ΤΙΝΑ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ

 

ΚΑΘΩΣ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

_________________________________

Καθώς βραδιάζει….

Είτε το θέλουμε είτε όχι

Έχουμε μόνο τρεις εναλλακτικές:

Το χθες, το τώρα και το αύριο.

 

Και ούτε τρεις

Γιατί όπως λέει ο φιλόσοφος

Το χθες είναι χθες

Μας ανήκει μόνο στην ανάμνηση:

Του τριαντάφυλλου που έχει ήδη μαδηθεί

Δεν μπορείτε να του πάρετε άλλο πέταλο.

 

Τα χαρτιά για να παίξουμε

Είναι μονάχα δύο:

Το τώρα και η αυριανή ημέρα.

 

Και ούτε δύο

Γιατί είναι γεγονός καλά εδραιωμένο

Ότι το τώρα δεν υπάρχει

Παρά μόνο όταν πάει να γίνει παρελθόν

Και ήδη έχει περάσει…,

σαν τη νεότητα.

 

Κάνοντας το λογαριασμό

Το μόνο που μας απομένει είναι το αύριο:

Σηκώνω το ποτήρι μου

Για αυτή τη μέρα που ποτέ δεν φτάνει

Αλλά είναι το μοναδικό

Που έχουμε πραγματικά στη διάθεσή μας.

 

Nicanor Parra

μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

 

And we move closer to the truth

The eagle watches from the mountain

And we keep leaving scars on Mother Earth

And moving closer to the truth

————————————

Καθώς βραδιάζει…..
.
.
Τι να λησμονήσω, τι να θυμηθώ,
ήταν μια φορά κι έναν καιρό.
.
.
Η ζωή… ένας διάδρομος μέσα στην άβυσσο,
ο χρόνος σχισμένος, ένας εξώστης,
ένα παράρτημα του θανάτου η ζωή, ένα όνειρο
στερεό και ρευστό, απατηλό και γιγάντιο.
Εκστρατεία σ’ ένα διάδρομο
που έλαβα μέρος και πέφτω όπου να ‘ναι,
κοιτάζοντας πάνω μου το αίνιγμα ανάσκελα.

Τώρα που δεν έχει ακόμη νυχτώσει και κάθομαι
και το σκέφτομαι και θυμάμαι, αλήθεια:

Όλα αυτά ήταν ωραία.

Ν.Βρεττάκος
.
.

Το παρελθόν είναι όμορφο γιατί ποτέ δεν αντιλαμβάνεται κανείς ένα συναίσθημα την εποχή που δημιουργείται. Ένα συναίσθημα επεκτείνεται αργότερα, και ως εκ τούτου δεν έχουμε πλήρη συναισθήματα για το παρόν, αλλά μόνο για το παρελθόν.
‘Οσα ζεις, αυτά τα μικρά, κι εκείνα τα μεγάλα. Τα πολύ τραυματικά. Αυτά είναι που αφήνουν το σημάδι τους στο σώμα σου. Στην ψυχή. Στο μυαλό. Εκείνα που ταράζουν τη λογική και κάνουν μία ευθεία γραμμή να τυλίγεται.
.
.
Δεν μπορείς να βρεις γαλήνη αποφεύγοντας τη ζωή.

Virginia Woolf

The years begin to go fast
each one more quickly than the last
The years begin to go fast
it’s time to gather up the past
Remember

__________________________

Καθώς βραδιάζει….

κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο
του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις.

Ρίτσος

______________________________________

Καθώς βραδιάζει……

Άκουσες το θόρυβο καθώς κλείνει ένα βλέφαρο
για ν’ αποφύγει να κοιτάξει κατάματα
για ν’ αποφύγει να το δούνε;
Άκουσες το θόρυβο μιας σταγόνας νερού
που έπεφτε αστράφτοντας μες στο κενό
διατηρώντας ως το τέλος τη σφαιρικότητά της;
Άκουσες το θόρυβο ενός μοναχικού φύλλου
που γκρεμίζεται μέσα στο φθινόπωρο
σαν ένα χέρι χλωμό που δε βρήκε
να κρατηθεί από κάποιο χέρι; Θυμηθείτε:
Καμιά δυστυχία δεν είναι μικρή.
.
.
Γιάννης Ρίτσος

__________________________________

Καθώς βραδιάζει……

Δεν υπάρχει πιο όμορφο θέαμα από το να βλέπεις τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα!

********

Ο Φοίβος ροδοκόκκινος αργοκυλά στη δύση
σέρνοντας σύννεφα χρυσά γι’ ασύγκριτη χλαμύδα·
σε λίγο πίσ’ απ’ το βουνό κει κάτω θε ν’ αφήσει
μισόσβηστη και θαμπερή την υστερνή τ’ αχτίδα.

Η θάλασσα π’ απλώνεται βουβή και νεκρωμένη
ανατριχιάζει κάποτε στα χάδια του αγέρα,
κι οι ψαροπούλες, ροδαλές στου ήλιου που πεθαίνει
το ματωμένο βλέμμα, ξανοίγονται ώς πέρα.

την ώρα την υπέρτατη που θέ να θυμηθείς
μ’ ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

Κώστας Καρυωτάκης

**************

Ο ήλιος δύει
Οι αναμνήσεις ξυπνούν
Οι απουσίες παρούσες
Κι αυτό το βράδυ σκοτώνουν

Λαμπής Γιάννος

*************

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –

Και συνεχίζουμε την αιώνια περιπλάνηση. Καθώς φεύγουμε κανείς
δε μας αποχαιρετά, καθώς ερχόμαστε
κανείς δε μας αναγνωρίζει. Είμαστε αυτοί που δίνουν νόημα στη
βασιλεία του δειλινού, αλλά πριν φτάσει η νύχτα
μας έχουν ξεχάσει.

Καθένας έχει ένα μεγάλο μυστικό και θα φύγουμε χωρίς να το μάθει
ούτε αυτός, ούτε άλλος κανένας.

Τάσος Λειβαδίτης

_______________________-

Kαθώς βραδιάζει….

Πού έχουν πάει όλα εκείνα τα λουλούδια;

Marlene Dietrich

Στη ζωή όλα έχουν ένα τέλος. Έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν κρατάει για πάντα και αυτό το ”για πάντα”, που διαβάζουμε πολλές φορές και ιδιαίτερα σε προσωπικές σχέσεις είναι κάτι που δεν ισχύει και πολλές φορές οι σχέσεις αυτές είναι περισσότερο εφήμερες από ότι φαίνονται. Αλλά, δεν είναι μόνο ο έρωτας και οι προσωπικές σχέσεις. Είναι και η ζωή, που είναι εφήμερη.

****************************

Αυτό που μένει περισσότερο
Είναι αυτό που φεύγει

Καθώς το τίποτα είναι πολύ
Ενώ το λίγο τίποτα

Κι οι κύλινδροι αλέθουν τη στιγμή
Σε λεπτότατο φύλλο.

Αντώνης Φωστιέρης

Τα εφήμερα προλαβαίνουν να ζήσουν έντονα, να ενθουσιαστούν, να απελπιστούν και μερικές φορές να πάθουν κατάθλιψη.
Από πολλές απόψεις η ζωή τους είναι γεμάτη περιπέτεια. Η ζωή ενός εφήμερου είναι το πιο σύντομο θρίλερ του κόσμου.

*********************************

Να μιλάς όμορφα
έλεγε η μάνα μου
Μου μάθαινε να λέω
Ατέρμονος
Ευπροσήγορος
Προσηνής

Είναι δύσκολες αυτές οι λέξεις;

Τώρα, δοκίμασε να πεις
Αντίο

Θα σου πω προτού φύγω πως
αν ξαναβρώ το φεγγάρι στο δρόμο
δεν το κρεμάω στον ουρανό.
Πλήθυναν οι κρεμασμένοι.

Θα το φάω
Χρειάζομαι λίγο φως

Βασιλεία Οικονόμου

Forever is our today
Who waits forever anyway?

_______________________________

 

Καθώς βραδιάζει…..

Κι ο αποσπερίτης —τον προσέξατε μήπως;— μαλακός ο αποσπερίτης,
σα γομολάστιχα — όλο τρίβεται στο ίδιο σημείο
σαν για να σβήσει ένα δικό μας λάθος —ποιό λάθος;—
κι ακούγεται ήχος ανεπαίσθητος καθώς περνοδιαβαίνει η γομολάστιχα
πάνω απ’ το λάθος — και το λάθος δε σβήνει·
μικρά τρίμματα χαρτιού πέφτουν πάνω στα δέντρα και σπιθίζουν·
είναι μια ευχάριστη απασχόληση — κι ούτε έχει σημασία
που το λάθος δε σβήνει· φτάνει η κίνηση του άστρου
ευγενική κι επίμονη κι αέναη
σαν πρώτο και ύστατο νόημα — ρυθμός· ουράνια ενέργεια
και πρακτική μαζί, σαν του αργαλειού και του στίχου —
πάει έλα, πάει έλα το άστρο ανάμεσα στα κυπαρίσσια,
χρυσή σαΐτα ανάμεσα στα μακριά πένθιμα νήματα,
μια κρύβοντας, μια δείχνοντας το λάθος μας — όχι δικό μας,
λάθος του κόσμου, λάθος ριζικό —εμείς τί φταίξαμε;—
λάθος της γέννησης ή του θανάτου — προσέξατε;

Γ.Ρίτσος -Το νεκρό σπίτι

Ανάμεσα στα κυπαρίσσια είχε βγει ένα πελώριο φεγγάρι. Πίσω απ’ την πλάτη μου ένιωθα το σκοτεινόν όγκο εκείνου του σπιτιού σαν έναν επιβλητικό, αρχαίο τάφο. Κι αν όχι τίποτ’ άλλο, είχα μάθει τουλάχιστο τί πρέπει ν’ αποφύγω και ν’ αποφύγουμε).

Somedays Life Is a struggle. But Just changing the perspective On how you look at this world Is the key..

_____________________________________

Καθώς βραδιάζει….

Αν συναντιόμασταν αυτή τη νύχτα
σε ένα μονοπάτι βυθισμένο στην ομίχλη
θα στέγνωναν οι λακκούβες
γύρω από το ζεστό κομμάτι της γης μας:
και το μάγουλό μου πάνω στα ρούχα σου
θα ήταν η γλυκιά λύτρωση της ζωής.
Όμως λεία πρόσωπα κοριτσιών
χλευάζουν την ηλικία μου: ένα δέντρο
μονάχα έχω συντροφιά στο βροχερό σκοτάδι
και φώτα αργά αμαξών με κάνουν να φοβάμαι,
να φοβάμαι και να καλώ το θάνατο.

Ομίχλη ( Antonia Pozzi μετάφραση: Άννα Γρίβα)

______________________________

Καθώς βραδιάζει….

Αν με ρωτούσε ποτέ κανείς πώς μπορώ να γίνω καλύτερος άνθρωπος;, θα σκεφτόμουν την απάντηση για μερικά δευτερόλεπτα και θα του απαντούσα να διαβάσεις Τάσο Λειβαδίτη. Θα με ρωτούσε γιατί; Και φαντάζομαι θα απαντούσα με τους παρακάτω στίχους

… αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος…

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι – άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου – με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.

Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.

Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

Κώστας Βάρναλης

________________________________

 

 

Όχι από νωρίς, μόλις πλησίαζα τα ενενήντα μου χρόνια,
ένιωσα μια πόρτα ν’ ανοίγει μέσα μου και πέρασα
στη διαύγεια του εωθινού πρωινού.

Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους.

Και οι χώρες, οι πολιτείες, οι κήποι, οι όρμοι της θάλασσας
που βρίσκονταν κάτω απ’ τον χρωστήρα μου, ήρθαν κοντύτερα
έτοιμα τώρα να περιγραφούν καλύτερα από πριν.

Δεν απομακρύνθηκα απ’ τους ανθρώπους,
ο πόνος και η συμπόνια μας ένωσαν.
Ξεχνάμε – το λέω συνέχεια – πως είμαστε όλοι μας παιδιά του Βασιλιά.

Γιατί εκεί απ’ όπου ερχόμαστε δεν υπάρχει διάκριση
μεταξύ του Ναι και του Όχι, του ήταν και του θα είναι.

Ήμασταν άθλιοι, δεν χρησιμοποιούσαμε ούτε το ένα εκατοστό
απ’ το δώρο που λάβαμε για το μακρινό ταξίδι.

Στιγμές από χθες, και από αιώνες πριν
το χτύπημα ενός σπαθιού, ζωγραφισμένες βλεφαρίδες μπροστά στον καθρέφτη,
ένα γυαλιστερό μέταλλο, μια θανατηφόρα βολή από μουσκέτο, μια γαλέρα
που έφαγε το σκαρί της στον ύφαλο – όλα αυτά κατοικούν μέσα μας,
περιμένοντας για μια ολοκλήρωση.

Το ξέρω πάντα, πως θα ‘μαι ένας εργάτης στο αμπέλι,
όπως όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που ζουν στην ίδια εποχή,
ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν.

Czeslaw Milosz
Όψιμη ωριμότητα
μετφ: Θ. Παπαστεργίου
.
.
.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ωριμότητα και τα γεράματα. Οι πάντες γερνούν, οι πάντες θα γεράσουν, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα ωριμάσουν. Τα γεράματα δεν είναι κάτι που το κάνεις εσύ, είναι κάτι που συμβαίνει.
Η ωριμότητα είναι ένα εσωτερικό μεγάλωμα. Η ωριμότητα είναι κάτι που φέρνεις στη ζωή σου εσύ ο ίδιος. Βγαίνει από την επίγνωση. Όταν ένας άνθρωπος γερνάει με πλήρη επίγνωση, γίνεται ώριμος. Η ωριμότητα είναι γεράματα συν επίγνωση, η ωριμότητα είναι βιώματα συν επίγνωση.

Osho

Vincent Willem van Gogh

“Το κόκκινο αμπέλι”——Ως δυνατή ‘αλληγορία!!

 

________________________________

 

Πριν καν σκεφτεί κανείς να ανάψει το φανάρι
Κάτω από το οποίο σκέπτεται το µέλλον της µια κατάξανθη γυναίκα
Ο φαροφύλακας σκύβει στα χείλη της και τα φιλεί
Όπως φιλούν τις συµπληγάδες των οι ποντοπόροι.

**********
Η νέα γυναίκα του Εµπειρίκου παίζει κύριο ρόλο στην πορεία προς τη νέα τάξη, είναι αντικείµενο έντονης επιθυµίας και µέσω
του έρωτα, που, έχει αξία τελετής, µετουσιώνει των κόσµο.
Τα ποιήµατα του Εµπειρίκου είναι µια κήρυξη
νέου κόσµου, µιας ουτοπίας, που θα αντικαταστήσει τον κόσµο παλιό, τον κόσµο των απαγορεύσεων και της στέρησης.
Η γυναίκα συνδεδεµένη µε το θάνατο αποτελεί µέλος του
παλιού κόσµου. Οι γυναίκες χήρες των ερπετών ή οι θρυαλλίδες σκυµµένες σε πάγους µαρασµού ενσωµατώνονται στις αντιπαραθέσεις των δύο κόσµων που πάντα καταλήγει στο θρίαµβο της νέας τάξης.
Eνσωµατώνονται στις αντιπαραθέσεις των δύο κόσµων που πάντα καταλήγει στο θρίαµβο της νέας τάξης.
Η γυναίκα ως τµήµα του παλιού κόσµου δεν είναι τόσο έκφραση απειλής όσο στασιµότητας και στειρότητας.
Η δεσπόζουσα αντιµετώπιση της γυναίκας ως νεανίδας, αντικειµένου έντονου ερωτικού αντικειµένου πόθου και συµβόλου της µελλοντικής ουτοπίας, αντιστοιχεί στον τρόπο
µε τον οποίο ο ποιητής απεικονίζει το γυναικείο σώµα.

************
Ένα βράδυ στα µέσα του καλοκαιριού θα περιπλανιέµαι στην πόλη που µου είναι ξένη
Στην πόλη όπου δε γνωρίζω κανέναν
Στην πόλη όπου η γιορτή έχει µόλις τελειώσει
Μια µέρα σαν την Κυριακή
[…]
Θα σταµατήσω ξαφνικά
Στη γωνία του δρόµου θα εµφανιστεί µια γυναίκα
Γυναίκα πίδακας
[…]
Θα της πω τα πάντα
Για την παράξενη προαίσθηση που µε καταδιώκει χρόνια.

************
Η πόλη µε τη λογική του αντικειµενικού τυχαίου γίνεται µε αυτόν τον τρόπο χώρος προβολής ασυνείδητων επιθυµιών.
Εκ πρώτης όψεως ασήµαντα γεγονότα, τόποι ή αντικείµενα γίνονται συνδετικοί κρίκοι ανάµεσα στην πραγµατικότητα
και τον κόσµο του ασυνείδητου. Tα µοτίβα της
περιπλάνησης και της εκ πρώτης όψεως τυχαίας αλλά στην πραγµατικότητα προκαθορισµένης συνάντησης µε τη µοιραία γυναίκα.
Η νέα γυναίκα απεικονίζεται µε χρυσά µαλλιά, µε λυµένα
µαλλιά ή µαλλιά σαν θάλασσα, µε βελουδένια µάτια που γίνονται πολύεδρα διαµάντια και υπόσχονται τον ερχοµό του νέου κόσµου,στολισµένη µε κοσµήµατα, πετράδια, βραχιόλια και
δαχτυλίδια, που συµβολίζουν τους θησαυρούς που το γυναικείο σώµα παρέχει στον άντρα.

***********
Tο φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας
Γεµίζει µε τα στάχυα του τα δαχτυλίδια
Που τα φορούν γυναίκες κρεµασµένα
Ανάµεσα στα στήθη τους κι᾿ ανάµεσα
Στα δροσερά φυλλώµατα της ευτυχίας.

************
O Eµπειρίκος εκµεταλλεύεται επίσης το πλούσιο συµβολικό λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης. Η γυναίκα στην ποίησή του είναι έπαυλις, δεξαµενή, κολυµβήθρα, ανθογιάλι, κύπελο κ.ά.
Μια καταπληκτική εικόνα της γυναίκας αντικειµένου έντονου πόθου του ήρωα, έπλασε ο Εµπειρίκος
στο διήγηµα Μανταλένια όπου µε χιούµορ και µε βάση τη µέθοδο του αντικειµενικού τυχαίου πλάθει γυναίκα γοργόνα, καράβι και θεά,που γίνεται µοίρα του άντρα.

Η ποίηση του Εµπειρίκου όπως και έχει επισηµανθεί από πολλούς µελετητές του έχει χαρακτήρα µοντέρνου ευαγγελίου και η ερωτική και τέλεια γυναίκα παίζει κύριο ρόλο στον κόσµο που
ο ποιητής κηρύττει, αφού”αυτή είναι που θα αντικαταστήσει την άρρωστη αντρική εξουσία”

Η γυναίκα και το σώµα της στο έργο του Εµπειρίκου παίρνουν πολύµορφες διαστάσεις.
. Από την οικεία και θετική εικόνα µητέρας, την ελκυστική και ερωτική γυναίκα-παιδί έως τη γυναίκα-θάνατο που εκπροσωπεί
τη διάλυση και την καταστροφή.

Αυτές οι γυναίκες, που στον καμβά της ζωής τους πάνω στα σημάδια του παρελθόντος, ζωγράφισαν το μέλλον τους.

Πληροφ.διαδύκτιο

 

__________________________________

 

Καθώς ο ήλιος γέρνει προς την πορφυρή γραμμή της δύσης,
φαίνεται μακριά στο βάθος του ορίζοντα
να λαμπυρίζει η θάλασσα!
Η θάλασσα με την απέραντη νιότη της και την
εφηβική της δροσιά

*******
– δίκαιη ώρα του λυκόφωτος, όταν πλανιόμαστε σε προκυμαίες ή ουρανούς, ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν, ενώ από κάπου ακούγεται μια μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του –
ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δε θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή…

Ω, λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

Τ.Λειβαδίτης

*********

Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί.
Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μια και μόνη φορά.

Μάνος Χατζιδάκις

_______________________________

Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό
σταθμό. Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν
έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας

Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή
συγκατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος
ο κόσμος του – πουλόβερ, βιβλία, γράμματα…
Έπρεπε να ’ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το
θελήσαμε τάχα

Άχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου,
τόση ερημιά

Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε
φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα

Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης

*******

”Α, μη θρηνείς”, της είπε,
”Που κουραστήκαμε, αφού άλλοι έρωτες μας περιμένουν·
Μίσησε και αγάπα μέσα σ’ ευτυχισμένες ώρες.
Μπροστά μας απλώνεται η αιωνιότητα· οι ψυχές μας
Είναι έρωτας, και ένας συνεχής αποχαιρετισμός”.

W. B. Yeats

********

(Η πόρτα της αιωνιότητας σφραγίστηκε.
Κυριακή απόγευμα
βροχή δίχως ουράνιο τόξο)

Λάζος Μπλάνας

_____________________________

 

Συντροφιά με τον Σεφέρη

Τα ανοιχτά παράθυρα και ο φοβερός χείμαρρος του φωτός

Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…

δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·

όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,
στο φως·

και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά
και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά
και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.
.
.
Γιώργος Σεφέρης, Το ναυάγιο της Κίχλης

*************************************************************************
Υπάρχει μια μουσική παύση στο τέλος της ”Κίχλης” που μετράει όσο μια ζωή. Είναι το ποιητικό ανάλογο του θανάτου — παύση – ”μετάβαση” εις άλλο γένος. Το νόημα δεν δίνεται με λέξεις – παρά με κενό και αλλαγή ρυθμού.
Η ψυχρή ανάσα του θανάτου στο σβέρκο

Το ”φινάλε” της ”Κίχλης” μετά την πρώτη τομή. Από κει αρχίζει το τρέξιμο, το κυνηγητό.
Όλο το κομμάτι είναι χτισμένο ”τρέχοντας” με ρυθμούς αντιστικτικούς. Η ζωή, το σπίτι με τα ανοιχτά παράθυρα και να μην προλαβαίνεις να δεις. Να στέκεσαι λαχανιασμένος στη μέση, αλαφιασμένος γιατί θα φύγουν ! (Υπέροχη ελληνική ανθρωποκεντρική σκέψη – εσύ βέβαια θα φύγεις, όχι αυτά. Αλλά ο κόσμος είναι όσο τον βλέπεις!).

Όλος ο ελληνικός πεσιμισμός – το μήνυμα του Σειληνού (α υμίν άριον μη γνώναι) εμπεριέχονται σ’ αυτούς τούς στίχους. Ο κόσμος είναι Καλός — αλλά λίγος. Εμείς, ”εφήμερον σπέρμα”. Ο χρόνος τιμωρός. Πεσιμισμός όχι από άρνηση της ζωής – αλλά από κατάφαση. Από έρωτα για το φως.

Τι κάνει ο άνθρωπος που ενώθηκε με το φως, που γνώρισε την κατάσταση αυτή ”που άλλοι την ονομάζουν επιστροφή σ’ ένα χαμένο παράδεισο και άλλοι ένωση με το θεό”;
Τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Προσπαθεί να εξαντλήσει το φως, να το γευθεί ως την τελευταία αχτίδα. ”Τρέχοντας” είναι η λέξη – έναυσμα, που δίνει την πρώτη κίνηση.

”Δεν ξέροντας” είναι η λέξη-κλειδί πού δείχνει την αμηχανία και την ανεπάρκεια, την άσβεστη βουλιμία του ανθρώπου. Παράξενα χτυπάει, σαν ξένη αρμονική, αυτή η λεκτική δυσαρμονία: ”δεν ξέροντας’. Η σωστή – φάλτσα νότα στην καίρια θέση.

θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Τους στίχους αυτούς τους χωρίζει η απόσταση ζωής και μη – ζωής. Είναι αδύνατο (κι αν το θελήσεις) να τους διαβάσεις στον ίδιο τόνο — δεν βγαίνει νόημα. Αναγκαστικά θα γυρίσει η φωνή. Δοκιμάστε: μετά το ”τρέχοντας” σπεύδει ο ρυθμός, επιταχύνεται η αναπνοή, ανεβαίνει συνέχεια η ένταση – και ξαφνικά κενό.

Πριν από το παρομοιαστικό “πως” μια άβυσσος. Παύση και αλλαγή βηματισμού. Η φωνή μένει ψηλά, αναποφάσιστη στην άκρη του προτελευταίου στίχου — ο στίχος αυτός δεν τελειώνει, ποτέ. Κρέμεται στον αέρα, διακόπτεται (όπως ο θάνατος διακόπτει μια ζωή). Το ”πως σταματούν ξαφνικά” το σκέπτεται άλλος (από άλλο χώρο). Είναι η ”αντικειμενική” διαπίστωση του τέλους.
Το φινάλε της ”Κίχλης”; Η ζωή (στην πιο εντατική, εκτατική της έκσταση) και ο θάνατος. Η μέθη και το κενό, η μετάβαση από το αγγελικό στο μαύρο. Όλα αυτά υλοποιούνται σε μία μουσική στιγμή. Μία παύση, μία αλλαγή ρυθμού, μία άρση.
Όπως αδειάζουν ”τα μάτια από το φως της μέρας”, έτσι ορμά το σκοτάδι από τη ρωγμή των στίχων. Το ποίημα του φωτός κλείνει με σκότος, αλλά η κάθαρση έχει επιτευχθεί και ο χορευτής (νοητικός) των στίχων έχει κερδίσει.

Η ”Κίχλη” – αν και εσωστρεφής – θα μπορούσε να αποδοθεί χορευτικά.
Ακούγοντας τη φωνή του ποιητή, φαντάζομαι, βλέπω, τον χορευτή που αλαφιασμένος πετάγεται όλο και πιο γρήγορα από παράθυρο σε παράθυρο
Τον βλέπω να τεντώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να προλάβει όλες τις όψεις, όλες τις στιγμές· κινείται γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ώσπου σπάει, καταρρέει, λιώνει την ώρα που ”σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια”.

Νίκος Δήμου, δεν ξέροντας, η λέξη, Γιώργος Σεφέρης

___________________________

Αλλά τι σημασία έχουν οι μέρες όταν ο χρόνος δεν μοιράζεται πια σε ώρες και σε λεπτά αλλά μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς

“Μοιάζω σαν την άρρωστη μαϊμουδίτσα του λατερνατζή που είχε το πόστο του κοντά στο σπίτι μας. Κάθε φορά που περνούσα αποκεί, το ζωάκι μου έδινε το κρύο χεράκι του, και κάθε φορά το ταλαίπωρο είχε και πιο άθλια όψη, κοιτάζοντας σε με βλέμμα ακόμη πιο βασανισμένο και πονεμένο κάτω από το σαχλό καπελάκι που του είχαν φορέσει. Σήμερα από τον καθρέφτη με κοίταξαν τα ίδια μάτια…[…] Ο άνθρωπος ζει τόσο λίγο και είναι τόσο πολύ καιρό νεκρός…”
.
.
Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν: Μίλενα Από την Πράγα [απόσπασμα]
η συγγραφέας περιγράφει τη ζωή στο κολαστήριο του Ράβενσμπουργκ: τη βαρβαρότητα και τη χυδαιότητα της ζωής σε ένα στρατόπεδο εργασίας που μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης
******************************

Οπωσδήποτε, η ύπαρξη δεν είναι φτιαγμένη γι’ αυτούς που τολμούν να ζουν αυτό –αυτό- από πολύ κοντά κι από πολύ μακριά συγχρόνως, κατάματα, περαστικοί πάνω σ’ έναν πλανήτη που δεν είναι αιώνιος, διαβάτες ταπεινοί ή σημαντικοί.
Η μη ανασχέσιμη προέλαση της σύγχρονης τεχνικής η οποία καταλαμβάνει τα πάντα συμβαδίζει με την απουσία των Θεών, με την ερήμωση της φύσης, με τη διάλυση των κοινοτήτων, με το βασίλειο του εμπορεύματος, με την αποθέωση της αναπαράστασης και των θεαματικών της οργάνων, με την αποχαλίνωση της θέλησης.

Ο άνθρωπος –που υποτίθεται ότι θριαμβεύει- έχει περιοριστεί στα στοιχειώδη.
Καθρεφτίζεται χωρίς τελειωμό στον ”δικό” του καθρέφτη, στον οποίο είναι επίσης καταδικασμένη να καθρεφτίζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα και κάθε πράγμα.
Ζωηρά λόγια και κινήσεις εξέφρασαν όλη τη δυσανεξία, τη δυσφορία, τη δυστυχία, οι οποίες μπορεί μεν να ήσαν οικουμενικές αλλά ήσαν επίσης σημαδεμένες απ’ την καινούργια απόγνωση, απ’ το ξερίζωμα, από τη δύναμη της πεζότητας, του υπολογισμού.

**********************************
Ορισμένες από τις μορφές αυτές που, ρητώς ή όχι, αρνήθηκαν τους νέους καιρούς πλήρωσαν πολύ οδυνηρά τα οράματά τους, υπακούοντας στην τάξη του χρόνου.
Στοχαστές, ποιητές, ζωγράφοι, μυθιστοριογράφοι –ας σκεφθούμε τον Ντοστογιέφσκι- δεν μπορούσαν να υποφέρουν αυτό που άρχιζε να κυριαρχεί και του οποίου η κυριαρχία επρόκειτο να επισπευσθεί.

Η άρνηση όμως αυτή δεν ήταν άμοιρη και ενός ισχυρού αισθήματος απώλειας, μιας ορισμένης νοσταλγίας.
Ενάντια στην κατάσταση αυτή υψώθηκαν, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ζωηρές διαμαρτυρίες, κι όχι απλώς διαμαρτυρίες, απέναντι στη γενικευμένη βιομηχανοποίηση.

Έτσι, ο Χαίλντερλιν κάνει ποίηση την απόσυρση των θεών και τείνει προς την αναμονή ενός νέου θεού.
Ο Μαρξ στιγματίζει σκληρά τη βασιλεία της αποξένωσης και εύχεται να ξαναβρεί ο άνθρωπος (οι άνθρωποι στο σύνολό τους) την ανθρώπινη φύση του.
Ο Νίτσε καταγγέλλει τον μηδενισμό που σφραγίζει τα πάντα με ασημαντότητα και προοιωνίζεται μιαν άλλη κατάφαση αυτού που είναι και γίνεται.
Ο Χάιντεγκερ προσκολλάται στη λήθη του Είναι και περιμένει έναν τελευταίο σωτήρα θεό.

Η απόρριψη του παρόντος, που είναι αβάσταχτο και πολύ βαρύ, συμβαδίζει με ”προφητικά” λόγια και με χειρονομίες που μυρίζουν νοσταλγία.
Η νοσταλγία σκιαγραφεί, απέναντι και μέσα σ’ ένα ανεπανόρθωτο και πνιγηρό παρόν, μιαν ”επιστροφή” σ’ έναν τόπο και σ’ ένα χρόνο τον οποίο ουδέποτε κατοικήσαμε πραγματικά και ο οποίος θα ήταν το ενδιαίτημά μας.
Πράγμα που δεν αποκλείει τη δυνατότητα να υπάρχουν νοσταλγίες που πηγαίνουν μπροστά, που είναι προδρομικές…
.
.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Αξελού, Αυτό που επέρχεται
****************************************************

Καὶ μένουμε ἀνυπεράσπιστοι ξαφνικά, σὰν ἕνα νικητὴ
μπροστὰ στὸ θάνατο
ἢ ἕνα νικημένον ἀντίκρυ στὴν αἰωνιότητα…
.
.
Τ.Λειβαδίτης

__________________________________

”Οι θρόνοι μετατρέπονται σε πυκνά δάση˙
ας είναι η ευτυχία μας αρκαδικά ελεύθερη!”

“Ο Φάουστ” του Γκαίτε

Τον 19ο αιώνα ο Γκαίτε έρχεται να υμνήσει την Αρκαδία στο μνημειώδες του έργο Φάουστ (Faust). Εκφράζοντας ένα έντονο φανταστικό βίωμα, και με έντονη φιλοσοφική και αλληγορική διάθεση, ο συγγραφέας συνδέει ποιητικά τον ρομαντικό μεσαίωνα της Δυτικής Γερμανίας με τη κλασσική ιδιοφυία των Ελλήνων, τοποθετώντας το γάμο του Φάουστ και της Ελένης της Τροίας σε ένα μεσαιωνικό κάστρο “Αρκαδία” της Σπάρτης (τρίτη πράξη του δευτέρου μέρους).
.
.
Η Αρκαδία, πέρα από μια ιστορική και σύγχρονη περιοχή, είναι ένα εύηχο όνομα που θριάμβευσε στον πολιτισμό μας σαν αναπόληση της ειρήνης, της αθωότητας, της αρμονίας, της φύσης, της χαράς της ζωής, της ελευθερίας στον έρωτα, της ευαισθησίας, της απλότητας, του μέτρου και της επιστροφής στην ουσία.
Η Αρκαδία είναι ένα πραγματικό φαινόμενο. Καμία άλλη γη δεν έχει αφήσει το σημάδι της τόσο βαθιά στην ιστορία όσο η Αρκαδία. Το γιατί συνήθως χωρίς καμιά δυσκολία το απαντάει αυτός που φτάνει στην Αρκαδία…..το βιώνει.
Ποιητές σαν το Βιργίλιο και τον Γκαίτε και ζωγράφοι σαν τον Πουσέν και τους Προραφαηλίτες, έχουν καταπιαστεί με την Αρκαδία. Η ποιητική ανωτερότητα του Βιργίλιου έμελε να εξασφαλίσει μια περίοπτη θέση στα “Βουκολικά” στους επερχόμενους αιώνες της Ευρωπαϊκής κουλτούρας. Πολλοί μουσουργοί έχουν γράψει ένα έργο εμπνευσμένο από την Αρκαδία. Άνθρωποι όπως ο Μπάυρον και ο Θερβάντες θυσίασαν τη ζωή τους ή την υγεία τους στην επανάσταση, φλογωμένοι από ένα και μόνο πάθος… το αρκαδικό ιδεώδες.
Τοι αρκαδικό ιδεώδες είναι μια αναπόληση της αθώας ζωής, του ποιμενικού παραδείσου. Είναι μια νοσταλγία για τις αγνές αξίες της φυσικής ζωής, για την παράδοση άνευ όρων στον κύκλιο χορό του χρόνου. Είναι ένας φόρος τιμής στο αρκαδικό μέτρο που δεν επιτρέπει στα ανθρώπινα να επιβληθούν στη φύση. Για τους αναζητητές το αρκαδικό ιδεώδες είναι ένας κόσμος Δύναμης και Γνώσης.

Συγγραφείς όπως o Walt Whitman,Eugene O’ Neil, Robert Frost, T.S. Eliot, Ernest Hemingway, μέσα από τα έργα τους, περιγράφουν την καταστροφική εισβολή της βιομηχανικής εποχής .
Η ελπίδα για Χωρίς Όρια Προόδου – η υπόσχεση της κυριαρχίας πάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της απέραντης ευτυχίας συντηρούσε τις ελπίδες και την πίστη ολόκληρων γενεών. Σήμερα αυτός που μπορεί ακόμη να διατηρεί ελπίδες πως οι κρίσεις διαχειρίζονται και το σύστημα μπορεί να εξανθρωπιστεί, δεν κοιμάται απλώς αλλά παρασέρνει στην υπνηλία και άλλους.

Σε μια εποχή που αναζητά τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνίας, η Αρκαδία υπενθυμίζει και πάλι την πηγαία καλοσύνη του ανθρώπου.

”Εν τη ψυχή μου κατοικει,
το πένθος πλέον μόνον,
αφ’ ότου είδον ότ’ η γη
είναι ακένωτος πηγή
των στεναγμών των πόνων”

Δ. Παπαρρηγόπουλος

______________________________

Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν

Παραμερίζεις τα κλαδιά βλέπεις τώρα τα πράγματα πιο σφαιρικά ωστόσο πάλι δεν κατανοείς τα σημαίνοντα του κόσμου ετούτου τελικά δεν ήμασταν γι’ αυτήν εδώ τη ζωή σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι

Τώρα πλέον έχεις κατανοήσει
Το λίγο του χρόνου έχεις κατανοήσει
Σε ποια οριακά σημεία βρίσκονται
Τα φιλιά
Και τα λόγια

Τα γεγονότα δεν έχουνε διαστάσεις την ώρα που τελούνται τις αποχτούνε με τον χρόνο κι όλα είναι γύρω σου σαν να μην είναι άλλωστε έτσι γράφεται κι η Ιστορία τελικά πρέπει να μάθεις πως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη και τα βράδια όταν πλαγιάζεις έμφλογος και άγρυπνος ακούγονται τριγμοί στα σανίδια της οροφής καθώς περνούν τα τρένα με λυγμούς.

Απομείναμε ψηλαφώντας τη φλούδα του ονείρου
Ήμασταν μόνοι
Τα τραπέζια εγκαταλείφθηκαν γύρω μας.

Κλείτος Κύρου