τις ερινύες
μα το τίμημα βαρύ
και η Τροία αντιστέκεται ακόμη.

Και μόνος απέμεινα
στις κοιλότητες του κορμιού σου
να κοιτώ το φεγγάρι του έρωτα
που κλέβει τη σκέψη μου.

________________________

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ – ΜΙΚΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Έκλεισα τα μάτια μου για να σε θωρώ καλύτερα μα και πάλι δεν σε βλέπω είναι και αυτοί οι στίχοι που με μπερδεύουν και χάνομαι στις λέξεις.

Ο χρόνος δίνει ορισμό
στα πάντα μα τίποτα δεν ζει
για πάντα και τίποτα
δεν διαρκεί για πάντα.

Η ζωή μας δεν είναι βαρύ φορτίο
και η πορεία μας μέσα
στη διάρκεια της ζωής
δεν είναι το μόνο μας ταξίδι.

Όπως ένας ποιητής
δεν τραγουδάει
μόνο ένα τραγούδι.

Κοίτα η ζωή πάει
προς τη δύση της,
για να βυθιστεί
στις χρυσαφιές σκιές.

Η αγάπη πρέπει να πιει
οδύνη και να ξαναγεννηθεί
στα ουράνια των δακρύων.

Τρέχουμε να μαζέψουμε
λουλούδια, για να μην τα κόψουν
οι περαστικοί άνεμοι.

Βράζει το αίμα μας
και φωτίζει τα μάτια μας
να κλέψουμε φιλιά
που θα χάνονταν
αν καθυστερούσαμε.

Η ζωή μας και οι πόθοι
μας καραδοκούν,
γιατί ο χρόνος χτυπάει
την καμπάνα του ύστατου
χωρισμού.

Η ομορφιά είναι γλυκιά,
γιατί στροβιλίζεται
στον ίδιο φευγαλέο
ρυθμό με τις ζωές μας.

Η γνώση είναι πολύτιμη
για μας, γιατί ποτέ
δεν θα έχουμε το χρόνο
να την ολοκληρώσουμε.

_________________________

Ο ΒΥΘΟΣ ΣΟΥ

Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου.

Βυθισμένες σιωπές
αναπαύονται στο βυθό
καλυμμένες με πολύχρωμα
άνθη κοραλλιών
και ίσα που δειλά
δύο τρεις ασημένιες ακτίνες
του φεγγαρόφωτου
αντανακλούν
τον πόνο τους στο κύμα.

Ξεχασμένα κουφάρια
από γαλέρες
στο έρεβος των νερών
αναζητούν δικαίωση και
δόξα μιας άλλης εποχής.

Ψιθύρισα στο κύμα
το άδηλο μυστικό μου
προσμένοντας σε
των βυθών ημίθεη
παρουσία για το ταξίδι
στα βυθισμένα όνειρα.

__________________________

ΕΡΩΤΑΣ ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ

Καυτές σταγόνες του έρωτα
βασανίζουν αλύπητα
το κορμί
που στροβιλίζεται
ηδονικά ανήμπορο
να αντισταθεί στο πάθος.

Φθόγγοι βογγητά
και λέξεις ανείπωτες
ήχοι του έρωτα
ιδρώτας δάκρυα
και αίμα της ψυχής
κατάθεση ομολογία
σε ένα αργό ρυθμό.

Xέρια φλογισμένα
σηκώνονται στον ουρανό
ικεσία προσευχή
στο ναό των ερώτων.

Πως να χωρέσει
Αυτό το παραλήρημα
σε ένα ποίημα
και ποιο χαρτί
θ ’αντέξει τη φλόγα
και πως να σώσω
τους στιχους που
γράφτηκαν με αίμα.

Ποιος θεός της αγάπης
μπορεί ν ’αντέξει
τόση αλήθεια.

Ποια μούσα των δασών
φυλάει τη παρθενιά της
σ αυτό το παραλήρημα
του ερωτά μας.

Ζήτησα του βοριά νεροποντή
να σβήσω τη φωτιά
που καίει το κορμί σου
και δυο φτερά αγγέλων
σωριάστηκαν στο χώμα.

___________________________________________

ΕΛΑΙΟΥΡΟΣ ΟΡΓΗ

… κι εσύ κρυμμένη στις καταπακτές του δράματος μα πίστευες και διαλογιζόσουνα το δικό σου φως …

Τα χείλη σου γεύση
από μανιασμένα κύματα
που κτυπούν τους βράχους.

Η ματιά σου κόκκινη
θυμωμένη απ την οργή
που μέσα σου ξεσπά
και πλημμυρίζει
την ύπαρξή σου.

Πάει καιρός που οι αλήθειες
κρύφτηκαν στου ερέβους
τα σκοτάδια
μα ποιος μπορεί
το φως να κρύψει
από τον ηλιάτορα.

Ποια θάλασσα μπορεί
να γαληνέψει
το στοιχειωμένο όνειρο
ποιας πατρίδας χώμα
να δεχτεί μισές αλήθειες.

Αιώνες γύρω σου αλυχτούν
στου κόσμου οι αγρύπνιες
και συ βουλιάζεις
με τις έγνοιες σου
παρατημένη στο βυθό
της ύπαρξής σου.

Αιώνες την αλήθεια ψηλαφείς
να βρεις διέξοδο ένα πέρασμα
να βγεις σ’ έναν εξώστη
ν’ αναπνεύσεις ελεύθερη
του πέλαγου την αύρα.

_____________________________

ΣΚΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ

… ψυχές που ψάχνουν μια στάλα δικαίωση ζητούν των θεών την κατανόηση και μόνη η καρδιά έχει απομείνει αβοήθητη να βολοδέρνει στις μπόρες σαν ακυβέρνητο καράβι που το χτυπούν τα κύματα…

Έκρυψα το ποίημα μου
βαθιά στη κρύπτη της ψυχής
μη και το διαβάσουνε
μάτια σκουριασμένα
και χαθούν τα χρώματα

Λόγια του ποιητή
ξεγυμνωμένα στη βροχή
και στων καιρών τις αντάρες
ωσάν ψυχές
που πάγωσαν τη νύχτα
ζητούν ελπίδα στου Φοίβου
στις πρώτες δειλές ηλιαχτίδες.

Έβγαλα από τη τσέπη μου
σχοινί μη και χαθώ
στους ανάλγητους
λαβυρίνθους των ψυχών
χωρίς το φόβο των τεράτων
φτάνω στην έξοδο
ασθμαίνοντας.

Μουσικές με φθαρμένες νότες
ήχοι από σπασμένο δοξάρι
άηχες κραυγές ζητούν ελεημοσύνη
από μια αρμονία που
δεν βρήκε δικαίωση.

Ξεκίνησα πριν την αυγή
και στο μαντείο σου
υποκλινόμενος στο μεγαλείο
της άδηλης γνώσης
ζήτησα του ιεροφάντη
μια χούφτα ήλιο
να δώσω στα μάτια μου
αιτία και σκοπό.

________________________

ΣΚΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ

… ψυχές που ψάχνουν μια στάλα δικαίωση ζητούν των θεών την κατανόηση και μόνη η καρδιά έχει απομείνει αβοήθητη να βολοδέρνει στις μπόρες σαν ακυβέρνητο καράβι που το χτυπούν τα κύματα…

Έκρυψα το ποίημα μου
βαθιά στη κρύπτη της ψυχής
μη και το διαβάσουνε
μάτια σκουριασμένα
και χαθούν τα χρώματα

Λόγια του ποιητή
ξεγυμνωμένα στη βροχή
και στων καιρών τις αντάρες
ωσάν ψυχές
που πάγωσαν τη νύχτα
ζητούν ελπίδα στου Φοίβου
στις πρώτες δειλές ηλιαχτίδες.

Έβγαλα από τη τσέπη μου
σχοινί μη και χαθώ
στους ανάλγητους
λαβυρίνθους των ψυχών
χωρίς το φόβο των τεράτων
φτάνω στην έξοδο
ασθμαίνοντας.

Μουσικές με φθαρμένες νότες
ήχοι από σπασμένο δοξάρι
άηχες κραυγές ζητούν ελεημοσύνη
από μια αρμονία που
δεν βρήκε δικαίωση.

Ξεκίνησα πριν την αυγή
και στο μαντείο σου
υποκλινόμενος στο μεγαλείο
της άδηλης γνώσης
ζήτησα του ιεροφάντη
μια χούφτα ήλιο
να δώσω στα μάτια μου
αιτία και σκοπό.

___________________________________

ΕΝΘΥΜΟΥ

Θυμάσαι
το πρώτο μας φιλί,
νύχτα μπροστά στο πέλαγο
και σαν μικρό πουλί
που έτρεμε από το φόβο
χώθηκες στην αγκαλιά μου.

Θυμάσαι
τη πρώτη μας νύχτα
τη πρώτη μας φορά
που γύρω οι άγγελοι
δοξολογούσαν
τη πράξη της ψυχής.

Θυμάσαι
τα πόσα όνειρα
από μελίρρυτα λόγια
πλέξαμε κάτω από
τον έναστρο ουρανό.

Θυμάσαι
όταν με φιλούσες
από τα μάγουλά σου
στάζανε σταλαγματιές
τα δάκρυά σου
στο πρόσωπό μου.

Θυμάμαι
ένα δειλινό αυγουστιάτικο
κάτω από το φεγγάρι
που έσκυψα σε φίλησα
και σούδωσα στα χέρια
να κρατάς
το πιο ιερό μου όρκο..

Πως να μη σ αγαπώ

_______________________________

ΕΥΤΥΧΙΑ ή ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Οι άνεμοι στα δέντρα και τα φεγγάρια απλώνονται στα νερά χωρίς να αφήνουν μήτε ίχνος μήτε σκιά και ποιος μπορεί να πιάσει την ηχώ του ανέμου.

Διατηρήσω τη σκέψη
μακριά από τους φόβους
ορθώνοντας το κεφάλι
με όσες δυνάμεις
μου απέμειναν
προσπαθώντας
να τιθασεύσω
τη παράνοια.

Προσπαθώντας
να νικήσω το χρόνο
βρέθηκα αντιμέτωπος
με τον εαυτό μου
και έμαθα να μη πολεμώ πια
μα να καλπάζω μαζί του.

Ζω όπου η γνώση
είναι λεύτερη
όπου ο κόσμος
δεν έχει κομματιαστεί
από τους στενούς
τοίχους των σπιτιών.

Όπου οι λέξεις πηγάζουν
απ’ τα βάθη της αλήθειας

Εκεί όπου ακάματη
η προσπάθεια απλώνει
τα χέρια προς την τελειότητα

Εκεί όπου το καθαρό ρυάκι
της λογικής δεν έχει χάσει
το δρόμο του
στην άγονη έρημο
της νεκρής συνήθειας.

Ευτυχία ίσως
μια ψευδαίσθηση
για να υπάρχουμε

Αλήθεια ή παράνοια …
το Άγιο Δισκοπότηρο
δεν βρέθηκε ποτέ …

_____________________________

ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ

Διασχίζοντας το Ιόνιο
ψάχνω τη μορφή σου
στο πέλαγο
περιμένοντας να φανείς
σαν μια άλλη αναδυόμενη
Αφροδίτη
που απλώνοντας το χέρι
θα με παρασύρεις
στα βάθη σου.

Και γώ μεθυσμένος
από έρωτα
βρίσκομαι
να ονειρεύομαι
σε ένα παραλήρημα
συναισθημάτων
προσμένοντας
το σημάδι σου
να βούτηξω
στα καθάρια νερά σου
αψηφώντας
τα κύματα
των θαλασσών σου

Ποτέ δεν φοβήθηκα
τις άγριες θάλασσες σου
μήτε τα οργισμένα
κύματα σου
μήτε τις αστραπές
και τις λαίλαπες.

Το μόνο που φοβάμαι
μη λησμονήσεις
τον όρκο μας.

__________________________

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΑΠΟΗΧΟΙ

Η ζωή δεν είναι παράγραφος ο θάνατος δεν είναι παρένθεση βούτηξε για όνειρα αλλιώς ένα σύνθημα μπορεί να σε ανατρέψει.

Ο ήχος από το παράτολμο
σμίξιμο του πόθου έσκισε
το μισοφόρι του θανάτου
με τη σονάτα Φαντασία
σε ντο μείζονα του Σούμπερτ
με παρτιτούρες
από την εμμονική εμφάνιση
του Αρλεκίνου και του Πιερότου
σε ένα σουρεαλιστικό
σκηνικό του Πικάσο.

Λένε πως όταν πεθάνει
ένας ποιητής οι στίχοι
θα αρχίσουν θα μαρτυρούνε
τροχίζοντας με οιμωγές
το μοιρολόι ξυπνώντας
πανάρχαια άγρια ένστικτα
στα σώματα των σαρκοβόρων
όπου αρχίζει ένας ξέφρενος
πυρρίχιος και μια πεντοζάλη
αποχαιρετισμός
στο μεγαλείο της μνήμης
και κάποιοι στίχοι γίνονται
τραγούδι ποίημα και έρωτας.

Ω Έρωτα, εσύ που σιωπηλά
χαμογελάς, άκουσέ με.

Άσε τη σκιά της φτερούγας σου
να μ’ ακουμπήσει.

Άφησε την παρουσία σου
να με τυλίξει, σαν το σκοτάδι
να ‘ταν κύκνου πούπουλα.

Άσε με να δω το σκοτάδι αυτό
με τη λάμπα στο χέρι,
τον τόπο αυτό να γίνεται
άλλος τόπος
ο ιερός, του πόθου.

Νυσταγμένε θεέ,
βράδυνε τους τροχούς
της σκέψης μου
για ν’ ακούω μόνο
το χιονένιο σου θρόισμα
σαν με κυκλώνεις.

Κλείσε με μαζί με την
αγαπημένη μου στον κλοιό
καπνό της δύναμής σου,
για να γίνουμε, ο ένας
για τον άλλο,
μορφές φλόγας,
μορφές καπνού,
μορφές σάρκας
πρωτοειδομένοι μες
στο σούρουπο.

_______________________

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΝΥΧΤΕΣ

Ένα φιλί κρατά όσο μια αναπνοή μα η ανάμνηση του διαρκεί όσο χιλιάδες ζωές

Ξημερώνει στην Ανδαλουσία
και το πρώτο φως της ημέρας
με βρίσκει να ατενίζω το βλέμμα μου
προς τα φώτα της πόλης σου.

Απόψε άνοιξα πανιά
διαβαίνοντας τις επτά θάλασσες
των κυμάτων παλεψα την άρνηση
αψηφωντας των καιρών το μένος

Κούρσεψα του έρωτα σου το φιλί
κι απλώθηκα σαν ναυαγός
στην αμμουδιά του κορμιού σου
προσμένοντας σε Ναυσικά
κόρη του βασιλέα.

Κλείνω τα μάτια
και με τα δάκτυλά μου ζωγραφίζω
νοητά το πρόσωπο σου
σε λευκό σύννεφο του νου
κλέβοντας χρώματα από τις
πρωινές ανταύγειες του ηλίου.

Ακόμα στο στόμα μου έχω
τις γεύσεις των χυμών του έρωτα σου
διατηρώντας στη μνήμη μου
τις μυρουδιές των ανθέων
στο κήπο του κορμιού σου.

_________________________________

ΠΡΩΙΝΗ ΑΥΡΑ

Κι ύστερα συννέφιασε ο ουρανός. Και συννεφιασμένος σαν ήταν, άφησε τον καημό να στάξει. Και γεννήθηκαν οι μπόρες και πότισαν τα ξερά αυλάκια της καρδιάς που φάνταζαν απολιθωμένα.

Προσπάθησα πολύ
να θυμηθώ
κάτι από το όνειρο
της τελευταίας φοράς.

Μα είναι η μέρα βροχερή
και η θύμηση
κάνει θολά τα μάτια
και στάζουνε στα μάγουλα
τα δάκρυα της αγάπης.

Έχω την ιδιότητα
να ζω μέσα στα όνειρα
που ποιήματα μοιάζουν.

Μα θυμάμαι ένα
και μοναδικό
που ζωντανό μου έμοιαζε
και αυτό φέρνω
στη θύμηση μου
μήπως έλθει η αυγή
και μου το πάρει.

Άραγε πεθαίνει
ποτέ ένα όνειρο
ή απλά σε οδηγεί
στο κόσμο της λησμονιάς.

Και μόνο του
απαρηγόρητο ζητά
καινούργιους δρόμους
να απλώσει τα φτερά του.

Και πιο είναι εκείνο
το όραμα
που μετουσιώνεται
σε όνειρο
και σε οδηγεί στην δική του
πραγματικότητα.

Και σε καλεί
να το ζήσεις μέσα
από τον προσωπικό
σου μύθο
και να βιώσεις
την αλήθεια του έρωτα.

Μάης ήταν θαρρώ
που μπήκε ο μαίστρος
από τη πόρτα και
το κορμί μου ανατρίχιασε
από τη αύρα του πρωινου

_________________________

ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ

Σε φαντάζομαι καλοκαιρινή, ντυμένη με άνθη του δάσους, τα μαλλιά σου πύρινες φλόγες αυγουστιάτικου δειλινού… σε βλέπω πάντα να γελάς… και το κοριτσίστικο περπάτημα σου, να θολώνει το μυαλό μου…

Αν μ’ αγαπάς
θα μπορείς να διαβάζεις
στα μάτια μου την αλήθεια.

Αν μ’ αγαπάς
μέσα στα γέλια χιλιάδων ανθρώπων
θα μπορείς να ξεχωρίζεις το δικό μου.

Αν μ’ αγαπάς
όταν θα βλέπεις να ατενίζω
το ηλιοβασίλεμα θα κάθεσαι
δίπλα μου σιωπηλά.

Αν μ’ αγαπάς
θα ξέρεις πως όταν μου λείπεις
χάνομαι μέσα στις σκέψεις μου.

Αν μ’ αγαπάς
θα με αφήνεις να μιλώ για σένα
στο κόσμο μου.

Αν μ’ αγαπάς
όταν βλέπεις τα μάτια μου
δακρυσμένα να ξέρεις
είναι γιατί πονάω.

Αν μ’ αγαπάς
θα με αφήνεις να χάνομαι
μέσα στην αγκαλιά σου
τις ευαίσθητες ώρες μου.

Μα να ξέρεις
πως τίποτε απ όλα αυτά
και να μη κάνεις
εγώ θα σ αγαπώ
ως το τέλος του χρόνου μου.

___________________________

ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΟΥ

Είναι ευτυχής ενός ανδρός ο θάνατος όταν πεθαίνει εις την πατρίδα που δεν είναι άλλη πάρα η αγκαλιά της γυναίκας που λάτρεψε…

Νύχτα του Μαγιού προς το τέλος
και ένας πουνέντες του έρωτα
θαρρώ άνοιξε από μόνος του
το παράθυρο και όλες οι αισθήσεις
γίνανε σταγόνες της αγάπης
και βράχηκε το πρόσωπό μου.

Πόσο ήθελα να ήσουν εδώ
Πόσα έχω να σου πω
και άλλα τόσα που
στο λίγο χρόνο που μου
απομένει ίσως να μη προλάβω

Ξέρεις σε ζηλεύω

Πόσες φορές σε ονειρεύομαι
εσύ ένα βότσαλο στην ακρογιαλιά
και γώ ένα ατέλειωτο κύμα
να σε χαϊδεύω απαλά
σαν ρόδο της πρώτης άνοιξης.

Όταν σε βλέπω να έρχεσαι
από μακριά καλπασμό
ατίθασου αλόγου μου μοιάζει
σε ανοιξιάτικο λιβάδι
και όταν πάλι ξεμακραίνεις
παίρνεις μαζί σου το φως
των λαβωμένων αστεριών.

___________________________

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

Σε ένα δειλινό της ψυχής σμίξανε δύο όνειρα χορεύοντας ζεϊμπέκικο στη πίστα των αγγέλων ζήλεψε ακόμη και ο θεός… ζήτησε να χορέψει …

Έπλεξα μια ιστορία
με κόκκινη κλώστη
στην ανέμη του πόνου
νάχω να σου διαβάζω τις νύχτες
που γέρνεις στο μαξιλάρι σου.

Σε βρήκα σε μια γωνία
της σκέψης μου
σε δωμάτιο κρυφό
του είναι μου κάτω από
το αμυδρό φως του κεριού
να γράφεις στον ξαχνισμένο
πάπυρο τον μύθο σου.

Πλανόδιες σκέψεις
εικόνες του ποτέ βγαλμένες
λες από κάποιο
ξεχασμένο παραμύθι
λέξεις που δεν ακούστηκαν.

Μορφές αλλοτινών χρόνων
πλημμύρισαν τις λίμνες
του μυαλού μου.

Μα η μορφή σου
θολωμένη θύμηση
της λησμονιάς φιγούρα
ψάχνοντας το αποτύπωμα σου
μέσα στης καρδιάς μου
τα χαλάσματα.

Παιδικά γέλια και φωνές
κιτρινισμένες γειτονιές
ανθρώπων που η λήθη
άφησε στο έλεος της ιστορίας.

Η μοίρα μου έταξε δικαίωση….

______________________________

ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Είναι καλύτερο να είσαι μόνος και να γνωρίζεις το χειρότερο παρά να είσαι ευτυχισμένος στον παράδεισο των ηλιθίων…

Αρμενίζοντας στις θάλασσες
της ασήμαντης υπαρξης μου,
φέρω στο φως αναμνήσεις
των χρόνων, που η λήθη
ξέβρασε σε ξεχασμένες ακτές,
ως έρμαια των κυμάτων,
σμιλευμένες από τις αγκαλιές
των βράχων σου.

Μαρμαρωμένα χαμόγελα
της πρωινής ομίχλης,
σέρνω την μορφή σου
έξω από τους καθρέπτες
των ειδώλων, απαλύνοντας
τις άμορφες σκέψεις μου,
από της μνήμης τη φθορά.

Μακριά από τα δεδομένα
περιθώρια ζωής και θανάτου,
ανακαλύπτω την θεϊκή φλόγα
μέσα από των ερώτων
τα αδάμαστα πάθη
απαλλαγμένος από τις μετριότητες
του παραλόγου ανακάλυψα
το άγιο δισκοπότηρο σε κάποια
απόκρυφη κοιλότητα του κορμιού σου.

___________________________

ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Νύχτα των μυστικών δείπνων
άδειες ματιές του πουθενά
προσμονή κι ελπίδα.

Άηχες κραυγές
στη μέση του χρόνου
σημαδεύουν
μια άδεια κλεψύδρα.

Χαροπαλεύουν μνήμες
σε σκουριασμένες σκιές
και τρομαγμένες οι σκέψεις
σβήνουν τα χαραγμένα
σημάδια στη στάχτη
των προσδοκιών τους.

Θαλασσόβρεχτο πανί
τεθλασμένων οριζόντων
αρχέγονες πορείες
σε ατέρμονες διαδρομές
και στο τέλος του δρόμου
ο θάνατος καρτερά
τη συναίνεση του ρήματος.

Τι προσμένει ο γέρο Λαέρτης στο Ρείθρο αγναντεύοντας το πέλαγο..

_________________________

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ

Τα λόγια σου ηχούσαν
σαν πρωινή καμπάνα
της πασχαλιάς
σαν το κελάηδημα
του πρωινού σπίνου
και σαν το πρώτο
φτερούγισμα
του πρωτόβγαλτου
απ τη φωλιά περιστεριού.

Συ αγαπημένη
που στα χέρια σου
κρατάς τις ουράνιες
μουσικές νότες
και από τα δάκτυλά σου
έχουν γραφτεί
τα ομορφότερα λόγια
του έρωτα
δώσε μου νερό
απ της πηγής σου
το αθάνατο

Διώξε τα σύννεφα
που μου κρύβουν
την αλήθεια του ήλιου
και παραμέρισε
τα κύματα να περάσω
στην όχθη σου.

Ω ψυχή του ερωτά μου
που κρατάς στα χέρια
σου χαρές και λύπες
εσύ που τη θλίψη
μετατρέπεις σε ευτυχία

Άπλωσε τα χέρια σου
και σπείρε
τους καρπούς μας
στα απέραντα λιβάδια
της αγάπης
δώσε την πνοή
στον άνεμο και
στη πρωινή αύρα
να πλημμυρίσει
τα στήθη μου από την
ευωδιά του ερωτά σου.

___________________________

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Αν μπορούσα να φτάσω και να κρατήσω ένα αστέρι κάθε φορά που με έκανες να γελώ, θα κρατούσα όλο τον ουρανό της νύχτας στην παλάμη του χεριού μου

Υπνοβάτης
στο δικό σου όνειρο
της νύχτας δραπέτης
σκιές μιας άλλης
σιωπής με λέξεις
ανείπωτες σε ψάχνω
στους απέραντους
δρόμους της λήθης.

Ζω μέσα στο κύμα
που σκάει στο βράχο σου
κραυγή το άγγιγμά μου
γραφή η αλμύρα μου
στο λάγνο κορμί σου
και συ μιλάς στο γλάρο
που κλέβει το χρόνο σου.

Αργοπόρησα
και φοβάμαι μη χάσω
την ώρα που λούζεσαι
στη λίμνη των αστεριών
να δροσιστώ
των μαλλιών σου
το τίναγμα, σταγόνες
θείας μετάληψης
στο πρόσωπό μου.

Απόψε θα κοιμηθώ
αγκαλιά με τα φύκια
σε ασάλευτα νερά
να σε ονειρευτώ
απ την αρχή μήπως
και το κύμα
ξεβράσει το πόθο μου
στην απόκρυφη
σπηλιά του ερωτά σου.

____________________

ΠΡΩΙΝΑ TΑΞΙΔΙΑ

Ήθελα να προλάβω την αυγή πριν τα μάτια σου αντικρύσουν το φως να σε πλημυρίσω από το φως του ερωτά μου. Μα με πρόλαβε το παράπονο σου.

Μέσα μου το πάθος
σιγοκαίει τα σωθικά
και είναι η φωτιά αυτή
που κρατά ζωντανό
το σύμπαν μου.

Ολη τη νύχτα ταξίδευα
στους ουρανούς πάνω
σε ένα λευκό χαρτί
και προσπαθούσα
από κάθε αστέρι
να κλέψω ένα λουλούδι
και μια λέξη.

Μα ξέρεις ξεχάστηκα
και στο πρώτο φως της αυγής
το φύλο άρπαξε ο μπάτης
και μόνος απέμεινα
με μια αγκαλιά λέξεις
προσπαθώντας να συνθέσω
τη πιο όμορφη μελωδία
από έρωτα κι αγάπη.

Άγονα χρόνια πέρασαν
και τη ψυχή μου κράτησα
αλώβητη περνώντας
μέσα από τις φθορές του χρόνου
προσμένοντας την άνοιξη
μέσα από το χαμόγελό σου.

Ξέρεις όλα μου τα χρόνια
πολεμώντας τα τέρατα
της λησμονιάς άντεξα.

Σήμερα άνοιξα τα φτερά μου
και πέταξα για την μοναδική
πατρίδα μου για το
πιο όμορφο ταξίδι του νόστου…
την αγκαλιά σου…

________________________

ΦΕΓΓΑΡΟΠΕΤΡΕΣ

Πήρα να σε ζωγραφίσω
την ώρα που κοιμόσουν
και στη θέση των ματιών σου
έβαλα δυο φεγγαρόπετρες.

Σωπάσαν οι άγγελοι
και αρχίσαν να αφουγκράζονται
το κλάμα της αβύσσου
χάθηκαν τα σκοτάδια
και οι κίτρινη βροχή
των ματιών μου χύθηκε
πολύτιμη σαν αίμα
στα άγια χώματα σου.

Ποιος με έμαθε να κλαίω

Κοίταξα ψηλά στους ουρανούς
ψάχνοντας το δισκοπότηρο
του φέγγους της νύχτας
και οι ασημένιες χορδές του
πλεξούδα έγιναν
στα κόκκινα μαλλιά σου.

Έσυρα τα μάτια μου στη θάλασσα
των ονείρων μου και άρχισα
να εξομολογούμαι στο κύμα.

Σωπάσαν οι άνεμοι
κρύφτηκαν οι λέξεις
και τα θαλασσοπούλια
σταμάτησαν το χορό των ερώτων
και μόνες στη μέση της νυχτιάς
λίγες πυγολαμπίδες έμειναν
να φωτίζουν τις αλήθειες.

_________________________

ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Όσο κι αν οι σκέψεις διαβρώνουν τις ψυχές το μόνο που παραμένει άφθαρτο στου χρόνου τη ροή είναι η αγάπη και οι αληθινοί έρωτες….

Προσμένοντάς σε τη νύχτα
ψάχνω της μοναξιάς το κωδικό
να σπάσω προσπαθώντας
να μην αυθυποβάλλομαι
σε διάτρητες σκέψεις.

Απόψε πολεμώ να υποτάξω
τη ψυχή που αναζητά τις άδοξες
αλήθειες του πηλού και έτσι πατώ
στο ναρκοπέδιο ενός αμφίβολου
χρόνου διαιρούμενος ως οντότητα
στα νοητά ημισφαίρια του μυαλού.

Μη μπορώντας να συγκρατήσω
το ορμούμενο εκφράζομαι μέσα
από άτυπους συνειρμούς της νύχτας
προσμένοντας το πρώτο φως
της αλήθειας πριν την αυγή.

Ανασύρω μέσα από τα σκοτάδια
προσωπικά πάθη της λησμονιάς
σημάδια από τη φθορά των
άδοξων μαχών μου προσπαθώ
να ισορροπήσω τις ατέρμονες
στροφές του είναι μου.

Σε είδα να κοιμάσαι και γύρω απ το προσκέφαλό σου τις Μούσες και τον Ορφέα να παίζει τη λύρα του να σε γλυκονανουρίζει… έσκυψα και φίλησα τα μυρωδάτα σου μαλλιά….

__________________________

ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ

Μια γλυκιά αίσθηση,
ένα χάδι αγγελικό
και μια θάλασσα
από όμορφα συναισθήματα,
με έκανε να ανοίξω
τα μάτια μου.

Ήσουν εσύ,
που σκυμμένη επάνω
μου με φύλαγες γλυκά
και τρυφερά στο πρόσωπο.
Πήρες το χέρι μου στο δικό σου,
μου φίλησες τα δάκτυλα
και με φωνή ψιθυριστή
μου ζήτησες ένα φιλί
και μου είπες να γράψω,
κάτι για τις στιγμές αυτές
του υπέροχου πρωινού.

Μα πως μπορεί
ένα χέρι να περιγράψει
το χάδι σε ένα χαρτί
και πως μπορεί να ζωγραφίσει,
τα χιλιάδες χρώματα της στιγμής,
σε μια παλέτα.
Γι αυτό άπλωσα τα χέρια μου,
σε αγκάλιασα και χώθηκα,
μέσα στα μάτια σου,
να αντικρύσω
τον υπέροχο κόσμο σου

Ένας κήπος με σπαρμένα
χιλιάδες ρόδα,
όλων των χρωμάτων
και παίρνοντάς με από το χέρι
με ξενάγησες,
στους διαδρόμους της ψυχής σου.

Όλοι οι δρόμοι σου φωτεινοί
και ο καθένας είχε μια επιγραφή
με χαραγμένο το όνομά μου
και γώ μες στο ονείρεμά μου
ζήτησα κρυφά του Μορφέα
να μη με αφήσει να ξυπνήσω
από το όνειρο.

________________________

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Οι δρόμοι που ξεχάσαμε να βαδίσουμε τα μονοπάτια που ποτέ δε είδαμε οι μέρες που μας προσπέρασαν χωρίς να αντιληφθούμε την αιτία της συνύπαρξης ακόμη και με τα πιο απλά πρόσωπα και πράγματα που θεωρούσαμε ασήμαντα.

Ένα χέρι κρατούσε το δικό μου
τις ώρες που χανόμουν
μέσα στο ονείρεμα

Τετάρτη βράδι θαρρώ
ξαπλωμένος στη παραλία
της θάλασσας σου,
προσμένοντας
τις κόρες του Νηρέα
να στήσουνε χορό της γιορτής.

Ένα τρεχαντήρι
με κατεβασμένα πανιά
προσπαθούσε να δέσει κάβο
στο διπλανό λιμάνι
και οι φωνές των ανδρών
μου κλέψανε τον ύπνο.

Ένα φεγγάρι δειλό στη γέμιση
ίσα που φώτιζε τα βήματά μας
στο μονοπάτι της επιστροφής.

Σκονισμένες εικόνες του μυαλού
προσπαθούν να ξεπηδήσουν
από το λήθαργο της ανυπαρξίας
προβάλλοντας θύμισες
του παρελθόντος.

Κάποιες ισχνές σκιές προσπαθούν
να ενωθούν μάταια με τη παρουσία μου
στο χώρο της συνειδητότητας
προσπαθώντας
να αποκτήσουν υπόσταση.

Και γώ στη γέφυρα προστάζω
τους συντρόφους να ανοίξουμε πανιά
να κερδίσουμε τις χαμένες ώρες
που φύγανε κάνοντας δέηση
στον Αίολο για ούριο άνεμο.

Ψάχνοντας στου μυαλού
τις μνήμες θυμήθηκα
πως μέσα από τα πιο απλά
και ασήμαντα ένοιωσα
τη γεύση της γνώσης
της αγάπης,του έρωτα…

_______________________

ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Άργησες να ξυπνήσεις
και γώ μπροστά
στο παραθυρόφυλλα
της ψυχής σου
προσπαθούσα
να εκμαιεύσω
τους συλλογισμούς
τους ύπνου σου.

Το χαμόγελό σου
και μια χούφτα
από τα μαλλιά σου
αναμεσά στα χείλη σου
πρωινή έμπνευση
να ζωγραφίσω
τη δική μου
ωραία κοιμωμένη.

Έσκυψα και βύθισα
το πρόσωπό μου
στα ξέπλεκα μαλλιά σου
της άνοιξης
μύρο πρωινό
σε πέλαγο
βρισκόμενος μέσα
στο βυθό σου
χόρευα με τα κύματα
και με τα φύκια
περιμένοντας
τη πρώτη καλημέρα
στο πρώτο σου φιλί

_____________________

Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

Να λες την αλήθεια στους μερικούς ανθρώπους είναι το ίδιο σαν να κατευθύνεις της ακτίνες του φωτός στη φωλιά της κουκουβάγιας: το φως θα ενοχλήσει τα μάτια τους και θα βγάζουν της κραυγές τους.

Σου είπα
βγες από το πήλινο
καύκαλό σου
δεν είναι η ουσία σου
έτσι σε μάθανε αυτοί
που δεν γνωρίσαν
της ιστορίας
τις αλήθειες.

Μην τους ακούς

Δυο σταλαγματιές
στο χώμα
από το χρυσόγονο
αίμα σου
σου φτάνει να γεμίσει
του κόσμου τα βιβλία

μην τους ακούς

Βράζουν μέσα σου
οι θάλασσες σου
και τρικυμίες γένονται
οι αλήθειες σου
που ποτέ δεν
κιότεψες να δεις.

Μην τους ακούς

Ψάξε τη ψυχή σου
στο βράχο που κτυπιέται
από τα αγριεμένα νερά
του ποταμού σου.

Μην τους ακούς

Βγες στο φως
και καλημέρισε
τον δικό σου ήλιο
και τις νύχτες σου
αγκάλιασε τα αστέρια
και μίλα στο δικό σου
και ίσως γνωρίσεις
την ουσία σου.

Μην τους ακούς.

Από φως έγινες,
το φως σε έστειλε,
στο φως θα καταλήξεις…

_____________________

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου. Μην ξεχαστείς. Τ’ ακούς; Να ‘ρθείς.

Η αγάπη είναι ένα όνειρο.

Γεννιέται μ’ ένα βλέμμα,
ζει μ’ ένα χαμόγελο,
πεθαίνει μ’ ένα ψέμα

Νύχτα γλυκιά
στείλε το μήνυμα
στους ουρανούς
εκεί που κάποιο χέρι
οδηγεί το πεπρωμένο

Βαδίζω σταθερά
στα μονοπάτια των ερώτων
που γώ επέλεξα
πολεμώντας τις μοίρες

Συνοδοιπόρος μου
η μεγάλη φλόγα
που καίει τα σωθικά μου.

Και σύ άγιε έρωτα
δώσε πίσω
το χρώμα της αγάπης
στη μοναξιά

Ξημέρωσε ακόμη μια
ημέρα χώρια σου
και ακούω
της θάλασσας σου
τα κύματα φωνάζουν
το όνομά μου.

____________________________

ΚΛΕΜΕΝΟ ΑΣΤΕΡΙ

Εγώ για την αγάπη γράφω και τραγουδώ τον έρωτα όλες μου τις ώρες. Αλήθεια πως θα ήταν η ζωή μας χωρίς δυο μάτια που κοιτάς να βλέπεις να δακρύζουν κι όταν μιλάς για έρωτα οι αγκαλιές ν’ ανθίζουν … πως … Γ.Μ.Λ.

Μου ζήτησες
μια γωνία
στον ώμο μου
να ακουμπάς
το κεφάλι σου
απόψε
που αστράφτει
και φοβάσαι
τους καιρούς.

Ναι είμαι εδώ
σου είπα
μη σκιάζεσαι.

Σε πήρε
ο ύπνος
και είδα
το χαμόγελο σου
θυμούμενος
τα λόγια σου
πως είμαι
το λιμάνι σου.

Όταν κοιμήθηκες
σήκωσα
τα χέρια μου
στον ουρανό
και έκλεψα
ένα αστέρι
να σου το δέσω
στα μαλλιά
να βλέπω το
πρόσωπό σου
τις αφέγγαρες
νύχτες.

____________________________

ΦΛΑΜΕΝΚΟ

Έγραψα λίγες λέξεις
για σένα στο χαρτί
και έκανα σκίτσο
το πρόσωπό σου
έκλεισα τα μάτια μου
και με τη σκέψη
άρχισα το πέταγμά μου.

Σε βρήκα άγγελέ μου
που με περίμενες
στην όχθη
του γουαδαλκιβίρ
κάτω από τ ’αστέρια.

Το φως της σελήνης
έλουζε τα μαλλιά σου
ασημόχρωμη
γλυκιά παρουσία
και το είδωλό σου
καθρέπτιζε στα ήσυχα
νερά σαν
νεραΐδα της νύχτας.

Κρατώντας
απαλά το χέρι σου
πέταξα μαζί σου
στο κάστρο
της Ανδαλουσιάς
και χόρεψα μαζί σου
στους ήχους
της τσιγγάνικης κιθάρας
το αγαπημένο σου
φλαμένκο.

_____________________

ΠΡΩΙΝΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τι να θυμηθώ… Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.

Κάθε δάκρυ του θεού
είναι ένας άνθρωπος ,
κάθε ανθρώπινο δάκρυ
είναι ένα ακατέργαστο
διαμάντι που όποιος
το προκάλεσε είναι
γιατί δεν μπόρεσε να δει.

Η πιο γλυκιά καλημέρα
είναι αυτή που μου είπανε
τα μάτια σου όταν
στη φωνή μου η φωνή σου
σώπασε και τα χείλη σου
έγιναν αλμυρά ….

Πόσο σ αγαπώ όταν νιώθω
τα δάκρυα της αγάπης μας
να καίνε το πρόσωπό μου..

___________________

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ

Απόψε θα ήθελα
να με χαϊδεύεις
και τα δάκτυλά σου
να γράψουν
την πιο όμορφη ιστορία
στα μαλλιά μου.

Θα ήθελα να σταθείς
μόνη σου γυμνή
μπροστά στο καθρέπτη σου
και μέσα του
να ψάχνεις
το εκλιπών είδωλό μου.

Σήμερα η μοναξιά
έχει μια
παράξενη μυρωδιά
σαν από φρέσκο
νοτισμένο χώμα
και η αύρα
του δειλινου
μου φέρνει
τόσες θύμησες
και τόσες
απροσδιόριστες
μελαγχολίες.

Ψάχνω λέξεις
να σου στείλω
μα πως να χωρέσει
τόσο έρωτας
στους ουρανούς
και πως μπορεί
ο γραίγος να αντέξει
τόση αλήθεια.

Και έτσι μονάχος
περπατώ στα σκοτεινά
σοκάκια του μυαλού μου
σιγοτραγουδώντας
εκείνο το αγαπημένο
σου τραγούδι
την όμορφη πόλη
μήπως σε κάποιο
μπαλκόνι της ψυχής μου
ακούσεις και
τραγουδήσεις μαζί μου..

_____________________

ΤΟ ΤΖΑΜΙ

Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει μια αχτίδα του ήλιου στην ψυχή σου

Σου γράφω
στο τζάμι
με τα χνώτα μου
και τα δάκτυλά μου,
τα λόγια
που δεν πρόλαβα
τη νύχτα
και η πρωινή αύρα
χαϊδεύει
το κορμί μου.

Νόμιζα
πως είσαι εσύ
μα σε βλέπω
από τις γρίλιες
που κοιμάσαι
αγάπη μου
και ίσως ο ήλιος
να πάρει μαζί του
τις λέξεις μου
πριν ξυπνήσεις
ζωή μου.

_____________________

ΟΝΕΙΡΕΜΑΤΑ

Γλυκέ Έρωτα, που είσαι ο πιο ωραίος από τους αθάνατους θεούς, που κάνεις να κόβονται τα πόδια, και που σε ανθρώπους και θεούς αιχμαλωτίζεις το νου και τη θέληση.

Έσκαψα βαθύ λάκκο
στο στήθος μου
νάχω να πίνω
όταν τα
πρωτοβρόχια
των ματιών σου
θα στάζουν καυτά
και θάλασσες
θα γίνουν
να αρμενίζεις
στα πέλαγα
της ψυχής μου.

Η νύχτα
η φεγγαρόφωτη
ω αστροφεγγιά
των ματιών μου
μας οδηγούν
στις δικές
μας στεριές
που έκανα το τάμα
όπου η δική μας
ανατολή έχει
δικό της ήλιο.

Ξέρεις
τα πιο ωραία
όνειρα τα έκτισα
τις ώρες που δίπλα
μου κοιμόσουν
και με τα δάκτυλα μου
ταίριαζα μια προς μια
τις λέξεις που ψέλλιζες
στο παραμιλητό σου.

__________________

ΟΙ ΘΥΜΗΣΕΣ

Η απουσία μειώνει τα μέτρια πάθη και αυξάνει τα μεγάλα, όπως ο άνεμος σβήνει τα κεριά και φουντώνει τις πυρκαγιές

Θυμάμαι
στις ανατολές της ψυχής μου
όταν πιασμένοι από το χέρι
με σεργιάνιζες στις απόκρυφες
θάλασσες σου.

Θυμάμαι
αισθανόμουν σαν ταξιδευτής
στα ανεξερεύνητα μονοπάτια
και στα πέλαγα της υπαρξης σου.

Θυμάμαι
ακόμη στο πρώτο μας φιλί
που φανερώθηκαν μπροστά μας
όλα τα μυστικά των ουρανών.

Θυμάμαι
εκείνη τη κίτρινη βροχή
που έτρεχε από τα μάτια σου
σε κάθε αποχαιρετισμό
και έλεγες πως είναι
απ τη σκόνη.

Μα είναι αυτός
ο ίδιος ο έρωτάς
που κρατά
τα πνεύματα ενωμένα.

Είναι ο ίδιος ο έρωτας
που τις ατέλειωτες νύχτες μου
με έκανε και ξαγρυπνούσα
στο προσκέφαλό σου τις ώρες
του γαλήνιου ύπνου σου.

Είναι ο έρωτας…

___________________________

ΚΛΕΦΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Δεν είναι που σ αγαπώ ή όχι
Είναι που
Μου αρέσει όταν τις νύχτες θωρώ
τα φώτα του αέναου πόθου σου
και γλιστρώ κάτω
από τα σεντόνια σου απαλά
ως κλέφτης και αρπάζω
τα πολύτιμα στολίδια
του κορμιού σου.

Μου αρέσει όταν εσύ απλώνεσαι
στη θάλασσα του έρωτα
σαν Ισπανική γαλέρα
και γώ λαθρεπιβάτης
μιας άδολης αγάπης γέρνω
παθιασμένος στο κατάστρωμα σου.

Κι όταν αποκαμωμένος
από τ αλαργινά ταξίδια
στο κορμί σου πριν κλείσω
τα μάτια μου στο όνειρο
μιλώ να μη με πάρει
σε μέρη που εσύ δεν είσαι.

Ξέρεις όταν μυρίζω
τα χιλιάδες αρώματα του κορμιού σου
κλείνω τα ματιά μου και νομίζω
πως βρίσκομαι στους κρεμαστούς
κήπους της Βαγδάτης.

Έχω μάθει να ξεχωρίζω
όλες τις μυρουδιές σου
και πάντα καταλήγω μεθυσμένος
από το θεσπέσιο άρωμα
του έρωτα σου.

Όταν ακούω τους άναρθρους ήχους σου
στις στιγμές της έκστασης σου
νομίζω πως χιλιάδες
περιπλέουσες νότες στους ουρανούς
ψάχνουν τον μουσουργό
να συνθέσει τα ομορφότερα
πρελούδια αγάπης που ποτέ
δεν ακούστηκαν παρά μόνο
από εμένα.

Ξέρεις αγάπη μου
δεν σε θεωρώ κτήμα μου μα..
εγώ γνωρίζω τη γη του κορμιού σου
και είμαι ο καλλιεργητής
των καρπών της αγάπης μας.

Εγώ φυτεύω τους κρίνους
και τις αζέλιες στα απέραντα
λιβάδια της ψυχής σου.

Εγώ θέλω να είμαι
η πρώτη καλημέρα σου
πριν ακόμη σου μιλήσει ο ήλιος.

_____________________

ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Όταν οι γλώσσες των ανθρώπων θα πάψουν να επαινούν και οι πένες θα γράφουν τις αλήθειες …. τότε οι ερωτες θ ανθίσουν στις ψυχές μας….

Αρθρώνω λόγια απόρρητα
όταν ο πόθος μου φτάνει
στο αποκορύφωμα,.

όταν η τρέλα της έλλειψης
δημιουργεί εκρήξεις
στα σωθικά μου.

Βγαίνω από το περίβλημα
ψάχνοντας στους
φλεγόμενους γαλαξίες σου
να αντικρύσω τη λάβα
των ματιών σου.

Σε μια θάλασσα που βρυχάται
από τα κύματα του αδάμαστου
έρωτα ταξιδεύω τις έναστρες
νύχτες που κοιμάσαι
κοιτώντας τις φωτιές
που με καλούν
στο παραλήρημα ενός
φλογισμένου πάθους.

Γίνε κορμί
που καίει το σώμα μου
Γίνε η θάλασσα
που σβήνει τη φωτιά μου
Γίνε η πηγή
να σβήσω τη διψά μου

…..Θυμάμαι εκείνο το αυγουστιάτικο δειλινό που σαν σε πρωτοείδα πέταξα τα φτερά μου στο πέλαγο και του έταξα …

____________________

ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ

Οι αληθινές αγάπες και οι έρωτες γεννιούνται και τρέφονται τις αφέγγαρες νύχτες …μα είναι που το φως της ημέρας επισφραγίζει την ύπαρξή τους.

Πως μπορεί να κρύψω
από το φως
την υπέρτατη ομορφιά
το απέραντο των αισθήσεων
και το θαυμασμό που νοιώθω.

Μπορώ να σε δω και ας
είμαστε δυο θάλασσες μακριά.

Μπορώ να δω τα μάτια σου
στα σύννεφα της βροχής.

Μπορώ να γευθώ την άλμη
από τα δάκρυα σου την ώρα
που οι κλαίνε οι ουρανοί
μπορώ ακόμη ν ακούσω
τους κτύπους της καρδιάς σου
την ώρα που αστράφτει.

Μπορώ τα μονοπάτια
και τους αρχαίους
δρόμους σου να βρω
να κοιτάξω μέχρι
τις Συρακούσες
μπροστά στην εκκλησία
του Αγίου Σαλβατόρε κι
εδώ στο έρημο
αρχαίο ξωκλήσι
θα ζω με τις σκιές στα
μονοπάτια των θεών
που χάραξαν την άλλη ιστορία.

Γράφω πάνω στη πέτρα μου
δική μου ιστορία.

Μπορώ να ακούσω
τη βροχή να τραγουδά
που μουσικές ουράνιες αγγέλων
νυκτωδίες μοιάζουν
που μόνο όσοι αγαπούν
ακούνε τη φωνή της.

Ελα πριν με προλάβει
η ανατολή τους παφλασμούς
των κυμάτων θα αποφύγω
οι μνήμες μου κουράστηκαν
και θάφτηκαν στην άμμο.

Κάποια κοχύλια τις βραδιές
μ ολόγιομο φεγγάρι
ίσως σου ψιθυρίσουνε
κομμάτια ιστορίας
για μιας αγάπης όνειρα
του χρόνου φυλαγμένα.

Και όταν τους στίχους θυμηθείς
που εσύ τους έχεις γράψει
εγώ τραγούδια έκανα
τα όμορφα τα λόγια
και ο διαβάτης που περνά
ίσως μπορεί να κούσει
εδώ θα πει πως κρύφτηκε
μια αληθινή αγάπη.

______________________

ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Γαλέρες κατάρτια
λευκά πανιά
σε στιχομυθία
με τους καιρούς
των θαλασσών
και των γλάρων.

Βιβλιόδετη τρέλα
κι ο άνεμος αυστηρός
αφηγητής της γνώσης.

Σελίδες των κυμάτων
οι γραμματοσειρές
με τα υγρά νοήματα
διαβρωμένες λέξεις.

Τον έρωτα να γράψω
στις τρικυμίες του νου
και πριν προφτάσω τη
σελίδα των συμπληγάδων
τσάκισε η πένα μου
στην απόκοσμη
κραυγή της μοναξιάς.

Φτωχύνανε οι μνήμες
από το φως της λήθης
και συ γέρο Λαέρτη
προσμένεις την επιστροφή
των τσακισμένων καραβιών
μακριά απ την Ιθάκη.

Στο βάθος του ορίζοντα
μαύρο και λευκό πανί
άλικης εποχής η επωδός
των μύθων των πελάγων
στα τάρταρα
η στους ουρανούς
να μάθω την αλήθεια.

___________________________

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑ

Θάλασσά μου

Δε βρήκα λουλούδι να μυρίζει
καλύτερα από το άρωμα σου
μήτε των αστεριών τη λάμψη
στερήθηκαν τα μάτια μου.

Της σκέψης μου η πρωινή αύρα
μπερδεύεται με τα κύματα
των στοχασμών σου
και ο απόηχος είναι
η φωνή του έρωτα μου.

Σε είδα να μαραίνεσαι
και η θλίψη σου φωτιά
στη καρδιά μου
και ζήτησα τ αθάνατο νερό
να δροσίσω τις ρίζες σου.

Άνοιξα τα χέρια μου
να σε αγκαλιάσω
θάλασσα μου

Ήπια από την άλμη σου
και δρόσισα το ηλιοκαμένο
κορμί μου

Βούτηξα την ύπαρξή μου
αφημένος στο γαλάζιο σου
ως τα τρίσβαθα
παίζοντας με το κύμα σου.

Και ύστερα θυμήθηκα πως είμαι
παιδί ακόμη.

______________

ΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ

Μας παρασέρνει
στο διάβα του
ο αποψινός μπάτης
και ακολουθούμε
τη μοίρα του ανέμου
χωρίς να νοιαζόμαστε
για την επιστροφή

Έτσι κι αλλιώς τα ίχνη
σβήστηκαν από τα χρόνια
και μόνοι απομείναμε
εκεί στη γραμμή
των οριζόντων.

Ψάχνουμε για τα πανιά
από κάποιο ψηλό κατάρτι
μήπως και βγούμε
από την τρικυμία
του κόσμου.

Μέσα στις σιωπές
μέσα στη θάλασσα
ακούω τη φωνή
που παίζει κρυφτό
με τις μνήμες
και με τις θύμισες.

Άραγε ποιες αισθήσεις
συνωμοτούν
με τη σιωπή σου
ποια κύματα
θα σε αρπάξουν
από τη κουπαστή.

Είναι στενό το πέρασμα
φοβούνται και οι θεοί μου
της Κίρκης και της Χάρυβδης
το όνειρο να κρύψω.

Και λέω μήπως να αφεθώ
στη πυρκαγιά του ήλιου
και ανοιχτά του πέλαγου
να ξομολογηθώ
τα λάθητα των χρόνων μου
στο κύμα να ξεπλύνω.

______________________

ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΜΙΣΙΣΙΠΗ

Η μέρα έδυσε και οι ψυχές κουλουριάζονται στα άβουλα παγωμένα σώματα προσπαθώντας να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα πριν ο τρόμος της μοναξιάς τις κυριεύσει τη νύχτα.
Οι καρδιές ψάχνουν να βρουν του ρυθμούς μιας τζαζ του 50 στα υπόγεια κλαμπ της Λουϊζιάνα.
Περπατώντας μονάχος στις όχθες του Μισισιπή ακούω το σφύριγμα του ατμού των ποταμόπλοιων της αναχώρησης για Νέα Ορλεάνη και ένας αέρας ανακατεμένος από βούρκο και ιδρώτα των αχθοφόρων.

Περπατώ
σε υγρά μονοπάτια
υφαίνοντας τα άσκοπα
πάτερ υμών της νύκτας
ασκούμενος προσκυνητής
μιας άδειας λατρείας.

Προσδοκώ τις αλήθειες
μιας χλωμής βεβαιότητας
σε αναπάντητα λόγια
και ατέρμονες πορείες
στο ακατέργαστο φως.

Ακούγοντας τις ανάσες
των ιδρωμένων κορμιών
στα σκοτεινά δρομάκια
του βρώμικου λιμανιού
την ισοπέδωση των αξίων
ενός βρώμικου πόθου
σε φθαρμένες σάρκες.

Ψάχνοντας την ουσία
της γεννημένης απαρχής
ανακαλύπτω
την αθώα προέλευση
μου σε αόριστους νόμους
ενός δεδομένου ποιητή
ουρανού και γης.

Ξημερώνει και αντικρύζοντας
τα απομεινάρια του κρανίου
ενός θλιβερού φεγγαριού
αμφισβητώ το φως
της δεδομένης αλήθειας
γνωρίζοντας τις απόκρυφες
πτυχές της ιστορία μου.

Τέλος ανασύροντας τις αλήθειες
μέσα στις δαιδαλώδεις στοές
του νοητού λαβύρινθου
αποκαλύπτω την ένδοξη
καταγωγή μου αναθεωρώντας
προκατασκευασμένες θεωρίες
ενός φθαρμένου Δαρβίνου.

_____________________

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ

Και σήμερα δεν είσαι εδώ. Και σήμερα χωρίς το άλλο μισό του κόσμου η μέρα κύλισε. <<Οδυσσέας Ελύτης>>.

Τελικά τι είναι ευτυχία,
για τον άνθρωπο που έχει
κάνει ειρήνη με τον εαυτό του.

Όταν το πόδι του πατάει
μόνο εκεί
που προορίζεται γι αυτόν.

Γι’ αυτόν η γνώση
του εαυτού του
είναι όριο και δικαίωμα.

Γι’ αυτόν η γνώση
του ονόματός του
είναι σημάδι εσαεί.

Τώρα όμως κραυγάζει
το αίμα,
που ποτέ
δεν το ηρέμησα
με καλεί σε καράβια,
που ποτέ δεν πλοήγησα.

Ξέρω, ξέρω, ο θάνατος
κρύβεται στην ζωή.

Έλα να μείνεις
στην λοξή, σκοτεινή
σοφίτα της καρδιάς μου,
και οι μακρινοί τοίχοι
θα γίνουν δωμάτιο.

Έλα και βούλιαξε
στα πολύχρωμα βάθη
του ύπνου μου,
που νιώθει δέος
για την απότομη
πλαγιά του κόσμου μας.

Έλα και πέτα
στις μακρινές,
συνεστραμμένες
επιθυμίες μου,
ώστε η φωτιά να γίνει
λαμπερή φλόγα.

Στάσου και μείνε.

Περίμενε,
ο ερχομός να συμβεί.

________________________

ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟ ΦΙΛΙ

Ακολουθώντας το γλάρο του Ελύτη και διασχίζοντας τη πληγωμένη πατρίδα του Σεφέρη ψάχνοντας το ωραίον στους στιχους του Ρίτσου γνωρίζω πλέον πως στην Ιθάκη του Καβάφη θα με καρτεράς.

Ίσως όταν
ξαναγεννηθείς
κάποια άλλη φορά
χωρίς να γνωρίζεις
αν υπάρχω
μη φοβηθείς

Ίσως είμαι
εκείνο τ αστέρι
που τις νύχτες
σ ακολουθεί.

Ίσως ο γλάρος
των ταξιδιών σου
και η φωνή
ενός παιδιού

Ίσως

Κι αν δεν με βρεις
κάπου εκεί μέσα
στη ψυχή σου
θα βρίσκομαι
με ένα φύλο χαρτί
και μια πένα
ατενίζοντας
τους ουρανούς σου
να γράφω στιχους.

Μα σαν θα έλθει
ο Αύγουστος
Θα ξαναγεννηθώ
έτσι ορίζει η μοίρα μου.

Θα βρίσκομαι εκεί
στο πρώτο φιλί
στη πρώτη ματιά.

Ξέρεις
δε σβήνεται και
δε ξεχνά η αγάπη…

_____________________

ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΛΑΣΜΑ

Μυστικά περάσματα
που μόνο αηδόνια
διαβαίνουν μέσα
από πουπουλένια όνειρα
και τις σκιές του ερέβους.

Κρυμμένα αγριολούλουδα
του βράχου λόγια
παλιά κρατούν
ανείπωτες ιστορίες
χειμωνιάτικες ροές ανέμου

Τούτη τη γη
ποιος τη κρατά
και ποιος τηνε βλογάει
ορδές ανθρώπων
διάβηκαν χιλιάδες χρόνια
πριν την έλευση σου.

Φωτιές που καίγανε
των Βησιγότθων
ίσαμε το τέλος του χρόνου
ανούσια κατορθώματα
των σταυροφόρων
για ένα μονάχα σύμβολο.

Και πως ξεπλένεις την ιστορία
που σου φθείρει το μυαλό
πως θα μπορούσες
να ξεχωρίσεις τη πλάνη
από την αλήθεια.

Σε ένα φεγγάρι ολόγιομο
που σαν σε λυπηθεί
να ξέρεις να ρωτήσεις
της σφίγγας
το αρχαίο μυστικό
που δύσκολα
θα ακούσεις
πριν πεθάνεις

_____________________

ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

Στη μέση της ψυχής μου,
στο μέρος της σιωπής
άκουσα λυγμούς
από αγγέλων κλάμα
και κάποια μαργαριτάρια
να πέφτουν στο χώμα.

Καθώς ο ύμνος
απλώνονταν
μέσα στο είναι μου
που ευωδίαζε την ύπαρξή μου
και ολάκερη τη πλάση
είδα στο τρούλο σου
γραμμένο το όνομά μου

Μια μαγεία το τραγούδι
των ουρανών
κομμένες ανάσες
και παγωμένες στιγμές
μήπως και διαταραχτεί
η μελωδία.

Και μού μεινε το ερώτημα
αν τα μαργαριτάρια
από αγγέλων δάκρυα
είναι φτιαγμένα
και πέφτουνε απ τον ουρανό
σαν οι ψυχές πονάνε.

Σου ζήτησα θυμάμαι
μερικές σταγόνες δάκρυα
να πλύνω το πρόσωπό μου,
κι ένα φιλί σου ζήτησα
να πάρω την αλμύρα…

________________________

ΝΥΧΤΟΛΟΥΛΟΥΔΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

..για σένα πού έφερες την άνοιξη και έδιωξες το χειμώνα από τη καρδιά μου..

Απόψε γιόρταζε
το νυχτούλουδο
βουβό μονάχο
στην άκρη του κήπου μας
και μήτε το φεγγάρι
μήτε και τ αστέρια
και τα νυχτοπούλια
δεν πρόβαλαν
να μοιραστούν τη χαρά
και μόνη έμεινε
η ευωδιά της απόγνωσης
να ψάχνει εραστή
στην απλωσιά της νύχτας.

Απόψε τα χρώματα απλωμένα
στη παλέτα του έρωτα
ροδίσανε το πέλαγο
και μια γοργόνα
έμεινε στο βράχο της
να καρτερά το λόγο
της ύπαρξης
και η αγωνία της
έγινε τρικυμία
έγινε κραυγή απόγνωσης.

Ένα φτερούγισμα
της Αλκυόνης
έσπασε την μονοτονία
των ήχων της σιωπής.

Μια αύρα του
θαλασσινού καιρού
έβγαλε από τη λήθη
τις αθώες ψυχές
που βιάστηκαν
να κρυφτούν .

Ποιος γράφει τις νότες
από το θρήνο της θάλασσας.

_________________

ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

Μέσα στο δικό σου φως μαθαίνω να αγαπώ. Μέσα στην ομορφιά σου, μαθαίνω να γράφω ποιήματα. Χορεύεις μέσα στο στήθος μου, εκεί που κανείς δεν σε βλέπει παρά μόνο μερικές φορές εγώ, και τότε αυτό το θέαμα γίνεται τέχνη.

Τη νύχτα δεν βλέπεις
τα χρώματα μου
είναι το σκοτάδι
των ματιών σου
που τα πνίγει.

Βουβές παραστάσεις
άναρθρες λέξεις φωτιές
εγώ πρωταγωνιστής
στο θέατρο μου.

Σου μήνυσα με λόγια
στοιβαγμένα σε πάπυρο
θέατρο μονόπρακτο
του δικού μου παραλόγου
βροχή σταγόνες
των τυφλών
συναισθημάτων.

Ποιος ποιητής
θα σε τραγουδήσει απόψε
ποιος ζωγράφος
θα γράψει τους στίχους
σου στη άμμο
πριν το κύμα
σβήσει τις μνήμες σου

Νόμιζες θα χαθώ
μες το λαβύρινθο σου.

Σύντροφος πιστός
η Αριάδνη
κι ένας Μινώταυρος
μεθυσμένος σε
ένα πάρκο
έμεινε μόνος του
να κλαίει για τις θυσίες
των δώδεκα παρθένων.

Ανάμνηση κλάμα
κι απωθημένο
και συ στο πιο
βρεγμένο βράχο σου
σε ένα αρχιπέλαγος
προσμένεις
του Ελύτη το καράβι..

___________________

ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΜΥΡΤΩ ΜΟΥ

Έσκυψα στη λίμνη
σου να δω…
και το χρυσόψαρο
με ρώτησε..
θα βρέξει, γιατί
το νερό στερεύει..
και τότε έκλαψα.

Τα δάκρυα μου
γέμισαν τη λίμνη.

Ένα χελιδόνι
έκανε κύκλους
με φωνή τρεμάμενη
κι ένα φτερούγισμα
ραγισμένο.

Υστέρα κάθισα
στη πέτρα σου,
να καρτερώ
τον ερχομό σου.

Μέσα από το δάσος
με τις λεύκες
ως θεία παρουσία,
μουσική σου έπρεπε
των αρχαγγέλων.

Χαμήλωσα τα μάτια.

Ποιος είμαι εγώ
που θα αντέξω
σε αυτή την οπτασία.

Μια ηλιαχτίδα
του πρώτου ήλιου
χάιδεψε
τα μαλλιά μου..

Σε είχα ονειρευτεί.

 

Ο μόνος μετατροποιός κι αλχημιστής που μεταμορφώνει τα πάντα σε χρυσό είναι ο έρωτας. Η μόνη μαγική δύναμη ενάντια στο θάνατο, γεράματα, ρουτίνα, είναι ο έρωτας.

Έψαχνα πετράδι να σου βρω
στο χρώμα που σ` αρέσει
του αμέθυστου το βιολετί
του ζαφειριού γαλάζιο
μα όμως από εσένανε
κανένα δεν θυμίζει
κανένα δεν είν όμορφο
σαν τα δικά σου μάτια..

Πέρασαν νύχτες
των φωτεινών φεγγαριών
νύχτες της αστραπής
και των αστεριών
μέρες που τα κορμί μου έλιωνε
από του ήλιου τη φωτιά
μα τίποτε δεν μπορούσε
να με σταματήσει.

Έψαχνα να βρω
το χρώμα σου
ήθελα να γράψω
τους στίχους
των τραγουδιών
της ερήμου
ήθελα να χορέψω εκεί
που σκάει το κύμα σου.

Ένα πρωί τ Αυγούστου
ήθελα να χαθώ
μέσα στο πέλαγό σου
ήθελα να ήμουν
ξεχασμένος ναυαγός
στο νησί της καρδιά σου
άσε με να πετώ
στο δικό σου σύννεφο.

ακούς… εκεί θέλω

—————————-

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

Άνοιξη και η νύχτα
ερχόμενη
αποχαιρετούσε τον ήλιο,
καθώς το δείλι
χάριζε χιλιάδες χρώματα
και οι αέρηδες πήραν μπροστά
να πολεμήσουν τα φύλα
που με ελπίδα άρχισαν
να ξεπροβάλουν δειλά.

Καθισμένος σε ένα
παγκάκι στο πάρκο
κρατώντας ένα βιβλίο
στο χέρι μου
άρχισα να ταξιδεύω
μέσα από τις σελίδες

Κάθε παράγραφος
έμοιαζε με κύμα
κάθε σελίδα
ένα πέλαγο αταξίδευτο
και το βιβλίο μια γαλέρα
που σε πηγαίνει
σε τόπους απάτητους
και αλαργινούς.

Μια ξαφνικής
μπόρας η αστραπή
τρόμαξε τον ανυποψίαστο
κοκκινολαίμη
που τράβηξε
τιτιβίζοντας να κρυφτεί

Ένα ζευγάρι ερωτευμένο
άρχισε να τρέχει
και γώ κρατώντας
το βιβλίο αγκαλιά
άρχισα να περπατώ
αμέριμνα αναπολώντας
τις περσυνές καλοκαιρινές
ημέρες και την τρυφεράδα
της αυγουστιάτικης νύχτας.

Έτσι άρχισα
να συμβιβάζομαι
με την μελαγχολία
του δειλινού
και την μοναξιά μου.

Τελικά είναι η ελπίδα
που φωλιάζει
μέσα στις ψυχές μας
σιγοτραγουδώντας
μια μονωδία χωρίς λέξεις
που ποτέ δε σταματά.

Μη μπορώντας αλλιώς
έκαμα τη νύχτα φίλη…

——————————–

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΡΩΙΝΕΣ

Μπορούμε εύκολα να συγχωρήσουμε ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι, η αληθινή τραγωδία της ζωής όμως είναι όταν οι ενήλικοι φοβούνται το φως

Και ως απάντηση στο αιώνιο
ερώτημα του Σαίξπηρ
θεωρώ την ερώτηση
ως έκφραση ηττοπάθειας
και υποταγής.

Σε μια μοίρα αδιάλλακτη
οπού οι συμπαντικοί νόμοι
παραμερίζονται
δίνοντας χώρο
σε κατώτερες άτροπούς
σκέψεων και συναισθημάτων.

Ποιος είναι ο ποθητός
στόχος της ζωής
όταν παραμερίζεις
το λόγο ύπαρξης σου
γιατί το να μη ζεις
δεν σημαίνει δεν υπάρχεις
αγνοώντας το θείο έργο
όπου στο δικό σου μονόπρακτο
είσαι πρωταγωνιστής
και σκηνοθέτης.

Αυτό που παρατείνει
κάθε άρνηση για τον αγώνα
είναι καθαρά ο φόβος
και ο δισταγμός.

Για να μπορείς να υφίστασαι
ως μονάδα στο σύνολο
θα πρέπει να δέχεσαι
ως αρετή την ταπείνωση
ως μάθημα το ψεύδος
και τη χλεύη του αχρείου
πάνω στο ενάρετο
και στο ιδανικό.

Θέλει δύναμη η ζωή
και σθένος η παρουσία
και η γεύση της καθημερινότητας
μέσα από τη πορεία
στα άγνωστα μονοπάτια

Και στο τέλος ας μη βγεις νικητής
η γνώση είναι το ζητούμενο.

———————————–

ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΣΟΥ

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανακαλύψει νέους ωκεανούς αν δεν έχει το θάρρος να απομακρυνθεί από την ακτή.

Να στέκεσαι εκεί μπροστά της,
ακίνητος αγέρωχος κι αληθινός
στα μάτια να κοιτάζεις
και η θάλασσα ψέματα δεν έχει.

Μα αν την αγνοήσεις
θα είσαι ο χαμένος.

Μάζεψε τα θλιβερά φτερά
της η μαυροθάλασσα
και μήνησα του Νηρέα
από τα βάθη του
να κάνει κράτει μήπως
και βρω τα πάθη μου
που αποβραδίς έριξα στο κύμα.

Τάμα στο φουρτουνιασμένο
πέλαγο θυσία στο Ποσειδώνα
μήπως και λυτρωθώ.

Κατέβηκα εκεί στα βάραθρα
του ωκεανού
που το φως τρεμάμενο
δημιουργεί σκιές
στα σκοτεινά φαράγγια
εικόνες αποκάλυψης
μα την μορφή σου δεν είδα.

Αποκαμωμένος
από την αναζήτηση σου
ρώτησα την Αμφιτρίτη
και μου αποκρίθηκε
πως σε έκλεψε ο Μιθριδάτης
στη Σινώπη στον Εύξεινο πόντο.

Κράτησα το μυστικό
και άδραξα σπαθί
από δαμασκηνό ατσάλι
και κίνησα κόντρα
στου Ποσειδώνα τους καιρούς
και τις ορδές του ανέμου
αψηφώντας τις θάλασσας το μένος.

Έδωσα όρκο στους θεούς
πριν ο ήλιος προσκυνήσει τη νυχτιά
και το φεγγάρι ξελογιάσει
τους πόθους μου
να σέβρω στους πέτρινους
δρόμους της αγοράς.

Εκεί που πρώτη φορά
σε είδα με τα πλούσια
κόκκινα μαλλιά
να ανεμίζουνε θαρρώ
ωσάν της Περσεφόνης
κι ακόμη πιο ωραία
να λάμπεις κάτω
από το γαλάζιο του ουρανού.

———————————-

ΣΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΤΟ ΦΤΕΡΟ

Που να χωρέσει η καρδιά μου
μόνο στο στήθος σου.

Και τα φτερά μου σου δίνω
για να πετάς ελεύθερη
και όσα έχεις
στη ψυχή σου φυλαγμένα
από το στόμα μου θα ειπωθούν.

Εσύ με το χαμόγελο σου στέλνεις
τη δροσιά του πρωινού
στα αγριολούλουδα της ερήμου
να απαλύνουν τη φωτιά μου.

Εδώ σε αγαπάω
στα σκοτεινόχρωμα πεύκα
που χτενίζει τα μαλλιά σου ο άνεμος
και φωσφορίζει η σελήνη πάνω
στ’ αλήτικα νερά της θάλασσας.

Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,
αποπέμποντας η μια την άλλη
τα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.

Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ’ το δίσκο του ήλιου
που βασιλεύει
εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο
και πάνω, στα ύψη, αστέρια.

Εδώ σ αγαπάω
Εδώ πού σκίζει ο άνεμος το κύμα ..

——————————-

ΑΟΡΑΤΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ ΚΑΙ ΜΥΣΤΙΚΑ

«Η αγάπη είναι το τώρα, το παρόν. Όταν αγαπάς, δεν πρόκειται να ακολουθήσεις κανέναν. Η αγάπη δεν υπακούει»

Τα απαγορευμένα
κείμενα μη τα φανερώνεις
γιατί η χρήση θα βλάψει
τους αδαείς.

Δεν είμαι από εδώ
μη με ρωτάτε απλά ήλθα
να κλέψω τα χρώματα
και τις μουσικές σας.

Μου λείπουν κάποιες νότες
για να συνθέσω το σονέτο
για τους ουρανούς
κι έτσι έγραψα
ένα μαγικό βιβλίο
και το έκανα αόρατο.

Ζητώ από ένα αρχαίο θεό
να με εξιλεώσει
από τα ατοπήματα μου.

Είπα κάποτε
ένα μεγάλο όχι
στην αρχή της οικουμένης
που είναι η αρχή
στο πέρασμα της ζωής
και του θανάτου
και είναι η αρχή του
ασυνείδητου.

Έτσι απόμακρος
από κάθε αρχή ζούσα
ανάμεσα στο τραύμα
της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα
της καθημερινής αθανασίας.

Έμαθα να δρω ως αόρατος
ανάμεσα σε πλασματικά
ορατούς ανθρώπους
όπου το βλέμμα τους ποτέ
δεν συνάντησε την αλήθεια μου.

Έχω δει ανατολές βαμμένες
από τα χρώματα του ήλιου
και ανατολές σκουριασμένες
από την άλμη της θάλασσας.

Έχω κτίσει βωμούς
και ναούς
στο όνομα κάποιου
εκλιπόντος θεού
και ανθρώπου μήπως και βρω
τον παράδεισο που μου τάξανε.

Και δω ως ονειροπόλος
διαβάτης κάθισα
κάτω από το δέντρο σου
και διαβάζω τα ιερογλυφικά
της βροχής που συνθέτουν
τους ανείπωτους στίχους
ενός αρχαίου έρωτα.

——————————-

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Από κάθε ανθρώπινο είδος βγαίνει ένα φως απευθείας για τον παράδεισο. Και όταν δύο ψυχές που είναι προορισμένες να είναι μαζί, βρίσκουν η μία την άλλη, οι αχτίδες φωτός ξεχύνονται μαζί, και ένα και μοναδικό εκτυφλωτικό φως προβάλλει από ένα και μόνο σώμα.

Δρόμοι ανατολικοί
χαμένων οριζόντων
φωνές κραυγές
του απείρου φόβος.

Μιας πεταλούδας ιαχή
σε σολ ματζόρε
ανάταση ψυχής
για τους γενναίους.

Χεριά μεστά
τις άνοιξες κρατούν
εν μέσω
φοβερών χειμώνων.

Κόπηκαν της σιωπής
τα δάκτυλα
και δεν μετράω ημέρες.

Κάποιος άνεμος
κλέφτης των ψυχών
την ασημόφεγγη
ομορφιά σου
σε ξένους
ουρανούς φωτίζει.

Τους δρόμους
της αλήθειας ψάχνω
σε φρυκτωρίες
των κρυμμένων αστεριών
σε υγρές πανσελήνους
ώσπου η άβυσσος
να γίνει έρωτας
να γίνει αλήθεια
να γίνει φως.

___________________________

ΜΩΒ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αυτός ο ουρανός που ξημερώνει είναι θλιμμένος δεν είναι δικός μου. Εγώ δεν έχω ουρανό μια θάλασσα έχω κρυμμένη μες τα μάτια σου…και όταν με σκεπάζουν τα κύματα σου, η αγάπη μας είναι ο ουρανός.

Με ποίημα… ναι
μόνο έτσι μπορώ να σου πω.
Πως
προσπαθώ με ψευδαισθήσεις
της αδύναμης φύσης
να ξεδιπλώσω το πάπυρο
της ψυχής, ελευθερώνοντας
τις δυνάμεις του λόγου
κουμπώνοντας τις λέξεις
στις χαραμάδες της υπαρξης

Κάθομαι και βάφω τα όνειρά
στις αποχρώσεις του μωβ.

Λόγια που δεν ξεθυμαίνουν
λέξεις που δεν ξεθωριάζουν
στίχοι που ματώνουν
σαν της άνοιξης
το λευκό τριαντάφυλλο.

Σε πιο αστέρι θυμάσαι
σου είπα το πρώτο σ αγαπώ.

Εκεί που έσταξε το πρώτο δάκρυ
μια ανεμώνη χόρεψε
τη σονάτα του έρωτα
ρυθμικό παραλήρημα
πέταγμα ευδαιμονίας
μουσική από το φύσημα
μιας ανοιξιάτικης πρωινής αύρας.

ναι
μόνο έτσι μπορώ να σου πω…

———————————

ΜΑΚΡΥΝΟ ΟΡΑΜΑ

Ξέρεις ότι είσαι ερωτευμένος όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς επειδή πραγματικά είναι πολύ καλύτερο από ό,τι ονειρευόσουν

Εσύ που μου ζήτησες να γράψω
δίνοντας μου μερικές λέξεις
για να σου κάνω ένα στίχο…

Αυτός ο στίχος που έχεις ζητήσει
ας έρθει καταπάνω σου
σαν απεσταλμένος
κάποιας ανάμνησης
αναποδογυρισμένης
πάνω απ’ τα χώματα μιας λήθης…

Για να σου αφήσει,
υπονοούμενο, στο αυτί
την πιο μυστική του αγωνία,
όταν στις νύχτες σου ανήσυχη,
από τις αναμνήσεις, ενδεχομένως,
θα διαβάζεις μια έστω φορά
του ποιητή τις στροφές.

Εγώ, ζω με το πάθος εκείνου
του μακρινού οράματος,
που έχω φυλάξει
σαν ιερή υπόσχεση,
γέρος πλέον στην καρδιά.

Και ξέρω μες στην
πικρή μου εμμονή
πως το κουρασμένο μου κεφάλι,
απ’ την φυλακή
της ονειροπόλησης αυτής
θα πέσει, σύντομα,
ελευθερωμένο.

Όταν αφεθώ στον ύστατο ύπνο
πάνω στο τελευταίο μαξιλάρι.

———————————-

Κάποιες στιγμές μου..
εδώ κοντά μου σε θέλω
να σε αγγίζω να ψάχνω
και να χάνομαι
στα μάτια σου.

Να βλέπω τις φτερούγες σου
να ανοίγουν
για το δικό μας ταξίδι
στη χώρα του πουθενά
που μόνο εμείς ξέρουμε.

Σου φύλαξα
δυο σταγόνες αγάπης ,
δυο σταγόνες του έρωτα
και δυο δάκρυα
απ των ματιών μου.

Σε πήρα φοβισμένη
στα μονοπάτια
της ψυχής μου.

Σου έδωσα το φως
των ματιών μου
να μη χαθείς
στους απέραντους
διαδρόμους.

Σου έστρωσα να κοιμηθείς
στο στήθος μου
εκεί που σου αρέσει.

Μου είπες ποτέ
δε θα σ αφήσω.

Και έμεινες εδώ.

Ταξίδι στο ίδιο όνειρο……

—————————–

ΠΡΩΙΝΟ ΟΝΕΙΡΕΜΑ

Μια γλυκιά αίσθηση,
ένα χάδι αγγελικό
και μια θάλασσα
από όμορφα συναισθήματα,
με έκαναν να ανοίξω τα μάτια μου.

Ήσουν εσύ,
που σκυμμένη επάνω μου
με κοιτούσες τρυφερά.

Πήρες το χέρι μου στο δικό σου,
μου φίλησες τα δάκτυλα
και με φωνή ψιθυριστή
μου ζήτησες ένα φιλί
και μου είπες να γράψω.

Μα πως μπορεί
ένα χέρι να περιγράψει
το χάδι σε ένα χαρτί
και πως μπορεί να ζωγραφίσει,
τα χιλιάδες χρώματα της στιγμής,
σε μια παλέτα.

Γι αυτό άπλωσα τα χέρια μου,
σε αγκάλιασα και χώθηκα,
μέσα στα μάτια σου,
να αντικρύσω
τον υπέροχο κόσμο σου.

Ένας κήπος με σπαρμένα
ρόδα, όλων των χρωμάτων
και παίρνοντάς με από το χέρι
με ξενάγησες, στους διαδρόμους
της ψυχής σου.

Όλοι οι δρόμοι σου φωτεινοί
και ο καθένας είχε μια επιγραφή
με χαραγμένο το όνομά μου.

Και γώ μες στο ονείρεμά μου
ζήτησα κρυφά του Μορφέα
να μη με αφήσει να ξυπνήσω
από το όνειρο.

________________________

 

ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΘΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Σκύβω στα λόγια
και συ αιωρούμενος από σχοινί
ακουμπάς το βράχο
θεία η μουσική σου.

Σπασμένες χορδές
σπαθί το δοξάρι
μιλάς με τις νότες
κι εγώ ταξιδεύω.

Μέσα μου ζει η κραυγή
τη λένε ανάμνηση
κάθε βράδυ αναζητά το όνειρο
που έφερε καταιγίδα

Κι ο πόθος
ασελγώ μέσα του
λατρεμένος βιασμός
τάμα στην αμαρτία.

Πατώ στην άμοιρη γη
με υγρή ευλάβεια
πεθαμένοι ικέτες
μνήμες των αθανάτων

_____________________

 

ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗ ΦΙΛΙ

Πως να ξεχάσω εκείνο
το φιλί που σούταξα .

Σου έδωσα τις
πιο όμορφες ερωτικές
λέξεις στα χέρια σου
και συ τις σμίλεψες
τις ύφανες σε στίχους
και τις ακούμπησες απαλά
στο στήθος μου.

Πήρα τους στιχους σου
και έγραψα τραγούδι.

Ένα ζεϊμπέκικο απτάλικο
ξεσήκωσε το θυμικό μου
και χάθηκα μέσα
στις ατέρμονες στροφές μου.

Πως να ξεχάσω εκείνο
το φιλί που σούταξα.

Θυμάσαι που στο πρώτο
κάλεσμά σου
κίνησα ουρανό και γη
και ήλθα στα νερά σου
κοντά σου να βρεθώ.

Πως να ξεχάσω εκείνο
το φιλί που σούταξα.

Πόσες φορές κλάψαμε κι δύο
μάρτυς μου το φεγγάρι
στο κάστρο της Ανδαλουσιάς
που σούδωσα τους όρκους.

Πως να ξεχάσω εκείνο
το φιλί που σούταξα.

_________________

 

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΤ ΑΣΤΕΡΙΑ

Οι ψυχές που είναι καταδικασμένες να ζήσουν πολλά χρόνια μοναξιάς δεν έχουν δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτή τη γη.

Θαυμάζοντας την υπέρτατη ομορφιά
δεν μπορώ να εσωτερικεύσω
την αλήθεια του θαύματος
και προσπαθώ να φανταστώ
πως θα ήμουν χωρίς εσένα.

Κάτω από τον έναστρο ουρανό
Στις συστάδες των κέδρων
το νερό στο ποτάμι σιγοτραγουδά
ένα σκοπό της λύπης όχι για εμάς
μα για το χρόνο που κυλά στο νερό.

Στις απέραντες νύχτες
την απόσταση σκέπτομαι
που μας χωρίζει κι ένα φεγγάρι
που αργά χάνεται στο δικό του δρόμο
παίρνοντας μαζί του τη θλίψη.

Και γώ στου κόσμου τον αργαλειό
κεντώ τα όνειρά μου
κοιτώντας τις καθάριες ώρες
που λικνίζουν τα φώτα
στη δύση πίσω από στεριές.

___________________

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Ἡ Ἰθάκη σ᾿ ἔδωσε τ᾿ ὡραῖο ταξίδι. Χωρὶς αὐτὴν δὲν θἄβγαινες στὸν δρόμο. Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.
Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρῇς, ἡ Ἰθάκη δὲν σὲ γέλασε. Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πείρα, ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες ᾑ Ἰθάκες τί σημαίνουν. Κ.Κ

Καιροί δύναμης
Απύθμενες θάλασσες
γοργοτάξιδες γαλέρες.

Κυκλώπων και Λαιστρυγόνων
κορμιά σπαρμένα στο πέλαγο
λευκό πανί αρμενίζει στα ιστία.

Δέηση κάνω στους θεούς
το μήνυμα η όστρια να φέρει.

Της Κίρκης τους πόθους
νίκησα αδάμαστο κορμί μου
πίστη σε μίαν αγάπη
πιο πέρα απ τις Ιθάκες σας.

Των Σειρήνων κραυγές αψήφησα,
δεμένος στα κατάρτια
του Ποσειδώνα και του Φόρκυνα
νίκησα των κυμάτων.

__________________

 

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ

Δεν έχει νύχτες
η θάλασσά μου
χιλιάδες κοχύλια
σου τραγουδάνε με φως
και τα κουπιά του Διόνυσου
γενήκανε δελφίνια
που σέρνουν τους αέρηδες
μακριά των πειρατών
της Τύρου τα καράβια.

Δελφικοί χρησμοί
με βάλανε στα χνάρια
λησμονημένων θεών
και στη βορρά τ ανέμου
τους ίσκιους των εκλιπόντων
αιώνια να αναζητώ μέσα
από καπνούς και στάχτες
άγραφης ιστορίας.

Τα υγρά μονοπάτια
πήρα νωρίς τ Αχέροντα
αψηφώντας
τους ημίθεους θνητούς
του Μένιππου τα κουπιά
έκαμα πανοπλία
των άχαρων καιρών
νάχω το σθένος μόνος
να πολεμήσω.

Βρέθηκα να περπατώ
σε ξένους ουρανούς
σε λερωμένες στράτες
με ένα σπαθί στο χέρι μου
κι ένα σπασμένο δόρυ
λάφυρο μιας άλλης εποχής
απ των Κενταύρων μάχης.

_______________

ΙΣΩΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΩ

Δεν ξέρω να σου πω
γιατί σ` αγαπώ.

Ισως γιατί από το θλιμμένο
βλέμμα σου βλέπω
ένα νέο ήλιο να ανατέλλει
και να φωτίζει τα πιο σκοτεινά
δώματα της ψυχής μου.

Ισως γιατί όταν μου μιλάς
δεν ακούγονται λέξεις
αλλά συγχορδίες από χιλιάδες
μουσικά όργανα και νομίζω
πως ακούω αγγέλους
να συνοδεύουν τη πιο όμορφη
ερωτική μουσική συμφωνία.

Ισως γιατί όταν τα χείλη μου
ακουμπούν τα δικά σου
όλα τα αρώματα
από χιλιάδες κήπους
ξεχύνονται στο χώρο
και νοιώθω τη μεθυστική
αύρα τους να με λούζει
από το παραλήρημα.

Ξέρω πως όταν σε κοιταζω
βλέπω τον εαυτό μου
και μέσα στα μάτια σου πλέω
σε απέραντες νοητές θάλασσες
σε απύθμενους ουρανούς.

Δεν ξέρω να σου πω
γιατί σε αγαπώ.

Ισως γιατι…

___________________

ΤΑΞΙΔΕΥΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΑΝΤΗ

Διασχίζοντας τους δρόμους, πάντα συναντώ τα ίχνη των άλλων. Κι όμως, ο καθένας μόνος περπατά.

Βαδίζοντας σε υγρά μονοπάτια
κρατώντας το άγιο δισκοπότηρο
ακολουθώ τα ίχνη σου κι ας βρέχει
και είναι τα δάκρυα θεών
μα εγώ θα συνεχίσω

σκόρπια λευκά αγάλματα
σπαρμένα στο δρόμο
αίγλη άλικης εποχής
διάτρητες εικόνες σύγχυσης
μα εγώ θα συνεχίσω

ναοί ανύπαρκτων θεών
σημαδεμένοι παράδεισοι
δρόμοι της κόλασης
κάποιοι κουρασμένοι άγγελοι
στην άκρη του δρόμου
μα εγώ θα συνεχίσω

Άδειες λησμονημένες πατρίδες
των πεπραγμένων συνέπεια
εκθρονισμένοι βασιλιάδες
σε χάρτινα παλάτια
μα εγώ θα συνεχίσω

στα μακρινά ταξίδια μου
ανάμεσα σε άλογα πλήθη
σε νεκρικές μελαγχολίες
αγιασμένων χωμάτων
τη θύμηση προσκύνησα
μα εγώ θα συνεχίσω

————————-

ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΝΟΤΕΣ

Όταν σε γνώρισα
ήσουν μια γλυκιά παρουσία
βυθισμένη στους θορύβους
ενός αγέλαστου κόσμου.

Σήμερα ανοίγοντας
τα παραθυρόφυλλά σου
βλέπω το γέλιο σου
και την ευτυχία
να ξεχειλίζει από
τα φυλλοκάρδια σου.

Είναι αυτό το τραγούδι σου
που έχει εύθυμο σκοπό
μα δεν ακούω τα λόγια
και ίσως οι λέξεις σου να είναι
μεγάλες για τα ακούσματα μου.

Σε θυμάμαι όταν μικρή έτρεχες
ανέμελα στα λιβάδια σου
και μάζευες τις ανεμώνες
και μου πλεκες στεφάνι
τις πρωτομαγιές.

Και γώ σε αποκαλούσα μπαλαρίνα
για τους στριφτούς χορούς σου
που τα κόκκινα μαλλιά σου
μοιάζανε σαν τη φωτιά
που ξεχύνεται με ορμή στον αέρα.

Κοίταξα στη μεριά του ήλιου
και είδα την άνοιξη να μου χαμογελά
Είναι που οι αγάπες αναθεωρούν
και γίνονται πιο δυνατές.
Είναι που εσύ είσαι η αγάπη…

———————–

ΠΟΘΟΣ ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ

Υπάρχουν δύο τραγωδίες στη ζωή. Η μία είναι όταν δεν εκπληρώνονται οι επιθυμίες μας και η άλλη όταν εκπληρώνονται.

Αγνός πόθος αναμάρτητος
καθολικός εκ της ψυχής
εκπορευόμενος, ατίθασος
ελεύθερος αλάθητος.

Όταν το αργασμένο κορμί
άπληστα αναζητά
της ηδονής τα δώρα
σκάβει βαθύτερα
στης απαρχές της ψυχής
κατακτητής κουρσάρος
λεηλατώντας τα λάφυρα.

Ζωή έρωτας θάνατος
αχόρταγο κορμί
της θείας ηδονής
στον ιερό ναό του πόθου

Η νύχτα απλώνει τα χέρια της
να δράξει τη ψυχή
μα η ορμή των ποταμών σου
και η ομίχλη των ματιών
σου πνίγουν τη σιωπή
φωνάζεις κράζεις μα
μόνο εσύ ακούς.

Όσο μεγάλοι οι κάμποι
όσα χιλιάδες στάχυα
στο τέλος θα παραδοθούν
στο φύσημα τ ανέμου.

_____________________________

ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ

Οι ψυχές των ανθρώπων είναι σαν βαθιά πηγάδια. Κανένας δεν ξέρει τι υπάρχει στον πάτο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μαντεύεις κρίνοντας από αυτά που επιπλέουν στην επιφάνεια κάπου-κάπου και γω δεν είμαι ο καπετάνιος της ψυχής μου. Είμαι απλώς ο πιο θορυβώδης επιβάτης.

Ξεθωριασμένα όνειρα
νότες σκόρπιες που μάζεψα
στη χούφτα να σου δώσω.

Πνοή ζωής
κιθάρα του Γουαδαλκιβίρ
και ένα τσέλο
να κλαίει τις νύχτες
για τα χαμένα δάκρυα.

Τσιγγάνικο φλαμένκο
σκίρτημα ρυθμός
κομμάτι της καρδιάς
σου χόρεψα να έχεις
μνήμες δικές μου σου δωσα
μήπως και με ξεχάσεις.

Νύχτα σε βρήκα μόνη σου
μες στην Ανδαλουσία
σε ένα λιθόστρωτο στενό
να ψάχνεις στα όνειρα σου.

Σου ζήτησα ένα φιλί
θυμάμαι καλοκαίρι
και απ τα μάτια έσταξαν
δύο σταγόνες αίμα
δεν είχες άλλα δάκρυα
στα πήραν οι χειμώνες.

Γονάτισα μπρος στην εικόνα σου
τον όρκο να θυμίσω..

__________________

ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ

Είναι γόνιμη η μοναξιά επειδή είναι δύσκολη. Γόνιμος είναι και ο έρωτας . Έρωτας δεν θα πει ν’ ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον άλλον… είναι μια σπάνια ευκαιρία να ωριμάσεις, ν’ αποχτήσεις μια υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου.

Άνοιξα τα μάτια μου
στη σιωπή σου
άπνοες οι λέξεις
και το στόμα βουβό
τι να πρώτο κλέψει
η ματιά σου.

Η αλήθεια χάθηκε
στου νου σου το βυθό
κι έλεγες πως ξέρεις
τους καιρούς.

Δειλινό της βροχής
και του ανέμου
μύριες οι σταγόνες
δέρνουν αλύπητα
το πρόσωπό σου.

Και συ αλυχτάς
κάλεσμα οργισμένο
της θλίψης σου
ξέσπασμα.

Ποιος θεός να ακούσει
το κλάμα σου
ποια νύμφη
να δει τη μορφή σου
που αργοσβήνει
στο σκοτάδι της
ανυπαρξίας σου.

Έξω έχει φως.

Η μέρα πήρε το άρμα
του Απόλλωνα ψηλά
και το φέγγος
ανέστησε τις καρδιές
που ξέρουν
να προσμένουν.

Έξω έχει φως…

Μην αργείς…

Εξω εχει φως.

_________________

 

ΕΙΡΜΟΙ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ

Σκέψεις αφηρημένων
συνειρμών.

Φθαρμένα κορμιά
των υγρών βράχων.

Στα υγρά μονοπάτια
των θεών ηχούν
ορειχάλκινα κύμβαλα.

Των πελάγων
γοργοτάξιδες γαλέρες
σμιλεύουν τους
αφρούς των κυμάτων.

Λησμονιάς
φθαρμένοι ήρωες
σκουριάζουν
σε αόριστες μνήμες.

Απαλών ονείρων
πρώιμο ξύπνημα
τίμημα μιας
εφηβης μνήμης
μυρωδιάς
παλαιών ερώτων.

Δυνάστης της ψυχής
το άπληστο σώμα.

_____________________

ΦΙΛΙ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ

Ίσα που προλαβαίνουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.. τέλεψαν οι ώρες… βουβάθηκαν οι καιροί.. πριν δύσει το φως αγαπήστε..

Κανείς δε μας είδε απόψε με ενωμένα τα χέρια ενώ η γαλάζια νύχτα έπεφτε πάνω στον κόσμο.

Τα χείλη σου φίλησα
γεύση του πικραμύγδαλου
και τα μάτια σου κρυφοκοίταγμα
του μαραμένου φεγγαρόφωτου
κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα.

Η ανάσα σου αυγουστιάτικο μελτέμι
του ιονίου πέλαγου
κι ο ιδρώτας του έρωτά σου
κύμα αλμυρό
στο αλατισμένο πρόσωπό μου.

Αιώνες ακολουθώ τα χνάρια σου
στους βουβούς διαδρόμους του μυαλού
προσδοκώντας της άνοιξης κάλεσμα
σε καυτές της ήβης αγκαλιές.

Πάντα θα καρτερώ με τη ψυχή σφιγμένη
με την περίσσια θλίψη των καιρών
εκεί στου πέλαγου το πρώιμο δειλινό
που ξημερώνουν τα όνειρα

_________________________

ΠΥΡΙΜΑΧΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Η πράξη του σοφού, είν’ η σκέψη, και το τραγούδι είναι το κάστρο του ποιητή.”
Μόνο με την αγνή τετράψηλη αρμονία που ενώ κρατιέται απάνω από καιρούς και τόπους προς την πατρίδα του γυρνάει τ’ αυτιά του κόσμου, ο ποιητής είν’ ο μεγάλος ο πατριώτης.
Κωστής Παλαμάς.

Πυρίμαχες λέξεις

που αντέχουν τη φλόγα μου
σφυροκοπούν την αγάπη στο αμόνι
και σμιλεύουν τον έρωτα μου
για να στον χαρίσω.

Λυσσαλέες δυνάμεις,
ορδές του Αίολου
κτυπούνε αλύπητα το κορμί μου
στο κατάρτι της λησμονιάς.

Πως μπορώ να ορίσω τη μοίρα
να μου φανερώσει το μελλούμενο
τη στιγμή αυτή.

Ναι γνωρίζω το πεπρωμένο μου
και τρέχω να προλάβω εμένα
πριν βραχεί το όνειρο.

Ξέρω εδώ είσαι με άλλη μορφή
μα σε μύρισα
έχω το άρωμα σου φυλαγμένο
μέσα στο μυαλό μου

Ποτέ δεν σε λησμόνησα

_____________________

ΑΙΣΗΜΟΝ ΗΜΑΡ

Τα καλύτερα όνειρα τα έκτισα
δάκρυ δάκρυ
σταλαγματιά σταλαγματιά
της ψυχής μου στο στήθος σου.

Τις νύχτας τις δακρύβρεχτες ώρες
η αιολική μου παρόρμηση μοιάζει
με θύελλά άπληστων συναισθημάτων
και οι αύρες μας ερωτοτροπούν
κάτω από το ασημένιο δίσκο
του ουράνιου θόλου.

Πόσα φεγγάρια μπορεί
η αγάπη μας να γεμίσει με φως,
πόσες μελωδίες μπορεί
να αντέξουν οι άγγελοι.

Πόση αλήθεια μπορεί
να γεμίσει με ένα σου βλέμμα
με ένα σου σ αγαπώ
ολη την ύπαρξή μου.

Μάζεψα κοχύλια της ακοής
να σε καλώ τις νύχτες,
ζήτησα της θάλασσας
το κύμα να σε φέρει
στου Ιονίου το πέλαγο
να ψάξω τη στεριά σου.

_________________________

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ

Τυχεροί όσοι αγναντεύοντας το πέλαγο
μπόρεσαν και ταξίδεψαν πάνω στο κύμα
με προορισμό το όνειρο.

Και όσοι πρόλαβαν να ονειρευτούν
χαμένοι στο βαθύ κόκκινο της σελήνης
του αυγουστιάτικου φεγγαριού.

Ένα κορμί κουρσάρικη γαλέρα
και δυο πανιά τα χέρια σου κατάρτια
στου πέλαγου τη δίνη.

Αφημένο το τιμόνι στο έλεος του έρωτα
και στου Ποσειδώνα τις αντάρες.

Μα αυτό θέλει ο έρωτας να ζήσει.

Θάλασσα και έρωτας ζωή και θάνατος
οι αντιθέσεις το αλάτι της ζωής
οι έρωτες πεθαίνουν στις μπουνάτσες
κι αγάπες χάνονται στα κύματα.

Μια χούφτα θάλασσα κι ένα φιλί
κι ένας ήλιος μάρτυρας στο σκηνικό
κι ο έρωτας που καρτερά τη δύση του.

Μπόρεσα να κρύψω τα λόγια μου
χαράσσοντας στην άμμο
ιερογλυφικά σύμβολα από μνήμες παλιές
που οι λέξεις δεν είχαν νόημα
και που το αληθινό νόημα
δεν χρειαζόταν λέξεις..

Ξέρεις πως πριν ακόμη σε γνωρίσω
είχα μάθει να σε καρτερώ.
Μαζί σου έμαθα …

______________________

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΑΠΟΗΧΟΙ

Η ζωή δεν είναι παράγραφος
ο θάνατος δεν είναι παρένθεση
βούτηξε για όνειρα αλλιώς
ένα σύνθημα μπορεί
να σε ανατρέψει.

Ο ήχος από το παράτολμο
σμίξιμο του πόθου έσκισε
το μισοφόρι του θανάτου
με τη σονάτα Φαντασία
σε ντο μείζονα του Σούμπερτ
με παρτιτούρες
από την εμμονική εμφάνιση
του Αρλεκίνου και του Πιερότου
σε ένα σουρεαλιστικό
σκηνικό του Πικάσο.

Λένε πως όταν πεθάνει
ένας ποιητής οι στίχοι
θα αρχίσουν θα μαρτυρούνε
τροχίζοντας με οιμωγές
το μοιρολόι ξυπνώντας
πανάρχαια άγρια ένστικτα
στα σώματα των σαρκοβόρων
όπου αρχίζει ένας ξέφρενος
πυρρίχιος και μια πεντοζάλη
αποχαιρετισμός
στο μεγαλείο της μνήμης
και κάποιοι στίχοι γίνονται
τραγούδι ποίημα και έρωτας.

Ω Έρωτα, εσύ που σιωπηλά
χαμογελάς, άκουσέ με.

Άσε τη σκιά της φτερούγας σου
να μ’ ακουμπήσει.

Άφησε την παρουσία σου
να με τυλίξει, σαν το σκοτάδι
να ‘ταν κύκνου πούπουλα.

Άσε με να δω το σκοτάδι αυτό
με τη λάμπα στο χέρι,
τον τόπο αυτό να γίνεται
άλλος τόπος
ο ιερός, του πόθου.

Νυσταγμένε θεέ,
βράδυνε τους τροχούς
της σκέψης μου
για ν’ ακούω μόνο
το χιονένιο σου θρόισμα
σαν με κυκλώνεις.

Κλείσε με μαζί με την
αγαπημένη μου στον κλοιό
καπνό της δύναμής σου,
για να γίνουμε, ο ένας
για τον άλλο,
μορφές φλόγας,
μορφές καπνού,
μορφές σάρκας
πρωτοειδομένοι μες
στο σούρουπο.

____________________

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα. Πρέπει να έχεις λιακάδα, ελευθερία και ένα μικρό λουλούδι.

Ανθισμένες ψυχές στους
λειμώνες των θεών.
κορμιά κατάρτια σχίζουν
τα πέλαγα του Νηρέα.

Μεθυσμένοι θεοί ψελλίζουν
το όνομα σου πριν τον αιώνιο ύπνο
απόκρυφες λέξεις συνθλίβουν
τις ατέρμονες ροές της σκέψη μου.

Να προλάβω τους καιρούς των
μεγάλων θλίψεων προσπαθώ
μήπως και μιας Ιθάκης στο δικό μου
ορίζοντα να δω τα σημάδια.

Σε είδα να πετάς στους ουρανούς
και τις λαμπρές φτερούγες σου
να λούζει ο ζωοδότης ήλιος…

___________________

TOY ΕΡΩΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Σαν νυχτοπούλι ντροπαλό
τις νύχτες χαρίζεις άπλετα
το θείο δώρο σου στη καρδιά.

Η μουσική σου απλώνεται
όπως η πρωινή αχλή
και διεγείρει τις άφθαρτες
μνήμες των ψυχών
αυτών που λείπουνε
και ξέρουνε πως όταν
οι νότες αναπαυθούν
ποτέ δεν θα γυρίσουν.

Εγώ τα βράδια μου
σαν ερημίτης τριγυρνώ
μέσα στης αγάπης
το κιτρινισμένο πεντάγραμμο
προσπαθώντας να ποστιάσω
τις νότες μια προς μια
να ταιριάζουν με τις λέξεις
που ποτέ δεν τολμησα να πω.

Είναι η ψυχή μου που
τις νύχτες σε αναζητά
και χύνεται σαν άνεμος
με τα ορμητικά φτερά της
και φτιάχνει με τα κύματα
τραγούδια που δεν είπα.

Θέλω να ζήσω την ημέρα
που δεν τελειώνει ποτέ.

Θέλω να αλλάξω τον κόσμο
μόνο για εσένα.

Όλα τα αδύνατα
θέλω να τα κάνω.

Να σε κρατήσω
κάτω από τη βροχή
να φιλήσω το χαμόγελό σου
και να νιώσω τον πόνο σου.

Ξέρω τί είναι όμορφο
όταν σε κοιτάζω
σε έναν κόσμο γεμάτο ψέμα
είσαι η μόνη αλήθεια.

_________________________

ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ

Οι αρχάγγελοι δεν πετούν τις νύχτες ματώνει το έρεβος τα φτερά. Ζούνε όμως υποδόρια στη ψυχή μας αρκεί να τους μιλάμε με τη γλώσσα της αγάπης. Γ.Μ.Λ.

Μυστικός δείπνος,
λύτρωση ο θάνατος
απόκρυφος έρωτας
ζωής έναυσμα.

Γυμνό καμένο
του ήλιου κορμί
σε σολ δίεση
Απέλλωντος λύρα.

Ματώνουν οι μοίρες,
διθύραμβος ωδή
στην Διονυσιακή
πολυχτύπητη Θυμέλη
μομφή της μούσας
η άτεχνος λατρεία.

Όστρακα, φύλλα ελιάς
και βότσαλα
εκμαγείο ηρώων
άλικων χρόνων
Θέτιδος θρήνος
το βέλος στη φτέρνα.

____________________

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ιχνογραφώ το φιλί σε ρυθμό μπαρόκ
αγγίζω τις λεπτεπίλεπτες χορδές σου
και ακονίζω τις άμορφες λέξεις
να χωρέσουν στο τραγούδι μου

Νοσταλγώ τους αγρίους ήλιους,
τη λάσπη της βροχής του δειλινού,
στο σκονισμένο πιάνο σου
έγραψα τη λέξη σ αγαπώ

Δεμένος στους επίγειους χρόνους
τινάζω τα σύννεφά μήπως ξεφύγω
της γης τη κυκλική περιστροφή,
να ταξιδέψω σε δικό μου ουρανο.

Ασημένια κλωνάρια φόρεσε η νύχτα
σπαρμένα φεγγάρια στο στήθος,
άνοιξης κλεμμένα όνειρα κρύβονται
στις φυλλωσιές ενός φλοίσβου.

Φως ιλαρό μιας νέας λυκαυγης
φαέθωντος έναστρη πορεία
τόλμη υπέρμετρος κραυγές του ήλιου,
ανέλπιστη σωτηρία η γαλάζια βροχή.

___________________

ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Έβαλα το φεγγάρι
προσκέφαλό σου
και σε ταξίδεψε
ο ύπνος στην αγκαλιά
του Μορφέα
γιατί τα όνειρα
που σου παρήγγειλα
είναι δακρύβρεχτα
που έχουν ιστορίες
να σου πουν όλων
των θαλασσών μου.

Έβαψα με χρώματα
της αγάπης
τις νύχτες μου.

Ζήτησα στα αστέρια
να γίνουν βότσαλα
να φωτίζουν τη βάρκα μου
να δέσω άλμπουρο
στο λιμάνι της καρδιάς σου
να κατεβάσω τα πανιά
και να κοιμηθώ
στην αγκαλιά σου
φως μου μοναδικό.

Απόψε η θάλασσα
συνένοχος στη αγάπη μας
καμβάς μου μοιάζει
από μπουνάτσες
ενός γαληνεμένου ποιητή
και ο ξάστερος ουρανός
σαν πολυέλαιος
φωτίζει τη βεγγέρα
της γιορτής μας.

Έβαλα λόγια στο χαρτί
να σου μιλήσουν
μα απ τη φωτιά του έρωτα
καήκανε οι λέξεις
και μόνο η φωνή
τρεμάμενη μου έμεινε
να σου ψελλίσω
δυο στίχους απαλά
των τραγουδιών μου.

Και έτσι αναμένω την μέρα
στη πρώτη λυκαυγή
να δω τα μάτια σου
μες τα δικά μου
να πω καλημέρα στο θεό
και στους αγγέλους
δίπλα που στέκουνε
σιωπηλοί
με δακρυσμένα μάτια.

__________________

ΩΔΗ ΨΥΧΗΣ

Ψυχή μου περιπλέουσα στα απέραντα πελάγη των ουρανών της θλίψης διαβαίνοντας ανάμεσα σε χίμαιρες πολεμώντας με τον Όρθρο και τη Φαία ποτέ δεν λύγισες μήτε προσκύνησες τους κέρβερους των σκοτεινών καιρών.

Προσκυνητής του φωτός
οδεύω προς τη πρώτη δέσμη
πρωινής ηλιαχτίδας
αψηφώντας τα σημάδια,
χορεύοντας στα κύματα
ασημένιων χορδών.

Λυρικές δοξασίες
και αρχαίες ωδές κατακλύζουν
την απύθμενη ύπαρξή μου.

Πρώτος μύρισα
την δροσιά των πεύκων
και άφησα την αύρα
της θάλασσας
να με ερωτευτεί κάτω
από τον έναστρο
βασιλιά των αιθέρων.

___________________

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Κάτωθεν του ξύλου
κείται θνητός αθάνατος
χιονόλευκη συνδόνη
μύρο της άνοιξης.

Συ αθάνατε
ορφάνεψε η γης
και σε ποιο κορμί
τα δάκρυα.

Μολυβένια ημέρα
ανάσα θανάτου
πύρινης ρομφαίας
αδιόρατος τρόμος.

Γυμνές ψυχές
βουβές θάλασσες
η πέτρα δάκρυσε
πικρή γαλήνη.

Μαύρης σιωπής
αστροφεγγιά
βαρύ της θλίψης
το μαύρο πέπλο.

Ω γλυκύ μου έαρ
που έδυ σου το κάλλος..

_______________

 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Των κρουνών υψίστων νοημάτων
ύδωρ της γνώσης γεύομαι.

Ψυχής Ανεμώνες
πρωινής αύρας λίκνισμα.

Χορός μούσας, άρωμα θεού,
μεθυσμένες αγάπες
των κυμάτων.

Θαλασσινές αυλόπορτες
γεύση αλατισμένων καιρών.

Κρυφά μονοπάτια στο πέλαγο
δροσερές ηλιαχτίδες
φώτα ελπίδας προσμονή.

Μαύρο ή άσπρο πανί
οδύνη και δάκρυ του λάθους.

Προσκυνητής οδοιπόρος
μονοπάτια του ήλιου.

Δρόμοι αλήθειας
χάραγμα ξένης γραφής
σε άσπιλο σώμα.

Καρφωμένο το σώμα
στο ξύλο του πόνου
αναζητώ το βλέμμα της γνώσης.

Αφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι …

_________________

ΘΡΗΝΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Μια χούφτα χώμα
ποτισμένο με δάκρυ
και αίμα, να πλύνω
το πρόσωπό μου.

Των δακρύων σου
ποτάμι έρρεε η οδύνη
και Εσύ επάνω στο σταυρό
συγχωρούσες τον άνθρωπό.

Λόγχες ανάλγητες
πληγές τα καρφιά σου
έγειρες το άχραντο κεφάλι
και πριν παραδώσεις
άκουσα τα λόγια σου.

Ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί

τελέστε είπες κι ανελήφθης.

______________

ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ …

Είναι οι ώρες του δειλινού
που οι σκιές της αμιλησιάς
σου κλέβουν το φως
και οι σκέψεις στεγνές
σου πνίγουν το δάκρυ.

Είναι οι ώρες που η θάλασσα
τις νύχτες δεν είναι απλά
ένας ορίζοντας σκοτεινός
αλλά έξοδος στο μπαλκόνι
της ψυχής με τις
τριανταφυλλιές
και τις γαρδένιες.

Ξεμάκρυνε η βάρκα μου
και των απαλών παφλασμών
των κυμάτων
λησμόνησα το τραγούδι.

Ίσως του πεπρωμένου
προσταγή και επιθυμιά
να ξυπνάς ξένος
στη γη των προγόνων.

Σήμερα το δειλινό
είχε το χρώμα
του μωβ βατόμουρου
και από τη παλέτα
των χρωμάτων έλειπε
το χαμόγελο και η ελπίδα.

Άνοιξη είναι
Μια Μεγάλη Παρασκευή
θα γαληνέψει τα κύματα.

__________________

ΘΡΗΝΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Μια χούφτα χώμα
ποτισμένο με δάκρυ
και αίμα, να πλύνω
το πρόσωπό μου.

Των δακρύων σου
ποτάμι έρρεε η οδύνη
και Εσύ επάνω στο σταυρό
συγχωρούσες τον άνθρωπό.

Λόγχες ανάλγητες
πληγές τα καρφιά σου
έγειρες το άχραντο κεφάλι
και πριν παραδώσεις
άκουσα τα λόγια σου.

Ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί

τελέστε είπες κι ανελήφθης.

_________________

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Των κρουνών υψίστων νοημάτων
ύδωρ της γνώσης γεύομαι.

Ψυχής Ανεμώνες
πρωινής αύρας λίκνισμα.

Χορός μούσας, άρωμα θεού,
μεθυσμένες αγάπες
των κυμάτων.

Θαλασσινές αυλόπορτες
γεύση αλατισμένων καιρών.

Κρυφά μονοπάτια στο πέλαγο
δροσερές ηλιαχτίδες
φώτα ελπίδας προσμονή.

Μαύρο ή άσπρο πανί
οδύνη και δάκρυ του λάθους.

Προσκυνητής οδοιπόρος
μονοπάτια του ήλιου.

Δρόμοι αλήθειας
χάραγμα ξένης γραφής
σε άσπιλο σώμα.

Καρφωμένο το σώμα
στο ξύλο του πόνου
αναζητώ το βλέμμα της γνώσης.

Αφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι …

__________________

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ

Άρχισε να πέφτει η νυχτιά
με τα τόσα ερεθίσματα αγάπης
και τα έντονα συναισθήματα
που σμιλεύουν τη καρδιά
και δοκιμάζουν τις αντοχές μου.

Τη νύχτα οι σκέψεις
σαν τους Μαυριτανούς πειρατές
κουρσεύουν τη ψυχή
που αγκομαχάει
στον ανήφορο ενός ονείρου
απλώνοντας το νου
στα πέρατα της ύπαρξής μου.

Σου μάζεψα μια χούφτα ήλιο
και μερικά βότσαλα
να σου προσφέρω
να σου μυρίσει άνοιξη
αυτή που έχω μέσα μου
και θέλω να μοιραστώ μαζί σου.

Που θα βρω τον αρχάγγελο
να πει που κοιμούνται τα όνειρα
τις μέρες, να κλέψω τα καλύτερα
για σένα που κοιμάσαι.

Απόψε δεν ξέρω το φεγγάρι
αν θα βγει η θα κρυφτεί στα σύννεφα
μα έχω φροντίσει γι αυτό.

Έδωσα όλο το φως του γαλαξία
στη ψυχή μου να είναι φωτεινή
και να σε φέρει στους κόλπους
της καρδιάς μου εκεί που οι άγγελοι
θα παίζουν την αγαπημένη σου
Σερενάτα του Σούμπερτ.

___________________

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΑ

Σε πρωτοείδα μέσα σε ένα ποίημα
και γύρω σου οι οι στίχοι
φεγγοβολούσαν σαν της άνοιξης
το ολόγιομο φεγγάρι,
οι λέξεις σου αναμμένοι πυρσοί
στα μονοπάτια της ψυχής μου.

Δυο σταγόνες δάκρυα
νοστιμεύουν το πέλαγο
και τα κύματα γαληνεύουν τις ορμές
του Τρίτωνα που άτολμος καραδοκεί
για κάποιες χαμένες ψυχές
που βγήκαν από το μονοπάτι τους.

Άρπαξα δυο πανιά και ένα κουπί
και έσυρα το χορό της θάλασσας
αρμενίζοντας το λατίνι μου
σε μέρη απάτητα και ξένα
ακόμη άγνωστα και από τους
κουρσάρους των ψυχών.

Έκαμα τους θεούς να θυμώσουν
για νάχω την αρμύρα του νερού
να σκίζει το πρόσωπό μου
και το κορμί να αναζητά
πιότερο τη δοκιμασία.

Καταμεσής στο πέλαγο
στο νησί του ουρανού
προσκύνησα στους θεούς
ζητώντας αζιμούθιο με οδηγό
τ αστέρια, το χρόνο μήπως
κάνω σύντροφο
και ο δρόμος μακρινός.

Ξέρω στο βάθος της ιστορίας
του μύθου μου πως θα σε βρω
εκεί σε κάποιο βράχο να καρτεράς
το καράβι μου προσμένοντας
να δεις το άσπρο πανί
στου ορίζοντα την άκρη.

_________________

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Η νιότη χαρίστηκε στο κούφιο
σώμα της αίγλης.

Άχαρες δόξες και κίτρινα ιδανικά
μιας φυλακής.

Eσερνες στο χώμα
τις μισοπεθαμένες αξίες
των σκουριασμένων ονείρων.

Πολέμησες δόθηκες
και χάθηκες μονάχη σου
μες τους λαβύρινθους,
φοβισμένη σε πορείες
με αφέγγαρες νύχτες.

Παρέμεινες ατρόμητη μες
στη φθορά του χρόνου
με ένα ιδανικό κρυμμένο
στα ξεσκισμένα ρούχα
τις σχισμένες σάρκες
και ένα κορμί φθαρμένο.

Της κόλασης διαδρομή
με σύντροφο το φόβο
ήξερες που είναι το φως
και κούρσεψες τη μοίρα
σαν καπετάνιος
άνοιξες τα πανιά
για μακρινό ταξίδι.

Άφησες πίσω σου
φθαρμένες ιστορίες
μια βρώμικη κουβέρτα
απ το δικό σου αίμα.

Τα δάκρυα που έχυσες
γενήκανε ποτάμια.

Θυμάμαι που με κοίταξες
στα μάτια την ώρα
που η απόγνωση
ήταν το σάβανό μου
χωρίς να ξέρεις διαδρομές
πορείες του θανάτου
και πως αντέχω τις πληγές
που με πονούν ακόμη.

___________________

ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ

Ποια δύναμη κινεί τον κόσμο
και ποια τον άνθρωπο.

Αντιφατικές δυνάμεις
ασκώντας πίεση στο πνεύμα
αντικρουόμενες παρατάξεις
εκπορευόμενες από
την ίδια την ύπαρξη σου
αλληλοσυγκρούονται
στις όχθες της θάλασσας του νου,
κατατρώγοντας
σάρκες και σπασμένα οστά,
και ότι είχε απομείνει.

Ποιος Πιλάτος ένιψε τα χέρια του
την ώρα της κρίσης
και ποιος συγκλητικός,
θα μπορούσε, να δώσει
την συμβουλή στον Ύπατο
για καταδίκη.

Ποια μοίρα ορίζει τη διάρκεια
ενός έρωτα και πως οι ψυχές,
από μία θα μοιραστούν σε δύο.

Πως η αγάπη η προυπάρχουσα
θα γίνει έρμαιο
συγκρουόμενων αποφάσεων.

Ποιος ο δικαστής και δήμιος
και ποιος ο θύτης.

Ποιος αναλαμβάνει να μοιράσει
τον πόνο της ψυχής.

Το σώματα απλώνονται
στο χώμα του θρήνου
και οι σιωπές μαχαίρια
που σκίζουν τη νυχτιά
φανερώνοντας το βέβηλο
του σκότους.

Και συ ως άπτερος νίκη
κρατάς τους θεσμούς
αγνοώντας το πόνο
των σπασμένων φτερών σου.

_____________________

ΠΡΩΪΝΕΣ ΦΩΝΕΣ

Σκόρπιες φωνές, βοές ανθρώπων
και γώ να σε ψάχνω
στις πλατείες και στα στενά σοκάκια
του μυαλού.
Σε βρήκα σε μια γωνία της σκέψης μου
σε δωμάτιο κρυφό του είναι μου
κάτω από το αμυδρό φως του κεριού
να γράφεις στον ξαχνισμένο πάπυρο
τον μύθο σου.

Δεν σου μίλησα.

Ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων
με τάσεις εγρήγορσης, βλέπεις
έπρεπε να σε τραβήξω στο φως
στο δικό μου φως.

Σήκωσες το κεφάλι και η θολή σου ματιά
κοίταξε για μια στιγμή στο πουθενά.

Ο καιρός εξέπνεε και έπρεπε
να σε τραβήξω από τη σκέψη μου
και να σε κάνω αλήθεια.

Έκλεισα τα μάτια και βρέθηκα μαζί σου
επάνω σε μια παλέτα χρωμάτων
προσπαθώντας να σε αποτυπώσω σε καμβά
μα δεν κατάφερα να βρω
τα χρώματα των ματιών σου.

Είδα τα δάκρυα στο ξύλινο πάτωμα
αλλά δεν ξεχώρισα
τα δικά σου από τα δικά μου.

Ύστερα μια αγκαλιά και ένα φιλί
μου θύμισαν τους όρκους.

Είσαι δική μου…
Μόνο εγώ μπορώ να σε έχω..
Γιατί είσαι δίκη μου.

___________

ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Σε αναζητώ στις νύχτες
που μου έταξες
και πως να γλυτώσω
από τις συμπληγάδες
που μου κόβουν το δρόμο,
να σε πλησιάσω δε μπορώ.

Δε φοβάμαι το σκαρί,
μα φοβάμαι τα φτερά μου,
μη τσακίσουν μπροστά
στο μένος των θεών
και δε μπορώ να συνεχίσω
το ανέβασμα και μείνω
έρμαιο των κυμάτων.

Δεν έχασα το προσανατολισμό,
ούτε η δίνη της θάλασσας
μου κόβει την ορμή,
μα είναι που η εικόνα σου, θολή
προβάλει δειλά στους καθρέφτες
της ψυχής μου
και οι μνήμες ανήμπορες
από τη ταραχή του Ποσειδώνα
κομπιάζουν στο πέταγμα του ήλιου.

Θύμησες μεθυσμένες,
από το άρωμα της αγάπης χορεύουν
σαν τις νύμφες του Ελικώνα.

Kαι γώ σαν τον τραγοπόδαρο Πάνα
προσπαθώ να ταιριάξω τη μουσική
από το φλάουτο με το ρυθμό
της καρδιάς, στα δάση των θεών,
μήπως σε συναντήσω νύμφη,
που κρατάς το μυστικό και τον όρκο
που σου έδωσα κάποιο δείλι,
στις θάλασσες των Τηλεβόων

___________

ΦΩΝΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Η μοναχικότητά μου γεννήθηκε όταν οι άνθρωποι επαίνεσαν τα φλύαρα ελαττώματα μου και κατηγόρησαν τις σιωπηλές μου αρετές. Kahlil Gibran!

Όσοι δεν φίλησαν
τα φλογισμένα χείλη
είναι οι αμαρτωλοί
που απορρίψαν οι θεοί.

Μη έχοντας θέση
στον δικό μου ήλιο
είναι αυτοί που
παραμονεύουν τη ζωή
που ποτέ δεν θα ζήσουν.

Τα λόγια σου παλιό κρασί
μεθυστικές απολαύσεις
η κάθε λέξη σου σφραγίδα
των Λουδοβίκων δακτυλίδι.

Και πως θα κρύψω
από τους ληστές την ευτυχία
και απ τους κουρσάρους πειρατές
το όνειρο να κρύψω.

Θα στέκω εδώ να γεύομαι
τη φωνή της νύχτας
που σπαρταρά κάτω
από τα κατάλευκα σεντόνια.

Θα καρτερώ εκεί τη μορφή σου
θεία παρουσία
στης Ανδαλουσιάς το κάστρο.

Ποιος τρομάζει τα όνειρα,
ποιος φοβίζει τις σκέψεις.

Ξέρεις, με δανεικές φωνές
και ξένα σπαθιά
δεν κερδίζεις μάχες ποτέ
δεν θα είσαι ο νικητής.

____________

ΥΓΡΕΣ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Πλήθος συναισθημάτων
που ζητούν δικαίωση.

Σκουριασμένες μνήμες
από απροσδιόριστους χρόνους,
κενά απέραντα δίχως σύνορα
και η σκέψη αποκαμωμένη
αφήνεται στους χώρους
της λησμονημένης μνημοσύνης.

Απρίλης και οι πρώτες ηλιαχτίδες
ζέσταναν το κορμί και βαδίζω
στα υγρά λιθόστρωτα μονοπάτια
του μυαλού μου, κοιτώντας
για σημάδια, από παλαιά μηνύματα
ψάχνοντας το μυστικό για τα τείχη
κάποιας άλλης Ιεριχούς.

Ψάχνοντας στις σκιές της πόλης,
ένας λαβωμένος άγγελος,
με σπασμένα φτερά,
με κοίταξε στα μάτια βουρκωμένος,
ζητώντας αγάπης ελεημοσύνη.

Εσκυψε φιλώντας μου το χέρι
αψηφώντας τα πλήθη,
με τις αλλόκοτες βοές των ανθρώπων
που μάταια ψάχνουν τη σωτηρία
σε πετρόχτιστους τρούλους
και μιναρέδες.

Και γώ στα κλαδιά του δέντρου σου
άπλωσα τις μνήμες να στεγνώσουν
κάτω από τον ήλιο της γνώσης
μήπως και καταφέρω
να βρω το μονοπάτι σου.

__________________

ΔΑΚΡΥ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Αν μια στιγμή κοντοσταθείς
στα χρώματα του δειλινού
πρόσεξε αν ταιριάζουνε
με κείνα των ματιών σου.

Κι αν η σιωπή σε καταβάλει
και δεν ξέρεις να απαντήσεις
μη στέκεσαι δεν είναι για σένα.

Μα αν αρχίσεις να ονειροπολείς
και η θάλασσα απαλά
στο κύμα σε σηκώσει
μη φοβηθείς δεν είναι όνειρο
μα το ταξίδι που σου χρωστά.

Όμως δεν θα ξεχαστείς
και χάσεις το όνειρο
γιατί σε περιμένει εκείνο το παιδί
που ξέχασες στου βίου σου τη σβελτάδα
που νόμισες πως τα όνειρα
δεν ήτανε για σένα.

Όσοι δεν ξομολογήθηκαν
μπροστά στη θάλασσα δεν είπαν
των κυμάτων τους καημούς τους
και δεν έσταξαν μια σταλιά από δάκρυ
αυτούς μη τους θωρείς.

Αυτούς που κλαίνε να αγαπάς
Αυτούς που δεν διστάζουν
τα βουρκωμένα μάτια τους να δεις
γιατί το δάκρυ θέλει δύναμη
αν ρέει από τ αντρικά τα μάτια.

____________

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ

Καθώς διάβαζα ένα ποίημα σου
κάποιος στίχος ξέφυγε
και μερικές λέξεις
σκορπίστηκαν στο πάτωμα.

Είπα να τις μαζέψω
και βιαστικά τις έχωσα
στη τσέπη μου.

Αργότερα άρχισα να
τις διαβάζω μια μια
και με τις λέξεις σου έγραψα
δικούς μου στίχους.

Εκεί που έλεγες σε θέλω
εγώ έγραψα σε ποθώ

Εκεί που έγγραφες σε ψάχνω
εγώ έγραψα σε αναζητώ

Εκεί που έλεγες σ αγαπώ
και γώ έγραψα σ αγαπώ.

Δεν συγκινούμαι από
της ωδής τον στόμφο
και ούτε καν γοητεύομαι
από της ελεγείας τις εξάρσεις.

Θέλω οι στίχοι μου
να είναι απέριττοι
σαν πρωινό τραγούδι
των πουλιών
σαν μουσική συμφωνία.

θέλω οι λογισμοί μου
να τρέχουν στα σκοτεινά
μονοπάτια σου
να σε γεμίζω με φως.

Θέλω της ψυχής μου
οι οπτασίες να θεριεύουν
και η ολοκάθαρη,
η αληθινή ομορφιά
να λάμπει στα όνειρα
τα συγκεχυμένα.

Ένα ποίημα σου
Ένας στίχος σου
Μερικές σκόρπιες λέξεις.

Διάλεξα λίγα γράμματα
και έγραψα στη παλάμη σου
σ `αγαπώ!!

_______________

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ

Δώσε μου ένα ποίημα
να το κάνω ταξίδι
Δώσε μου ένα στίχο
να το κάνω γαλέρα
Δώσε μου φωνή
να την κάνω θάλασσα
να έρθω να σε βρω.

Μέσα από τη σιωπή
των λέξεων σου,
επούλωσα όλες τις πληγές
του περασμένου βίου μου
και ανύψωσα κεφάλι και ηθικό,
κοιτώντας μπροστά,
για το επερχόμενο καλό
που μου έταξε η μοίρα.

Και τώρα αόρατος περπατώ
ανάμεσα σ ’ανθρώπους
και σπίτια, παραμερίζοντας
κάθε ηδονή της ύλης
αψηφώντας τους καιρούς,
βαδίζω σταθερός
στο μονοπάτι σου,
ακολουθώντας τα χνάρια
του πεπρωμένου.

Πορεία ανατολικά
και προορισμός το όνειρο
για μια δική μου Μέκκα
στη μέση των ερήμων
κάποιων χαμένων ψυχών.

Ζήτησα από το βράχο
να μου πει για σένα,
μα η λησμονιά και το νερό,
αφαίρεσαν τη μνήμη
και μόνος έμεινε εκεί,
να με θωρεί ανήμπορος.

Και γώ στέκω εδώ
εμπρός στο δαίμονα θεό
αγέρωχος κι αθάνατος,
γιατί ο μόνος θάνατος είναι,
όταν χάνεται
το όνειρο και η ελπίδα.

______________

ΣΤΟΧΑΖΜΟΙ

Στοχαζόμενος και απορροφημένος
μέσα στις σκέψεις, στις αναπολήσεις
και στα ταξίδια των εσωτερικών μου
αναζητήσεων μέσα σε
καιρούς ειρήνης και πολέμου
με αντίπαλο τον εαυτό μου
εναρμονίστηκα με την σκέψη
της συνύπαρξης προσπαθώντας
να χαλιναγωγήσω
τα παραπλέοντα συναισθήματα
και να ορίσω νέες ατροπούς
και συντεταγμένες πλοήγησης
της υπαρξης μου
παράλληλα με τις δικές σου.

Γύρισα το κεφάλι μου δειλά
προς το μέλλον χαιρετώντας σε
ως αδιάρρηκτη προϋπόθεση
και καλωσορίζοντας το πλησίασμα
και το άγγιγμα της ψυχής
και των ερωτικών προσδοκιών
άρχισα να ταξιδεύω
στα απέραντα πέλαγα
του νου μου κωπηλατώντας
με προορισμό το φως της αλήθειας
που πηγάζει μέσα από τις φωτεινές
διαδρομές των δικών μας ήλιων.

Οι διαδρομές μου μέσα
από τις φθαρμένες
πόλεις των ανθρώπων
και των παραπληγικών
και ρυπαρών σχέσεων
με ώθησε σε δρόμους
μοναχικούς και με οδήγησε
με στόχο την μοναδικότητα σου
και την κατάκτηση
των απόρθητων κάστρων
της υπαρξης σου

__________________

ΜΥΡΤΩ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ Η ΑΓΑΠΗ

Σε ψάχνω μέσα σε στίχους
από τραγούδια και προσπαθώ
με τις λέξεις να σου πλέξω
την πιο όμορφη αγάπη.

Ψάχνω μέσα στους
διαδρόμους του μυαλού μου
τη σκιά σου και στο
ξωκλήσι της ψυχής μου
να προσκυνήσω
τον έρωτα μου για σένα.

Ένα φεγγάρι διαρκώς
μεγαλώνει τον πόθο μου
που σαν μαχαίρι
σκίζει τη καρδιά μου.

Έξω από το παραθύρι
μου βλέπω το κήπο
με τις ανθισμένες λεμονιές
και το άρωμα απλώνεται
στο χώρο του δωματίου
και ξυπνά πρωτόγνωρα
συναισθήματα και μνήμες
από τις όμορφες στιγμές μας.

Κλείνω τα μάτια μου
και η παρουσία σου
απλώνεται στο χώρο
και προσπαθώ να σε αδράξω
να γευτώ τα χείλη σου
που όταν τα αγγίζουν
τα δικά μου
καίνε το κορμί μου
και τα σωθικά μου.

Σήμερα θα σηκώσω τον ουρανό
στα χέρια μου να σου κάνω χώρο
να ξαπλώσεις στο πλάι μου
να νιώσω τη θέρμη
από τη φωτιά σου.

Απόψε θα πω
στους αγγέλους
να μη κατέβουν στη γη
γιατί είσαι εσύ ο άγγελος μου.

________

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Σκάλισα πάνω σε μαύρο λιθάρι
το όνομά σου και το έριξα
στη θάλασσα, μακριά από τα
βλέμματα των πειρατών.

Μίλησα ψιθυριστά το μυστικό μου
στο κύμα μα δεν πήρα απόκριση.

Ζήτησα της θάλασσας να με ταξιδέψει
μέχρι το τέλος του ονείρου, μα η θάλασσα
δεν γνώριζε από ουρανούς και θύμωσε.

Είχα ξεχάσει το λιμάνι που σε είχα
πρωτοδεί, μα θυμόμουν την εικόνα σου
και το άρωμα σου.

Σε έψαξα μέσα στις πιο απόμακρες
στοές του πόθου μου.

Ανέβηκα σε βράχους και πλάγιες
των παιδικών σου χρόνων μήπως
και βρω τα σημάδια από
τις πατημασιές της ψυχής σου.

Ζήτησα των ανέμων να σε βρουν,
μα είχαν ταξιδέψει σε άλλες πατρίδες.

Και σύ φρέσκο πρωτόβγαλτο λουλούδι,
που φύτρωσες μέσα στη παγωνιά,
πόσο μπορείς να αντέξεις της νύκτας
τη καταιγίδα.

Δύσκολος πόνος στη καρδιά οι αναμνήσεις
και πως να βρω το κλειδί της μνήμης
να σβήσω ότι με πονάει.

Είπα και μήνυσα του Αυγούστου
να θυμηθεί εκείνο το δείλι
που σε κέρδισα, να σου θυμίσω
να ζωντανέψεις μέσα σου τον έρωτα
που σ άφησα να κρατάς στα χέρια σου.

______________

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Σκάλισα πάνω σε μαύρο λιθάρι
το όνομά σου και το έριξα
στη θάλασσα, μακριά από τα
βλέμματα των πειρατών.

Μίλησα ψιθυριστά το μυστικό μου
στο κύμα μα δεν πήρα απόκριση.

Ζήτησα της θάλασσας να με ταξιδέψει
μέχρι το τέλος του ονείρου, μα η θάλασσα
δεν γνώριζε από ουρανούς και θύμωσε.

Είχα ξεχάσει το λιμάνι που σε είχα
πρωτοδεί, μα θυμόμουν την εικόνα σου
και το άρωμα σου.

Σε έψαξα μέσα στις πιο απόμακρες
στοές του πόθου μου.

Ανέβηκα σε βράχους και πλάγιες
των παιδικών σου χρόνων μήπως
και βρω τα σημάδια από
τις πατημασιές της ψυχής σου.

Ζήτησα των ανέμων να σε βρουν,
μα είχαν ταξιδέψει σε άλλες πατρίδες.

Και σύ φρέσκο πρωτόβγαλτο λουλούδι,
που φύτρωσες μέσα στη παγωνιά,
πόσο μπορείς να αντέξεις της νύκτας
τη καταιγίδα.

Δύσκολος πόνος στη καρδιά οι αναμνήσεις
και πως να βρω το κλειδί της μνήμης
να σβήσω ότι με πονάει.

Είπα και μήνυσα του Αυγούστου
να θυμηθεί εκείνο το δείλι
που σε κέρδισα, να σου θυμίσω
να ζωντανέψεις μέσα σου τον έρωτα
που σ άφησα να κρατάς στα χέρια σου.

____________

ΚΑΡΥΑΤΙΣ

Ένα φύσημα του αέρα μια νότα από έρωτα
ένα νανούρισμα μελωδία των αρχαγγέλων
στο βωμό της αγάπης
εκεί που το όνειρο συναντά την αλήθεια
και που ο έρωτας γίνεται θεός.

Στο κόσμο των ανέμων
πνέει η ψυχή μου και μαζί με τον ζέφυρο
ξεχύνεται προς τους ορίζοντες σου
πάνω από πελάγη και στεριές.
προσμονή γλυκιά για την παρουσία σου
που θεία οπτασία φαίνεται
στα μάτια μου ως άλλη Καρυάτις
βαστάζουσα το βάρος της αγάπης.

Μια άλλη ανατολή με χρώματα
δανεισμένα από τις θαλάσσιες ανεμώνες
και τα λουλούδια των κρεμαστών κήπων
της Βαβυλώνας μου ξύπνησε το πάθος μου
για σένα.

Ένα κοπάδι από δελφίνια
σύντροφοι μου πιστοί στην αναζήτηση σου
στα βάθη του πελάγου της ψυχής μου.

Ποιο κύμα θα σε φέρει εδώ στο κόσμο
των ονείρων μου
και σε ποια θάλασσα να δώσω το όνομά σου
να εξευμενίσω τους Ποσειδώνες μου.

Έσκυψα και πήρα μια χούφτα άμμο
και την έσπειρα στο νερό
τάμα στους θεούς
και όρκος στην αγάπη.

________________

 

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Μη σας μπερδεύουν τα μαύρα ρούχα,
μέσα ποιος μπορεί να δει
τα χιλιάδες χρώματα,
τις αποχρώσεις των συναισθημάτων,
την απέραντη ομορφιά
και την καλλιεργημένη έκφραση.

Μη σας μπερδεύουν τα μαύρα
μέσα βρίσκεται η μάνα ηρωίδα
που σήκωσε όλους τους σταυρούς
δικούς της και δικούς μας
σε ένα ατελείωτο Γολγοθά.

Μη σας μπερδεύουν τα μαύρα ρούχα
ποιος είδε τα δάκρυα,
ποιος άκουσε τους λυγμούς,
ποιος είδε την απόγνωση μιας γυναίκας
Ποιος;

Μια άλλη Μαρία Μαγδαληνή
που σου έπλυνε τις πληγές,
που σου χαμογέλασε στον πόνο σου,
που αφιέρωσε τα καλύτερα χρόνια της.

Και σύ,
δεν είδες τίποτε,
δεν κατάλαβες τίποτε.

Μια Μαρία Μαγδαληνή
η προσωποποίηση της αγάπης.

Και σύ Χριστέ
Γιατί;
Τα μαύρα κοίταζες;
δεν μπόρεσες βαθύτερα να κοιτάξεις.

_____________

ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ

Τις απέραντες νύχτες
στις άχρωμες ώρες μου
μεταμορφώνομαι σε άνεμο
διαβαίνοντας στα πέλαγα
του έναστρου ουρανού σου
παίζοντας τη λύρα του Φοίβου.

Ξοπίσω μου στο μονοπάτι
των λησμονημένων θεών
ένας αρχαίος θνητός
την ειμαρμένη ακολουθεί
οδεύοντας προς τη φθορά
της αναπότρεπτης μοίρας του.

Της νύχτας οι ασημόχρωμοι γλάροι
κουρνιάζουν στα τσακισμένα
άλμπουρα του φεγγαριού
πλέκοντας τα σκισμένα πανιά
του πλοίου ενός άλλου Οδυσσέα.

Και γώ ναυαγός των άσκοπων χρόνων
αναζητώ την άχραντη παρουσία σου
στα αξόδευτα όνειρά μου
προσδοκώντας το νόστιμον ήμαρ
στην αγκαλιά της Πηνελόπης.

________________

ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Αφαιρετικά στοχαζόμενος
είπα να σε απογυμνώσω
από τα ιμάτια των συναισθημάτων
κι έτσι χωρίς φωνή χωρίς χρώμα
να σε δω γυμνή ψυχή μου.

Φθαρμένο το θνητό μου σώμα
από τα σκουριασμένα κύματα
κρατώντας το λάβαρο της αγάπης
βγήκα από το έρεβος του χάους.

Οι πληγωμένες πατημασιές μου
αφήσαν ίχνη για τους δήμιους
των αδυνάμων ψυχών μα διόλου
δεν φοβήθηκα μήπως και φθαρώ.

Συνεχίζοντας την άτροπό μου
μέσα στους γαλαξίες της γνώσης
διατηρώ πλήρη την επίγνωση πως
ο δρόμος αυτός της μοίρας
με οδηγεί στο πεπρωμένο μου.

_______________

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Η αξία του ιδανικού κρύβεται στην ιδιότητά του να απομακρύνεται καθώς το πλησιάζουμε.

Νοσταλγός των ονείρων,
της μουσικής των λέξεων
που πάλλονται αρμονικά
σαν φύλα της λεύκας.

Ήχοι αγγίζουν την ψυχή
με το απαλό θρόισμα
των ερωτικών ψιθύρων.

Μακρινός αντίλαλος,
ανέμελες νότες συνθέτουν
ουράνιες μουσικές συμφωνίες
χορός των αρχαγγέλων
που μάταια ερωτεύτηκαν.

Σε είδα να κάθεσαι στο βράχο
μόνη κοιτώντας το πέλαγο
να μετράς τις ώρες και τα κύματα
και το πρωινό τραγούδι σου
ωδή στον έρωτα.

___________

ΗΛΙΑΤΩΡ ΦΟΙΒΟΣ

Τα όνειρα δεν σβήνουν ποτέ μήτε αλλάζουν χέρια, τα όνειρα ζουν πολύ πριν την ύπαρξή μας και συνεχίζουν μετά από εμάς.

Κοίταξα μέσα στην άγια τράπεζα
της ψυχής σου κι έσταξα αίμα
και γλυκό κρασί από το σώμα μου
στο δισκοπότηρό σου.

Πήρα μια χούφτα ροδοπέταλα
να σκουπίσω το ύστατο δάκρυ σου
και μοίρασα άρτο, οίνο και ένα φιλί
στον Ιούδα που ψέλλισε το όνομά σου.

Ζήτησα του Φοίβου νερό της Κασταλίας
να πλύνω τις πληγές των Μυρμιδόνων
στην Αχερουσία και πήρα το μονοπάτι
για το βουνό των Κενταύρων
μήπως και εξιλεωθώ.

Ξημέρωσε και άκουσα το κλάμα
του φεγγαριού κάτω από τη προσταγή
του ηλιάτορα Απόλλωνα για φως
στα πέλαγα του κόσμου.

Σε είδα εκεί στο βράχο να προσμένεις.

_____________

ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο φτωχοί που το μόνο που έχουνε είναι πολλά χρήματα…

Πορφυρό κύμα σε απύθμενη θάλασσα
ανοιξιάτικες φωτιές του έρωτα
άπλωμα της ψυχής, φώτα σπαρμένα
στο πέλαγο, για δυο κόκκινα μάτια.

Ένας ανεμοστρόβιλος τίναξε τ αστέρια
και το δικό σου έπεσε στη θάλασσα
των πρώιμων ονείρων μου.

Μια χούφτα από πυγολαμπίδες
σου έδωσα να φέγγεις τις άναστρες νύχτες
και γώ στο μονοπάτι που σου έταξα
τις μοναχικές ώρες μου, θα καρτερώ.

Ώρες αμέτρητες της ευφροσύνης
της νοσταλγίας ώρες μοναχικές τις νύχτας
ελεγεία της ψυχής άσμα του πόθου
και ένα κορμί στα πέλαγα της ελπίδας
αναζητά το πεπρωμένο.

_____________

ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Όταν σου χαϊδεύω τα μαλλιά ξεχνιέμαι και χάνομαι μέσα στις αργόσυρτες ώρες σε μια γωνιά και χαίρουμε από το λίκνισμα του κορμιού σου και των νερών στα ίσαλα του καραβιού μου.

Λαθρεπιβάτης στο κορμί σου
είπα να ταξιδέψω στις θάλασσες σου.

Κι αν η μοίρα μου σε κάποιο βράχο
με ξεβγάλει ναυαγός εγώ
στα κύματα σου θα παλεύω
ώσπου το φως του φάρου
της ελπίδας, τα μάτια μου θ` αγγίξει.

Δεν με φοβίζουν τα κύματα
και οι καιροί, μήτε οι λαστρυγονοι
τους πειρατές τους νίκησα
στις θάλασσες του νότου.

Κι αν με προδώσει το κορμί
να ξέρεις ποτέ μου δεν έπαψα
στις θάλασσες να ψάχνω
σαν της γοργόνας τον καημό
εσένα να γυρεύω
έχοντας κατάρτια και κουπιά
μέσα στα όνειρά μου.

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΣΟΥ

Μύρισα το άρωμα
του έρωτα στο κορμί σου.

Πόσο θα ήθελα να είμαι
αρωματοποιός,
ν’ απλώσω το μήνυμα
της αγάπης σε όλους
τους ανέμους.

Πόση μαγεία κρύβει αλήθεια
το άρωμα του ιδρώτα
μιας αγκαλιάς που απλώνεται
σαν σύννεφο στη ψυχή μου.

Άκουσε η άνοιξη τα λόγια μου
και κρύφτηκε παίζοντας
στην αγκαλιά σου μέσα.

Ενα πετροχελίδονο
με καλωσόρισε.

Πήρα τη παλιά μου πένα
Και άρχισα να σου γράφω…

_____________________

ΑΝ

Αν
ήμουν αστέρι θα φώτιζα
τα πιο απόκρυφα
μονοπάτια της ψυχής σου

Αν
ήμουν γλάρος θα βούταγα
στα πιο βαθιά νερά σου

Αν
ήμουν θεός θα σε ανέβαζα
στο πιο ψηλό σύννεφο
να σε καμαρώνει όλη η πλάση

Είμαι όμως ένας
κοινός θνητός
που η αγάπη του
τα υπερβαίνει όλα..

αν…αν..

__________________

ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ταξιδεύω στις αρχαίες
θάλασσες των ερώτων
με συντρόφους πειρατές
κουρσεύοντας τους πόθους
των ναυαγών που δόθηκαν
σε μια στείρα αγάπη.

Ζήτησα του θεού τ ‘ανέμου
όνειρα και ψίθυρους να φέρει
πέρα από τις σκοτεινές
γραμμές των οριζόντων
να ανεμίσουν οι βοριάδες
στα στήθια μου
να τιμωρήσω το θάνατο
της ελπίδας.

Ποιος λοιδορεί την αγάπη

Μια νέα άνοιξη καρτερά
τις ερωτευμένες ψυχές.

__________________

ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΑΥΓΕΣ

Αυγές που ματώσανε
από τις λόγχες των θεών
σημαίες που ποτέ
δεν κυματίσανε
πύρινες ρομφαίες
που αναζητούν την δόξα.

Μάτωσε ο Δίας
στον κάτω κόσμο
φωνή της Περσεφόνης
ύστατος χαιρετισμός
κάποιων ξεχασμένων
σταυροφόρων.

Ποιοι θεοί θα μείνουν
να πολεμήσουν για σένα.

______________

ΣΚΕΨΕΙΣ

Όταν
οι άγγελοι ζηλεύουν το γέλιο της
που απλόχερα σου δίνει
σκορπίζοντας τη χαρά στο αέρα σου
και η μελωδία των αισθήσεων
σε κάνει να νιώθεις διαφορετικός
και όταν μέσα σε λιγοστούς στίχους
θυσιάζεις τις σκέψεις σου
στον ιερό βωμό της αγάπης
τότε γνωρίζεις…

Όταν
η ψυχή ξεπηδά από το έρεβος
και προσπαθεί να ισορροπήσει
σε τελειότητα αρμονίας
και η ανυπαρξία των συναισθημάτων χάνεται
και μέσα στην αλήθεια σου
επικρατεί το αληθινό φως
της γνώσης του έρωτα
τότε η συμφωνική ορχήστρα των αισθήσεων
συνθέτει σονάτες και πρελούδια
για το καλωσόρισμα της νέας απαρχής
σου στην αληθινή ζωή.

Όταν
οι νύχτες σου κάτω
από τον συννεφιασμένο ουρανό
δεν χρειάζονται το φως της σελήνης
και μπορείς να διακρίνεις το τώρα
ακόμη και το επερχόμενο
κάνοντας τη ψυχή να αγαλλιάζει
τότε η σελήνη μέσα σου
η δική σου σελήνη
είναι αρκετή να φωτίζει
τα μονοπάτια του έρωτα σου
και γίνεσαι αυτόφωτος ως ήλιος
τότε γίνεσαι ο έρωτας..

_________________

ΠΡΩΙΝΑ ΟΝΕΙΡΑ
Σηκώθηκες από τον αιώνιο ύπνο που οι μάγοι των καιρών σε τάξανε, τίναξες τα μαραμένα ροδοπέταλα, φόρεσες το κόκκινο φουστάνι που πάει με τα ξέπλεκα μαλλιά σου, άνοιξες τα ολόλευκα φτερά και πέταξες μες το όνειρό μου.

Είναι η έμπνευση που προκαλεί
μιας έγχρωμης άνοιξης πρωινό,
παρόρμηση στης ψυχής το τραίνο
στις σκουριασμένες ράγες του μυαλού,
ταξίδι αλαργινό στα πέλαγα των ονείρων
προορισμός η αγκαλιά σου.
Άκουσα τη φωνή σου περίλυπη
σαν της αύρας το απαλό θρόισμα,
που περνά μέσα από τα παραθυρόφυλλα
πρωινό τ Απρίλη.
Άνοιξα τη πόρτα μου πριν σε δω
ήταν το άρωμά σου που πλησίαζε
τις χορδές της ερωτικής μνήμης.
Μούδωσες αγιασμό και νάμα
πρωινό της κυριακής και μέθυσα
απ τα χείλη σου γλυκόπιοτο κρασί,
από φράγκικο ξερικό αμπέλι.
Άπλωσα τα γυμνά μου χέρια
να αγκαλιάσω τη παρουσία σου
μα δεν κατάλαβα πως ζουσα
μέσα στο όνειρό μου.
Μια όμορφη ημέρα ξημέρωσε.

____________________

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μέσα στα μάτια σου, έκρυψα
τη νύχτα και στα χέρια σου,
δυο μικρά αστέρια, να φωτίζεις
τις νότες, μιας σονάτα του χθες.
Πήρα της κανέλας άρωμα να σου δώσω
και ήπια στη πηγή σου αθάνατο νερό.
Τις ώρες της νύχτας που σε καρτερούσα,
έμαθα τη μουσική της βροχής,
μετρώντας τις σταγόνες μία προς μία,
βάζοντας δικούς μου στίχους
στο επουράνιο παραλήρημα,
της θείας αρμονίας του κορμιού σου.
Εγώ έμαθα τους αγγέλους να τραγουδούν.
Δικιά μου η ουράνια μελωδία
που ξεχύνεται σαν το άρωμα
του κορμιού, που σπαρταρά
στις κρυφές αγκαλιές του έρωτα.
Εγώ έγραψα τα ποιήματα ζώντας
μέσα στο σώμα σου και έκρυψα
τα άρρητα λόγια μη χαθούν,
στη αχλή της υπομονής
και της καρτερικότητας μου.
Σήκωσα τα μάτια μου στο ήλιο,
μετρώντας τους καιρούς και τις ώρες μας,
σβήνοντας τις ομίχλες που άφησε η έλλειψη μας,
δαμάζοντας τους φόβους και τις αναστολές.
Μαζί σου έμαθα τη γλώσσα των χρωμάτων,
τη γλώσσα του κορμιού και της μουσικής
Μαζί σου αφουγκράστηκα
τους ψιθύρους του θείου έρωτα,
τις απόκρυφες στιγμές μας.
Να ξέρεις δεν είμαι η φωτιά που καίει,
μα μπορώ να σε κάψω με μια αγκαλιά.
Δεν είμαι το ποτάμι που ξεχύνεται στις όχθες,
μα μπορώ να πλημμυρίζω τις νύχτες σου.
Δεν είμαι ο άνεμος που κτυπά τα παράθυρα,
μα μπορώ να στείλω την αύρα μου
στα πιο απόκρυφα δώματα της ύπαρξής σου.
Απόψε θα σε πάρω από το χέρι
να πάμε εκεί που τραγουδούν
τις νύχτες οι γρύλοι να ακούσουμε μαζί

________________________

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΗΛΙΟΣ

Πρώιμος ήλιος την νύχτας, σημάδι
νέας ημέρας ερχομός, καιρός είναι
να αφήσω το μισοφέγγαρο να δύσει.
Μάζεψα με τα σκουριασμένα δάκτυλα μου
δικά σου αστέρια, ξεχασμένα στο νερό
της σιωπής και του Ιησού τον ήλο ζήτησα,
να τα καρφώσω στο μέτωπό μου.
Σηκώθηκα από το μνήμα μου πριν χαθώ
μέσα στα όνειρα ξένων ανθρώπων
και φίλησα το κρίνο του αρχάγγελου
ζητώντας λίγες στιγμές ακόμη
από αυτές που δεν πρόλαβα.
Εγώ ζω πάνω από τους χειμώνες
και πέρα από τις άνοιξες
και τα καλοκαίρια εκεί
όπου φυτρώνει το χαμόγελό σου.
Ζήτησα της μοίρας να ξυπνήσει
ότι κοιμάται μέσα στη ψυχή σου
να πιαστώ από τον μίσχο
του πιο τρυφερού ρόδου
να φυσήξω σαν την πρωινή αύρα
του πέλαγου πνοή από τη δική μου.
Σε είδα να με κοιτάς αμίλητη
στην όχθη του Ιορδάνη
και μυστικά ψέλλισες
στ αστέρια το όνομα μου.

________________

ΠΡΩΙΝΗ ΑΠΝΟΙΑ

Ανάγλυφες ψυχές
σμιλευμένες που ζουν μέσα σε στήθη
από κατάλευκα όστρακα.
Πέτρινα λόγια δεμένα
στο κορμί της άνοιξης ανθίζουν
μέσα στις σιωπές ενός
φοβισμένου ανεκπλήρωτου έρωτα.
Σκουριασμένα δειλινά
από τις ομίχλες των χαμένων χρόνων
ξιφομαχούνε με τους γλάρους
και μια Αλκυόνη
να ψάχνει το σύντροφό της
μέσα στη λαίλαπα των κυμάτων.
Ψάχνω να βρω τη καρδιά του ανέμου
να στείλω τα λόγια μου
σε ριπές της πρωινής αύρας
μα ο σιρόκος έχασε το δρόμο.
Νύχτωσε και το μόνο φως
που μου επέμεινε είναι
το λυκόφως των ματιών σου.

___________________

ΠΡΩΙΝΗ ΑΠΝΟΙΑ

Ανάγλυφες ψυχές
σμιλευμένες που ζουν μέσα σε στήθη
από κατάλευκα όστρακα.
Πέτρινα λόγια δεμένα
στο κορμί της άνοιξης ανθίζουν
μέσα στις σιωπές ενός
φοβισμένου ανεκπλήρωτου έρωτα.
Σκουριασμένα δειλινά
από τις ομίχλες των χαμένων χρόνων
ξιφομαχούνε με τους γλάρους
και μια Αλκυόνη
να ψάχνει το σύντροφό της
μέσα στη λαίλαπα των κυμάτων.
Ψάχνω να βρω τη καρδιά του ανέμου
να στείλω τα λόγια μου
σε ριπές της πρωινής αύρας
μα ο σιρόκος έχασε το δρόμο.
Νύχτωσε και το μόνο φως
που μου επέμεινε είναι
το λυκόφως των ματιών σου.

_________________

 

ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΥΣΑ

Ανάλαφρη
από σκιές απαλλαγμένη,
κόρη του ήλιου απαστράπτουσα
βορρά των ορδών του ερέβους,
ορθώνεσαι εμπρός,
στο σκοτεινό φάσμα του πυρός,
ζητώντας την αλήθεια σου
και ότι ήταν κρυμμένο
στο φως της νύκτας.
Ακολουθώντας πιστά
το άρμα του Φαέθωνα
σαγήνευσες τους θνητούς
στο πέρασμα των χρόνων
αψηφώντας τη θέρμη
του ηλιοκρατωρα απώλεσες
τη φρεσκάδα των ανθών σου.
Σαν τον φλοίσβο
των πρώιμων κυμάτων
των αρχαίων θαλασσών
ραπίζουν τα μάτια σου
ανάλαφρο δάκρυ της θάλασσας
δροσίζοντας της ροδαυγής
τις πρώτες ηλιαχτίδες
κραυγές απόγνωσης
των αργοπορημένων γλάρων.
Κι εγώ δοκιμάζοντας
τις αντοχές των προσδοκιών μου
σημαδεύω με βέλη του έρωτα
τις ομίχλες της έλλειψης
ανεμίζοντας φρέσκες ελπίδες
στα σμήνη των
ανοιξιάτικων ερωδιών.

________________

ΑΣΩΜΑΤΟΝ ΦΩΣ

Θάνατος υπάρχει όπου η αγάπη δεν έχει αγγίξει τις ψυχές γιατι οι ψυχές μόνο με αγάπη ζουν διαφορετικά χάνονται στη αχλή του χρόνου και του ερέβους.

Τρομαγμένοι τοίχοι
περιβάλουν την ύπαρξή μου
μα μόνο το φυσικό μου κόσμο.
Η αργασμένη ψυχή και ο νους
ταξιδεύουν πάνω στα ηλιόφωτα
μονοπάτια έτσι ασώματα
καθαρά πέρα στις παλλόμενες
φυτείες του έρωτα μου
προσπαθώντας να σβήσουν
τις σκιές από τις καταλυτικές
νύχτες που καταστρέφουν
το γαλαξία μου.
Πλασμένη η ψυχή
κάτ εικόνα και ομοίωση
εκλιπαρεί τους ενάστρους
ουρανούς να φωτίσουν
την άβυσσο των ανέμων
που στροβιλίζουν τους έλικες
της αμφιλύκης για να μπορώ
να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου
τις απύθμενες νύχτες
των μοναχικών και αλαφιασμένων
συναισθημάτων.
Ξημέρωσε
άνοιξα τη πόρτα μου διάπλατη
στο φως κι ένα ποτάμι
άρχισε το τραγούδι του.

_________________

ΜΙΑ ΑΛΙΚΗ ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Ναυαγός στη θάλασσα της αγκαλιάς σου
δροσίζω το ηλιοκαμένο πρόσωπό μου
στο κύμα σου δίνοντας υπόσταση
στον πόθο μου που από σταγόνα
της βροχής ξεχύνεται στο χείμαρρο.
Μάζεψα τα λόγια μου
στην ανέμη των στίχων
μα είναι μια λέξη που μου ξέφυγε
κρυμμένη στους ίσκιους των ψυχών
που δεν πρόλαβαν να ζήσουν.
Και γώ ίσα που προλαβαίνω
να κρατήσω ζωντανό το όνειρο.
Μόλις σε σκέφτηκα ένοιωσα
πως ήλθε η άνοιξη .

_____________

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ

Όταν η πορεία σου
μέσα από αντισυμβατικές ατροπούς
σε έχει μάθει να ζεις ελεύθερα
και χωρίς καλούπια, τότε η παρουσία σου
και το αποτύπωμα σου
δηλώνει την ιδιαιτερότητα σου.
Όταν δεν φοβάσαι μη τσαλακωθείς
και η ταπείνωση είναι ένα
από τα χαρακτηριστικά σου
και όταν εγκαταλείποντας
την μοναχικότητα σου απλωθείς
στο σύντροφό σου και δεν φοβάσαι
να δείξεις τις πληγές και τα σημάδια σου
στον άνθρωπο που επέλεξες
τότε έχεις κάνει σημαντικό βήμα
έχεις κάνει τον προσωπικό σου μύθο
σφραγίδα και το αποτύπωμα σου εικόνα.
Τότε είσαι ελεύθερος.
Είσαι ελεύθερος όταν η πηγαία
και καθαρή προσφορά σου
προς τον σύντροφο της ζωή σου
που επέλεξες ενσυνείδητα έχει σκοπό
την εν συναίσθηση και την εξάλειψη
κάθε ιδιοτέλειας, τότε οι ψυχικοί κραδασμοί
αρχίζουν να ανεβαίνουν
παρασύροντας σε άλλες
υψηλότερες συχνότητες ύπαρξης,
Τότε η ζωή αποκτά νοήματα υψηλά
και δημιουργεί διαφορετικότητες
και η συνύπαρξη γίνεται αρμονική
και πλέον αντιλαμβάνεσαι
την ανάγκη να ταυτιστείς στα αλλότρια πάθη
του επιλεκτικού συντρόφου σου
και μέσα από τις εσωτερικές σου διαδικασίες
δημιουργείται μια αλληλουχία συναισθημάτων
που η σχέση έχει αποκτήσει
θεϊκό νόημα και υπόσταση….

____________________

ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΕΑ

Σαν μέλισσα σε έχω στο μυαλό μου
και νιώθω μεθυσμένος
από τα μέλια του κορμιού σου
και ξεχύνομαι στροβιλίζοντας
τη ψυχή μου στα λιβάδια του έρωτα
ανάμεσα στις άγριες τουλίπες.
Έρχομαι ως αθάνατη παρουσία
χωρίς να ακούγομαι,
καράβι το κορμί μου,
να δέσω στο στερνό
των ταξιδιών μου κάβο σου.
Πόσο μούλειψε η μυρουδιά
από τα στήθη σου που κατάλευκα
της θάλασσας κοχύλια μοιάζουν
και το αλαβάστρινο περίγραμμα
του κορμιού σου
ω κατάλευκη γυναίκα θεά.
Ποτέ μου δε λησμόνησα
τα αμέτρητα φεγγαρόφωτα
που για χατίρι σου έκλεβα
τις ασημόχρωμες ακτίνες
και τις έπλεκα στα μεταξένια
κόκκινα μαλλιά σου.
Κι έφτασα εδώ στη στεριά σου
αποκαμωμένος από τα λαίμαργα κύματα
που σάρωναν την ύπαρξή μου
περνώντας αναμεσά σε κερκόπορτες
και αψηφώντας τον κέρβερο των καιρών
τίμησα το κάλεσμα σου γυναίκα θεά.
Σε άκουσα να μου μιλάς
με ουράνια λόγια και οι στίχοι σου
γράφτηκαν στους ουρανούς μου
και οι λέξεις σου έγιναν ωδές
που τα πρωινά κάποιοι γλάροι
τραγουδούν καθισμένοι
στα ταξιδιάρικα κατάρτια.

_________________

ΨΥΧΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Εάν του ονείρου απατηλού
δεν καταντάς να γίνεις σκλάβος,
δε λογαριάζεις τη ροή της σκέψης σου
σαν ύψιστο αυτοσκοπό,
την ήττα και τη νίκη που σου στέλνει
η ζωή απρόβλεπτη σαν χάος
τις δέχεσαι αδιάφορος
και ήρεμος με ύφος αρρενωπό
εάν έχεις τη δύναμη να συγκρατιέσαι,
όταν κλέβουν το δικό σου λόγο
για ν’ αμαυρώσουν την αλήθεια σου
οι επιδέξιοι απαγωγείς
εάν το έργο της ζωής γκρεμίζεται
από την τυφλή μοίρα
και πάνω στα ερείπια μπορείς
ξανά θεμέλιο να ανοικοδομείς
μες στων παλιρροιών
τον κοχλασμό και παγωνιά.

Έτσι..

Κακοτράχαλος, ρίχτηκα
να φύγω απ’ το παρελθόν,
και οι χερσόνησοι
που ξεκολλούσαν από τη στεριά
δεν γνώρισαν το θρίαμβο
πιο άγριων παθών
το ξύπνημά μου ευλογούσε
της καταιγίδας η οθόνη,
σαν φελλό με πετούσαν
τα τεράστια κύματα,
που κουνιούνται τα πτώματα
στης σήψης τη ραστώνη
και ατέλειωτες νύχτες λαχτάρας
για των φάρων τα μάτια.

________________

Το πιο ωραίο ταξίδι μου θυμάμαι, Αύγουστος και σε αγκάλιασα εκεί στη ρηχή θάλασσα των άστρων, όταν μου πρόσφερες απλόχερα, την απεραντοσύνη της θάλασσας της ψυχής σου.

Μου είπες
εγώ είμαι η θάλασσά σου
και με ταξίδεψες
σε πέλαγα των ονείρων
σε απάτητα νησιά και στεριές
που μήτε τα άγρια δεν γνώριζαν.
Σε κάθε ταξίδι
η ψυχή φτερούγιζε
και το αλατισμένο κορμί
καιγόταν
από τον πυρετό του έρωτα.
Γοργοτάξιδο σκαρί
μουσική της θάλασσας
ο παφλασμός των κυμάτων.
Στοργικοί άνεμοι
ερωτευμένοι με τα πανιά
λευκά δελφίνια σύντροφοι
αγγίζοντας
τα ίσαλα του κορμιού μου
και στο κατάρτι
ένας φλύαρος γλάρος
να σπάει την ησυχία.

______________

ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΙΛΙ

Ας είναι ο ουρανός μας συννεφιασμένος και μελαγχολικός. Είναι κάποια πρωινά που ξυπνάς από το ποιο γλυκό όνειρο και κάποια δειλινά που οι ψυχές μας γίνονται ένα με το θεό.

Είπα να ζωγραφίσω
τα όνειρά μου.
Κάλεσα τις αναμνήσεις
μία μια και άρχισα
να αποτυπώνω
στη παλέτα της ψυχής
τις θύμισες.
Έβαλα χρώμα κόκκινο
στα πιο γλυκά φιλιά σου
μα τη γεύση τους
δεν μπόρεσα να χρωματίσω.
Πήρα κάποιες παλιές λέξεις
που είχα φυλάξει για σένα
και έγραψα στην άμμο
και τις πήρε το κύμα
μα δεν χάθηκαν.
Η θάλασσα γνωρίζει
από αλήθειες.
Έτσι άφησα τα όνειρά μου
να σεργιανάν
στις θάλασσες σου
και κράτησα την εικόνα σου
μέσα στα μάτια μου
να μη βραχεί.

__________________

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Δεν αρκεί για την δόξα ο μίτος της Αριάδνης, μήτε η ήττα του μινώταυρου κι ένας Αιγέας προσμένοντας την χαρά της νίκης, χάνεται στα νερά του πελάγου.

Με ρώτησες τι είναι ποίηση
Σου είπα ίσως μια δοκιμή
για την αθανασία.
Και σαν θα φύγω λίγοι στίχοι
να σου θυμίσουν
το ένδοξο τέλος μου.
Είναι και αυτοί οι στίχοι
που δεν πρόλαβα
μα βλέπεις
τι να πρωτοκοιτάξω
το χαρτί ή τα μάτια σου.
Ποίηση είναι όταν σε λαχταρώ
και δεν σε έχω
και με την πένα προσπαθώ
να φτιάξω
πρωτόπλαστους κόσμους.

_____________________

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΑΡΩΜΑ

Σε είδα να κλαις
κάτω από το πρωτοβρόχι
του φθινόπωρου
και οι σταγόνες της βροχής
είχαν ανακατευτεί με τα δάκρυα
και έσταζαν τη πίκρα σου
στο ζεστό χώμα.
Μάζεψα μια χεριά
από αμάραντο και βασιλικό
να σου γλυκάνω τον πόνο
μα δε σήκωσες το πρόσωπο σου
να με κοιτάξεις.
Κάτω στο κάμπο
ένα ξεχασμένο νυχτοπούλι
μεθυσμένο από το άρωμα σου
μπέρδευε τα λόγια του
και οι νότες μεθυσμένες
κι αυτές θαρρώ μοιάζανε
με ήχο από βιολοντσέλο
που προσπαθούσε να μιμηθεί
τη σονάτα του Debussy
για τον Πιερότο του Μπαχ
σε μι ελάσσονα, ήχος πνιγμένος
από τη πρωινή δροσιά.
Μια αύρα έσπρωξε
το τελευταίο μπουκέ
από το νυχτολούλουδο
και πλημύρισε τις κυψέλες μου
με το βαρύ άρωμα του.
Σήκωσα το κεφάλι μου
και εκεί στο βάθος του ορίζοντα
ένα ουράνιο τόξο σηκώθηκε
βαριεστημένα να δώσει
το μήνυμα της βροχής
που ξέμεινε από νερό
Είδα τη κλέφτικη μάτια
που μου έριξες τις λάμψεις
των κόκκινων ματιών σου
που μοιάζανε με φλόγα
από πυρσό από τις αρχαίες
φρυκτωρίες και γύρισα.
Μια αγκαλιά μου ζήτησες
χωρίς να μου μιλήσεις
και ανοίγοντας τα χέρια μου
σε έχωσα μέσα να ζεσταθείς
Μια καρδιά που ο ρυθμός της
θύμιζε αρχαία τύμπανα πολέμου
στις Συρακούσες πριν τη μάχη.
Ένα φιλί και όλα σώπασαν
ξαφνικά λες και είχαν
ραντεβού με τη στιγμή
Κάπου εκεί πριν το όρος των ελαιών
ο Χριστός καλούσε τη Μαρία
τη μάνα και τη Μαγδαληνή
να γιατρέψουν τις πληγές του.
Ένα χελιδόνι μου θύμισε
πως ήλθε η άνοιξη …

__________________________

ΑΦΩΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Χθες το βράδυ ένας πανικός στο πρόσωπο του φεγγαριού κατέβαλλε τις σκέψεις μου και έστειλα δυο χελιδόνια να κλέψουν τη λύπη.

Μέσα στο ημίφως των ειδώλων
ασάλευτες σκιές προβάλουν
την ανυπαρξία τους προσπαθώντας
να επιβάλουν στο χώρο την ανύπαρκτη
παρουσία σε φοβισμένες ψυχές.
Μερικές φορές το αμυδρό φως ενός κεριού
φωτίζει καλύτερα από τον ήλιο
κάποιες πτυχές της ψυχής
που αναζητά τις αλήθειες της
μέσα από τα βουβά νοήματα.
Αναπολώντας τις πιο όμορφες στιγμές
προσπαθώ να αιχμαλωτίσω το χρόνο
στα δάκτυλα της σκέψης μου κρατώντας
την εικόνα σου στα μάτια μου.
Τα χέρια μου έχωσα
στα σπλάχνα της σιωπής να βρω
τις λέξεις που σου ταιριάζουν.
Χρόνια ζητούσα λύτρωση από το σύμπαν
μα ήξερα πως ήδη έχω σωθεί
από τη μέρα που πρώτη φορά σε είδα.
Πόσες φορές πήρα το μονοπάτι σου
και μύρισα τις πασχαλιές και το βασιλικό
στο περιβόλι της καρδιάς σου.
Ένας τεμπέλης άνεμος σηκώθηκε μέσα μου
και ξεθαρρεύοντας ανοίγω τα φτερά
για το δικό σου γαλαξία.

__________________________

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ

Θυμίαμα, παν σπέρμα
πλην κυάμων και αρωμάτων.
Γυνή θεά, μητέρα των μακάρων
και των θνητών ανθρώπων,
πάντροφε, πανδώτειρα, τελεσφόρε,
παντολέτειρα, αυξιθαλής, φερέκαρπε,
που βρίθεις με ωραίες ώρες,
έδρανο του αθανάτου Κόσμου,
πολυποίκιλε, κούρη,
που σε λόχιες ωδίνες κύεις πολυειδή καρπό,
αίδια, πολύσεπτε, βαθύστερνη, ολβιόμοιρη,
δαίμονα που χαίρεσαι με τις ηδύπνοες
πολυάνθεμες χλόες, εμβροχαρή,
περί της οποίας ελίσσεται
ο πολυδαίδαλος κόσμος των άστρων
με την αέναη φύση και τα δεινά ρεύματα.
Αλλά μακάρια θεά, ας αυξάνεις
τους πολυγηθείς καρπούς έχοντας
ευμενές ήτορ, μαζί με όλβο εν ώραις.

ΑΠΟ ΚΥΘΗΡΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Θυμάμαι που μου πες ένα δειλινό τ άγουστου πως τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε και τότε άλλαξα ρότα και τράβηξα για την δική μου γνώριμη Ιθάκη.

Διάχυτες αισθήσεις
περιπλέουσες στον αέρα
που η αντήχησή τους φεγγοβολά
στο άπειρο προσπαθούν άγαρμπα
να συγκεντρωθούν και να γίνουν
θύμηση των πεπραγμένων.
Οι λέξεις χαμένες στην αχλή των καιρών
ψάχνουν απεγνωσμένα στίχους
ποιημάτων να κρυφτούν
και ένας ποιητής στην απροσδιοριστία
προσπαθεί να πλέξει το νόημα.
Εννοιες κρυμμένες σε ανήλιαγα δώματα
σέρνονται να βρουν προορισμό
μέσα από τις ανείπωτες λέξεις
πριν από τη φθορά των καιρών
να προλάβουν τη δύση τους.
Στο βάθος του δρόμου
ένας έρωτας αργοπορημένος
ψάχνει κορμί να ζήσει την εμπειρία
της εφήμερης έκστασης χωρίς να γνωρίζει
πως όταν ο πόθος χάνεται,
χάνεται και η αξία του επιθυμητού.
Σε βρήκα εκεί πριν την Ιθάκη
να σεργιανάς τα πέλαγα
σκουριασμένη μορφή των κυμάτων
και με ένα κορμί φθαρμένο από το λιόκαμα
χωρίς συντρόφους δίπλα σου
να δέρνεις με το κουπί τα κύματα.

___________________

ΑΝΕΜΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ποτάμια που τα νερά τους παιχνιδίζουν
μέσα στα σύννεφα της σκέψης μου
και ανασκαλεύουν στεριές
στα πέλαγα του μυαλού.
Ήχοι πρωτάκουστοι από κοχύλια
των αρχαίων πειρατών
μουσικές φοβισμένες που τρομάζουν
των αισθήσεων τον βαθύ λήθαργο.
Ένας άνεμος αποσπερίτης
κρυφά μου φέρνει το μυστικό σου
μαζί και δυο χούφτες από βροχή.
Ατέρμονες σκέψεις
που ξεθωριάζουν τη πορεία,
και η λαγουδέρα έρμαιο των καιρών
με δυσκολεύει και οι φουρτούνες
φοβάμαι μη ξυπνήσουν το φθόνο
της γοργόνας που καραδοκεί
να τσακίσει το σκαρί μου.
Έμαθα να αντέχω στα παγωμένα νερά
της Αχερουσίας και πρόβαλλα το σπαθί μου
στον Μένιππο προσμένοντας
του Φοίβου την πρώτη ηλιαχτίδα.
Ανέβηκα στον Όλυμπο και είδα
τσακισμένους από το πέρασμα
του χρόνου θεούς
να με εκλιπαρούν για συγχώρεση.
Ζήτησα του αρχαγγέλου
να φυλάξει την εικόνα σου
μη τύχει και βραχούν τα όνειρά μου
στα πέλαγα την λησμονιάς.
Έζησα ολάκερες ζωές
χωρίς την παρουσία σου.
Τώρα ζώ μες το χαμόγελό σου
Τώρα ζω…

____________________

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Πήρα τα λόγια που μου ψιθύρισες
εχθές αργά τη νύχτα.
Τα έβαλα σε ένα ποτήρι
με δυο δάκτυλα παλιό κόκκινο κρασί
και άρχισα γουλιά γουλιά να πίνω.
Ένα άρωμα ηδύποτου έρωτα
απλώθηκε στη κάμαρη μου
Σηκώθηκα χαράματα άνοιξα το παράθυρό
και άφησα τα πουλιά
που είχαν κουρνιάσει στη ψυχή μου
να φτερουγίσουν στο φως της ημέρα σου.
Σήκωσα τα χέρια μου στον ήλιο
και ένα δάκρυ του θεού έσταξε
στις παλάμες μου.
Σε είδα στο όνειρό μου
να έρχεσαι από μακριά
έσκυψα και ένιψα τα πόδια σου
εκεί στο ρείθρο του στενού δρόμου
και σού δωσα μια χούφτα
με αθάνατο νερό να ξεδιψάσεις.
Βράδιασε και με πήρε η ώρα
και η νυχτιά με βρήκε στο πεζούλι
εκεί στη πόρτα σου να γράφω στίχους.
Δυο πυγολαμπίδες πέταξαν
και το φως τους έγινε φωτιά
μήνυμα πως εδώ κοντά μου είσαι.

________________________

ΕΡΩΤΑΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ

Είμαι ελεύθερος και ερωτευμένος.
Είμαι δραπέτης ενός άλλου ουρανού
χωρίς τα μαύρα σύννεφα
και τις καταιγίδες που αμαυρώνουν
τις σκέψεις και τις ψυχές των ανθρώπων.
Έχω τα χρώματα ενός ονειροπόλου
που δεν συμβιβάζεται σε νόμους
παρά μόνο εκεί που ορίζει η καρδιά
και τη πορεία του ήλιου πιστά ακολουθώ.
Για σένα έκλεψα το στέμμα του ήλιου
να σε βλέπω να λάμπεις υπέρλαμπρη παρουσία
Μαζί σου τα ανεκπλήρωτα πάθη θα ζήσω
και με την αγάπη σου θα ολοκληρωθούν
τα κρυμμένα μου όνειρα.
Είσαι η φωνή του ανέμου
όταν το πρωί ανοίγω τα παράθυρα μου
και η αιθέρια μουσική σου
ξεχύνεται στα βάθη της ύπαρξής μου.
Είναι που δεν μπορώ να πάρω
τη σκέψη μου από το πρόσωπό σου.
Είναι που στο πρόσωπό σου είναι
χαραγμένη όλη μου η λατρεία
και είναι που τα σημάδια των καιρών
μου φανέρωσαν το μυστικό σου.
Ξέρω πριν βασιλέψουν τα μάτια μου
θα είσαι η τελευταία εικόνα και φως μου.
Πως αλλιώς να στο πω…

____________________

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΣΟΥ

Μου ζήτησες το πιο ωραίο ποίημα μου.

Συλλογίζομαι αρκετή ώρα πως να πλάσω
στίχους παρθένους που πένα
και στόμα ποιητή ποτέ δεν έχει αγγίξει.
Πως να ψελλίσω στο χαρτί το αίμα της ψυχής μου
και πως μπορούν τα τόσα δάκρυα να γίνουνε μελάνι.
Ξύπνησα μέσα στη καρδιά της νύχτας
από τη σκέψη σου και άρχισα να μετρώ
τα καμώματα τις δυνάμεις
και τις αδυναμίες της ψυχής μου.
Ένα σύννεφο ωσάν πέπλο βαρύ
σκοτείνιασε το μυαλό μου
και προσπάθησα να θυμηθώ τη μορφή σου,
Σε είχα δει να κοιτάζεις από το παράθυρο σου
στο πέλαγο επίμονα καθημερινά λες
και πρόσμενες κάτι να φανεί στον ορίζοντα.
Έμαθα πως αυτός που περίμενες
θα ερχόταν από πολύ μακριά,
δώρο ή επιταγή της μοίρας, ελπίδα
και άνοιξης φως στα σκοτεινά δώματα
του είναι σου και ζεστός ήλιος
στα δεμένα χέρια σου.
Τον είδα στη μάχη του για σένα
να σκαρφαλώνει σε ξύλινο άλογο
για να μπει κρυφά στο προαύλιο της καρδίας σου.
Τον είδα δεμένο στο κατάρτι του πλοίου
κάπου στο νότο να υπομένει τη μουσική
και τα θέλγητρα των σειρήνων για χάρη σου.
Τον είδα ταπεινά αρχοντική η παρουσία του,
να έρχεται στο παλάτι σου,
ωσάν επαίτης της αγάπης, να προσκυνά
και να φυλάει το χώμα της γενέτειρας
πατρίδας του και δίνοντας σου το κρυφό φιλί
και τον όρκο, κοιτάζοντας σε κατάματα
να σε αντρειεύει με μια μάτια
και να σε πλημμυρίζει από αγάπη και έρωτα.
Τον είδα αγέρωχο, να κρατά το τόξο του
και να καθαρίζει το τοπίο με τα βέλη
και το σπαθί του και να σκορπά τον όλεθρο
και αίμα να κυλά από τα κουφάρια
των άδικων και άψυχων κορμιών
που ανήμπορα να αντισταθούν
στη μάχη της αγάπης του.
Σε είδα που πήρες το υφαντό σου
που χρόνια έγνεθες και το έριξες
στα νερά του πέλαγου δώρο
στους θεούς και λύτρωση για σένα
υπόσχεση αγάπης και αφοσίωσης.
Πρώτη φορά σε είδα να γελάς
και το γέλιο σου πρωινό κελάηδημα
της Αλκυόνης στο βράχο της προσμονής
να ακούγεται μέχρι την Τροία.
Εγώ δεν είμαι ποιητής μη με ρωτάς.
Για κάποιους που δεν με γνωρίζουν
το ονομα μου ειναι Κανένας.

________________

ΟΝΕΙΡΕΜΑ

Υποδόρια συναισθήματα

που ζητούν να απελευθερωθούν

από τις αναστολές των σκέψεων

και διψούν για αλήθεια και φως.

Δώσε μου το φεγγάρι σου

να φέξω το μονοπάτι

και δώσε μου τ αστέρια σου

να ντυθώ να γίνω φως και αγάπη.

Μάζεψα τις ψυχές των κοραλλιών

και ζήτησα των κυμάτων

το πρωινό σάλπισμα

και του ανέμου τους φθόγγους

να γράψω ωδή στην αγάπη μας.

Ζήτησα των θεών να σωπάσουν

μπροστά στο μεγαλείο του ερωτά μας.

Γκρέμισα τους κήπους της Βαβυλώνας

να μη ζηλέψεις

και στο μαντείο των Δελφών

έγινα ιεροφάντης για χατίρι σου.

Απόψε στον Ελικώνα

θα κλέψω τα εννιά κορίτσια

και χορό θα στήσω

στα μαρμαρένια αλώνια

να αναστήσω τον πιο όμορφο έρωτα.

______________________

ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΣΥ

Πόσο σου μοιάζει αυτή η θάλασσα
αυτό το απαλό θρόισμα των κυμάτων
μου ανασύρει μνήμες
από τα υπόγεια της θύμησής μου
και γίνεσαι όραμα στο μυαλό
εικόνα ζωντανή και θέλω
να σ αρπάξω στην αγκαλιά μου.
Σήμερα φίλησα την αυγή
και κίνησα ταξίδι στα όνειρά μου
και είπα θα φτάσω στο τέλος
του ορίζοντα μέχρι που θα σε βρω.
Ρώτησα τον πουνέντη
και δώρο έταξα στους θεούς των ανέμων
να γεμίσουν με αέρα τα πανιά
και πλοηγό μου έκαμα
των ουρανών τους γλάρους
εκείνοι ξέρουνε από όνειρα.
Τον άγριο καλπασμό της θάλασσας
δεν τον φοβούμαι μήτε τον Ποσειδώνα
και τους δυνατούς αέρηδες αψηφώ
κι έμαθα να παλεύω με τα στοιχειά
της θάλασσας και των ανέμων.
Το μόνο που φοβάμαι μήπως
και δεν ξαναδώ την ομορφιά της πλάσης
που έμαθα να την κοιτώ
μες τα γλυκά σου μάτια.

________________________________

ΑΘΑΝΑΤΗ ΘΝΗΤΗ

Προσπαθώ να τραβήξω τις γκρεμισμένες λέξεις από τις σκιές και να τις κάνω ποίημα.

Σε κράτησα στην αγκαλιά μου
και ο ιδρώτας του κορμιού σου
έγινε στίχος και η ανάσα σου προσευχή.
Προσκύνησα μπρος στο γυμνό σου σώμα
ω αθάνατη θνητή ομορφιά μου.
Έβαλα λευκά πανιά στα κατάρτια μου
ζητώντας των ανέμων συγχώρεση
και ζήτησα του Ηφαίστου ατσάλινα κουπιά.
Πήρα νερό και πηλό και φύσηξα
ζωή να δώσω στο ποίημα
μα οι στίχοι μου μικροί.
Απόψε στην ανατολή το φεγγάρι
ανέβηκε ματωμένο
και μια θάλασσα βουβή
λες και οι θεοί ζήλεψαν τον έρωτα
και φτιάχνουν δικό του σκηνικό.
Απόψε θα ελευθερώσω
τα πιο ευσεβή μου αισθήματα
και τις αρχέγονες ορμές μου.
Δεν έχω άλλο τρόπο.
Εγώ είμαι το σ αγαπώ σου.

_______________________________________

ΚΡΥΦΟΙ ΠΟΘΟΙ

Διάβασα και θαύμασα το ποίημα σου
χωρίς να το γνωρίζεις.
Έζησα τα καλοκαίρια των θεών,
λούστηκα στον αφρό της ανάστασης,
μέσα σε απαλά λικνίσματα
των δελφινιών
και το πρωινό φως των αστερίων
να σβήνει από τον ήλιο.
Ξύπνησα πολλές φορές,
από τον ήχο των γρύλων,
κρύφτηκα κάτω από τα λιόδεντρα,
παίζοντας κρυφτό με το φεγγάρι
και αφέθηκα στην αμμουδιά σου,
να δροσιστώ, από την αλμύρα
της θάλασσάς σου.
Έκαμα όνειρα τινάζοντας το φως
απ τις παλάμες μου και φύσηξα
τη σκόνη του μυαλού μου
να σκεπάσω των αστερίων τη λάμψη,
για να μπορώ να χάνομαι
στην απεραντοσύνη σου.
Έγινα φως και σκιά
πέταξα μακριά με τα φτερά
των γερακιών
και έκλεψα πνοή του ανέμου
να απλωθώ μέσα στο ποίημα.
Φόρεσα τους στίχους σου
και έπλεξα μαγιάτικο στεφάνι
με τις λέξεις, να μπορώ να σε μαγέψω
μικρό μου μεγάλο όνειρο
μονάχα εγώ να σ έχω.

__________________________________________

ΜΙΑ ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Σήκωσα τα χέρια στον ουρανό
και ζήτησα του θεού
να μου επιστρέψει τα χρόνια
που έζησα χωρίς εσένα.
Γύρισα τα μάτια μου στη γη
και έδωσα πίσω τις κίβδηλες αγκαλιές
που μου πήρανε το χρόνο
Έκλεισα τα μάτια μου και σου μίλησα.
Άνοιξα το παράθυρο στον ήλιο
και η αρμύρα γέμισε
τα ρουθούνια μου με θύμισες.
Σου έστειλα το σ αγαπώ
με τη τρικυμία της θάλασσας.
Να ξέρεις δεν θα περιμένω
τον Αύγουστο
εγώ είμαι ο Αύγουστος
και συ το καλοκαίρι μου
και το φιλί μας η σύναξη
όλου του κόσμου.
Η απαρχή της νέας δημιουργίας.
Άρπαξα με τα δάκτυλα μου
την ασημένια γραμμή
που μας ενώνει
και πήρα το δρόμο της καρδιάς.

__________________________________________________________

ΑΦΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΩΝ

Πόσο γλυκά ακουμπούν μέσα μου
τα λόγια της σιωπής σου
λέξεις ανείπωτες σαν ψαλμοί
από κάποιο ξεχασμένο ευαγγέλιο
μηνύματα λες, που γίνονται ροή
στις φλέβες καυτού αίματος.
Ψάχνω να βρω αποτύπωμα
από το φιλί του Ιούδα
σε κάποια σελίδα
της σκουριασμένης βίβλου μου
μα η αμνησία των πεπραγμένων
πέρασε στη σιωπή
και σκέπασε τη μνήμη
με το πέπλο της λήθης.
Έσυρα από τα βάθη σου
ολόλευκα κοράλλια
και φυλακτό σου έφτιαξα
με τα κοχύλια της άνοιξης
Έκλεψα μέλι από τους αγρούς
της νιότης σου
και ζήτησα άφεση αμαρτιών
από αδύναμους θεούς
που χάρη ζητούν
από μιας Παναγιάς τον κρίνο.
Έφτασα ως εδώ
στο κατώφλι του ναού σου
και ζήτησα από τον αρχάγγελο
σμύρνα και λιβάνι και με το φως
της πορφυρογέννητης αυγής
ωδή να γράψω και χρησμό
στου ουρανού το θόλο
και θα ζητήσω των αγγέλων σύναξη
και τα φτερά να πάρω
από τον Πήγασο.
Στων αστερίων το μυστικό μονοπάτι
να βρεθώ και ξέρω πως
στο πρώτο φέγγος της νυχτιάς
από τα μάτια σου
θα το πρώτο δάκρυ θα γευτώ.

_____________________________________________

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ταξιδεύοντας στα πέλαγα της σκέψης μου
αντιμέτωπος με τις φουρτούνες
προσπαθώντας να διασχίσω ακέραιος
τις συμπληγάδες μου αψηφώντας
τις λάγνες νότες των Σειρήνων
και αγνοώντας τις κολακείες της Κίρκης
είδα το φως της πολυπόθητης Ιθάκης
μου στα βάθη των ματιών σου.

Σ αγάπησα θυμάμαι κάτω
από το αμυδρό φως ενός κεριού
ψάχνοντας να σε ανακαλύψω
μέσα στους αρχαίους στίχους
ενός ξεχασμένου βιβλίου.

Σ αγάπησα πριν δω το φως
των αστεριών μέσα στα μάτια σου
και έπλασα με τη φαντασία μου
το σχήμα του κορμιού σου.

Μάζεψα μια χούφτα αστέρια
ένα κλαδί ελιάς και του Ορφέα
τη λύρα και πριν ξυπνήσει ο ήλιος
το πιο αρχαίο μονοπάτι της αγάπης
πήρα και ζήτησα του ζέφυρου
το δρόμο να μου δείξει.

____________________________

ΩΔΗ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

… κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου κοπέλες
μην είδατε την αγάπη μου..

Γυναίκα εσύ…
Είδα την μορφή σου τη μέρα που
πρωτόπλαστος άνοιξα τα μάτια μου στο φως
και είδα τα δικά σου να με κοιτούν
γεμάτα αγάπη και τα δάκρυα σου μάνα
στάζανε στο βρεφικό κορμί μου.
Σε είδα καθώς μεγάλωνα αδελφή και φίλη
να χαίρεσαι την καθημερινότητά μου
και χαιρόμουν τη φιλία σου καθώς
και την αληθινή σου πίστη και αγάπη.
Σε ερωτεύτηκα στα πρώτα μου
εφηβικά βήματα νέο πουλάρι τότε
και νόμιζα πως όλος ο κόσμος
ήτανε κλεισμένος μέσα στα μάτια σου.
Σε αγάπησα όταν μου έδωσες τη χαρά
του πατέρα δωρίζοντάς μου τους καρπούς σου
ω γυναίκα μάνα και σύντροφε.
Όλα μου τα χρόνια σ αγαπούσα
και συμπορευόμουν στον μόχθο του αγώνα σου
Μάνα, Αδελφή, Φιλενάδα, Γυναίκα.
Κι όταν στο διάβα της ζωής στους λαβύρινθους
βρέθηκα να πολεμώ τους μινώταυρους
εσύ ως Αριάδνη το μίτο σου το λαμπρό
μου έδωσες την άκρη στο φως να βγω νικητής.
Σε είδα στα χαρακώματα να σηκώνεις το λάβαρο
και να φωνάζεις αέρα αψηφώντας τη ζωή σου
Σε είδα στη πρώτη γραμμή του αγώνα της ζωής
να κρατάς τις πληγές σου και να δίνεσαι
πιστή ως θυσία στους θεσμούς στην αγάπη.
Σε είδα στη δύση μου εκεί στη μέση της Ιθάκης
να υφαίνεις τη δόξα στον αργαλειό της ζωής
προσμένοντάς με πιστή γυναίκα μου και φως μου.

…..μην είδατε την αγάπη μου,
μην είδατε την αγάπη μου…

______________________________

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Η ζέστη ανυπόφορη
Αυγούστου τελευταίες μέρες
και η θάλασσά μου μια μπουνάτσα.
Οργισμένα τα πανιά
που μάταια ο κουρασμένος
από τα γερατειά Αίολος
προσπαθεί να σπρώξει
και τα κουπιά φθαρμένα
της αρμύρας σαπόξυλα
κι η μόνη ελπίδα του Ποσειδώνα το έλεος
μήπως και δώσει να φτάσουμε στο νησί.
Με ρώτησες το όνομα μου
Δεν θυμάμαι να σου αποκρίθηκα
γιατί η λήθη των καιρών
μου πηρέ τη μνήμη ταξίδι στη λησμονιά
και χάθηκε και το σημάδι.
Το μόνο που μου απέμεινε είναι
η μορφή και το σχήμα του προσώπου σου
και η βραχνή από τη θάλασσα φωνή σου
ήχος που δονεί ακόμη στο είναι μου
θύμισες από τα παλιά ταξίδια μας
που τόσα τρόπαια και δώρα
ακούμπησα στα πόδια σου.
Φώναξα το όνομά σου στην ακτή
μα δεν σε άγγιξε ο ήχος
και έτσι παρακάλεσα το θεό της σιωπής
να σώσει σχήμα στα λόγια μου
να με κοιτάξεις που στέκομαι στη πλώρη
κρατώντας το λευκό πανί
που έταξα πως νικητής θα έλθω.
Το όνομά μου δεν είναι τίποτε σπουδαίο
Οι άλλοι με φωνάζουν Κανένα.

______________________________

ΕΡΩΣ ΕΡΩΣ ΕΡΩΣ

Έρωτας
Έκσταση μαρτύριο
ελευθερία και σκλαβιά,
Τροφή για τους ποιητές
Αθεράπευτη μελαγχολία
χαρά και ενθουσιασμός
παράλογη πίστη και όλο το σύμπαν
στο πρόσωπό της.
Ποιος μπορεί να τιθασεύσει
αυτό το άγριο άλογο.
Φλογερός, συντροφικός, κεραυνοβόλος,
αμοιβαίος ή χωρίς ανταπόκριση,
κατακτητικός, ανυπεράσπιστος,
κάθε φορά μοναδικός.
Θεία τρέλα ανάγκη
συμπόρευσης με τους θεούς.
Ανάγκη κατάκτηση της αιωνιότητας
Μοναδική εμπειρία,
που μας παρασύρει,
μας μεταμορφώνει,
μας συγκινεί, μας επαναπροσδιορίζει,
μας αποπροσανατολίζει,
μας καθηλώνει.
Εμπειρία που μας αιχμαλωτίζει,
ένας ιστός που υφαίνεται αργά
και βασανιστικά γύρω μας.
Τελικά ο έρωτας δεν είναι τίποτα
άλλο παρά η Ιθάκη μας.

______________________________

ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ

Σε βρήκα απόψε σε αυτό
το ερειπωμένο ηλιοβασίλεμα
που απλώνεται πάνω από τα σπίτια
και η προσμονή του φεγγαρόφωτου
που φωτίζει τις ελπίδες του ερχομού σου.
Απόψε τα άστρα έχουν μια άλλη
συμπεριφορά μοιάζουν λες
και σέρνουν χορό μυριάδες αμαζόνες
πριν την απαρχή μιας πολεμικής ιαχής
που προμηνύει τον όλεθρο
Ακόμη και ο φράκτης με τα τζατζαμίνια
και δίπλα το νυχτολούλουδο στο κήπο
σέρνουν την αδράνεια τους λες
και φοβούνται να χαρίσουν το άρωμα τους.
Σε είδα να κάθεσαι εκεί στο πεζούλι
δίπλα στην εξώπορτα με μάτια
που θυμίζουν ποταμούς και το βλέμμα
σου καρφωμένο στο δικό μου.
Σε γνώρισα αγάπη το όνομά σου
μου το φανέρωσε η νυχτιά
και το πρόσωπό σου γνώριμο
από τις προηγούμενες ζωές που ζήσαμε.
Απόψε θα σε πάρω από το χέρι
και θα ανέβουνε στο κάστρο εκεί
που κάτω από το φέγγος της σελήνης
τόσες φορές σου τραγουδούσα
με τη κιθάρα μου και συ
λίκνιζες το κορμί σου στο ρυθμό του φλαμένκο.
Εδώ θα μείνω μαζί σου στην όμορφη Ανδαλουσία.

_____________________________

ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Άκου τη κραυγή των κυμάτων
που απλώνεται άγρια και ρυθμικά
κάτω από το πέταγμα των γλάρων
γεμίζοντας με πρωτόγονες νότες
το στήθος και ένας ήλιος που χρυσίζει
τις παρθένες ακτές της θάλασσάς σου.
Και στο πλατύ ορίζοντα
μια αιμόφυρτη σελήνη που μοιάζει
να αργοπεθαίνει λες και είναι
το τελευταίο δειλινό της δόξας της.
Μια θάλασσα ένας ήλιος και ένα φεγγάρι
και πως να κρατήσω όλα αυτά στην αγκαλιά μου
αφού μόνο για σένα είναι πλασμένη.
Και ξέρω γιατί σ αγαπώ.
Ξέρω πως γνωριζόμαστε εδώ και αιώνες.
Κι οι δύο δεμένοι με τις ίδιες αλυσίδες
περιπλανώμενοι στα πέλαγα των χρόνων
που δεν προλάβαμε να ζήσουμε τη στιγμή
κάτω από το φως του αποσπερίτη.
Έτσι θα ξεχυθώ μες τη γαλήνια μορφή σου
να σε χορτάσω τώρα που τα σύννεφα
της ύπαρξής μου γίνονται αγάπη
και μια βροχή που κρύβει
τα πιο ζεστό μου δάκρυ.

___________________________________________ 

Η ΓΛΥΚΑΥΓΗ ΣΟΥ

Αυτή τη νύχτα τα νυχτοπούλια σώπασαν
και οι μάγισσα των ονείρων
πέταξε το ραβδί της αδύναμη
να αντισταθεί στο μένος της αγάπης.
Σε περίμενα και η προσμονή μεγάλωνε
καθώς περνούσαν οι ώρες.
Απόψε μου υποσχέθηκες θα μου πεις
όσα ποτέ σου δεν είπες και φύλαγες για μένα
στο πιο κρυφό συρτάρι της καρδιάς σου.
Απόψε η αγάπη και ο έρωτας
θα είναι πρωταγωνιστές σε μονόπρακτο
και εμείς απλοί κομπάρσοι
σε ένα θεατρικό έργο των ονείρων
όπου μόνο άγγελοι θα είναι θεατές.
Ζήτησα των θεών αθάνατο φιλί
να μου δώσουν και οι θνητές μας ανάσες
να γίνουν ποίημα και άνεμος
για τις τριήρεις των θαλασσών μας.
Ζήτησα του ουρανού το χρόνο να δαμάσω
να κλέψω τ άστρο του βορρά
να σε θωρώ όταν γλυκοκοιμάσαι
να χαϊδέψω τα μακριά σου κόκκινα μαλλιά
και να σου πάρω ένα σου φιλί
μόλις τα βλέφαρά σου ανοίξουν.

____________________________

ΑΛΛΟΤΡΙΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Οι πιο μεγάλες αγάπες
που άντεξαν στο χρόνο
είναι αυτές
που οι ομίχλες των σκέψεων
των αλλότριων δεν κατάφεραν
να τις φθείρουν
γιατί παρέμειναν σιωπηλές.
Οι μεγαλύτερες επαναστάσεις
ξεκίνησαν σιωπηλά
και ενδυναμώθηκαν μέσα
από κοινές συναινέσεις και αγώνες
μακριά από τους εφιάλτες
που πάντα λοιδορούν
τα αγνά δικαιώματα των λαών.

_____________________________

ΘΝΗΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Τα ποιήματα πεθαίνουν μόνο
όταν πεθάνει ο έρωτας.
Ο ποιητής όταν ζει και πεθαίνει
από έρωτα τότε μόνο
μπορεί να αποδώσει
το μήνυμα γιατί η ποίηση
είναι μήνυμα αγάπης.
Η ποίηση είναι τρόπος λατρείας
είναι η γραπτή έκφραση
των συναισθημάτων
είναι η βάρκα που σε ταξιδεύει
στα πέλαγα του έρωτα.
Δώσε μου το χέρι σου να κάνουμε
ένα κόσμο καλύτερο
κοίταξε με στα μάτια
να δεις τι σημαίνει γαλήνη και αρμονία
έλα να πετάξουμε μαζί
στους ουρανούς των ονείρων
Άφησε με να κολυμπήσω
στα καταγάλανα νερά της υπαρξης σου
να βουτήξω στους βυθούς σου
να γίνω κοράλλι να πιαστώ
και να τυλίξω το κορμί μου στα φύκια
να πλανέψω τις γοργόνες
και να παίξω με τα κύματα σου.
Δώσε μου την ασημένια χορδή
που ζωγραφίζει το φεγγάρι στα νερά σου
και άσε να με νανουρίσει
το απαλό θρόισμα των κυμάτων σου
τις απέραντες νύχτες μου.

________________________________

ΑΡΩΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ένα άρωμα απλώθηκε
στο χώρο του δωμάτιου μου
και προσπαθούσα να βρω
από που προέρχεται.
Ήταν η σκέψη μου αρωματισμένη
από τη θύμηση των χειλιών σου
σαν το παλιό κρασί
που χρόνια παραμένει σφραγισμένο
και μετα φευγαλέα ξεχύνεται
και ευωδιάζει.
Δεν ξέρω αν ο ερωτάς μου
είναι ένα ποτάμι που στη δίνη του
μπορώ να αφεθώ και να χαθώ.
Δεν ξέρω πόσο μπορεί να ματώσει
η ψυχή από την κόψη της αλήθειας.
Μα ξέρω πως δεν έχω άλλη επιλογή
παρά να σε αναζητώ στα πιο βαθιά
σημεία της θάλασσας μου.
Χθες κιόλας σε κρατούσα σφιχτά
στην αγκαλιά μου και σήμερα σε αναζητώ
στην έρημο του νου μου σαν οπτασία
σαν ένα άπιαστο όνειρο
στους γαλαξίες της υπαρξης μου.

________________________________

ΠΡΩΙΝΟ

Ξεκίνησα εχθές
με όχημα τον πρώτο ήλιο
να έλθω να σε βρω.
Μακρυά η Ανδαλουσία
μα ο πόθος του έρωτα και της αγάπης
δεν έχει μέτρο ούτε χρόνους
παρά μόνο ζητά να είσαι εκεί.
Μου πήρε χρόνια να καταλάβω
πως αυτό που σου συμβαίνει
και δεν μπορείς να το εζηγήσεις
είναι και το πιο γλυκό.
Η αγάπη είναι ένα απόρθητο κάστρο
και μόνο όπλο για να τη κατακτήσεις
είναι ο έρωτας.
Ξύπνησα νωρίς από τον ήχο της βροχής
που κτυπούσε στο παράθυρο
λες και οι θεοί των καιρών
σου στέλνουν μηνύματα.
Σηκώθηκα έφτιαξα καφέ
και καθησα να σου γράψω
αυτές τις λίγες λέξεις.
Άνοιξα το παράθυρο και περίμενα
το επόμενο σύννεφο
να πάρει τις λέξεις μου
να τις κάνει στίχους της βροχής
και να στις φέρει
στο παράθυρο της καρδιάς σου…

__________________________