ΜΑΓΔΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ευτυχία είναι να είσαι το Φώς γι αυτούς που αγαπάς κι όχι το σκοτάδι …“Μην περιφρονείς τα δώρα απ’ ένα φτωχικό τραπέζι κι από καθαρά πήλινα σκεύη από εύπλαστο πηλό φτιαγμένα Να είσαι ήσυχος με τη σοδειά σου αποθηκευμένη στο πιο όμορφο τόπο της ψυχής σου . Να περιφρονείς τα πλούτη ,να περιφρονείς την πείνα του εγώ σου …” “Εγκρατειαν”παρά “ενδειαν “

 

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Η ανάσα πέφτει με ορμή στα χέρια μου
Τα χέρια μου βουτάνε στην πένα
Η πένα χύνεται σαν χίμαιρα στην άσπρη θάλασσα του άψυχου χαρτιού
Το σώμα μου βυθίζεται
στις συρματοδεμένες κραυγές σου

Δεν υπάρχουν δειλινά εδώ
Ούτε λευκά περιστέρια
Ούτε καν πανσέληνοι χαμένων ερώτων
Άδικα έψαχνες ψυχή μου την αγάπη
Αιώνες ξόδεψες γυρεύοντας την
σε μύθους απ αρχαίους λυγμούς

Σε μεθυσμένες ακρογιαλιές
Σε παραμύθια με πρίγκιπες και Σταχτοπούτες
Σε οδύσσειες καταδρομές
Σε ανουσιους ποιητές
Σε ρήσεις χωρίς αίμα και δάκρυα

Στην πένα μου απόψε
δεν ξενυχτάει το όνειρο
Πάρα μονάχα το φώς
Τα χέρια μου
Σαν πεταλούδες της νύχτας
γυροφέρνουν την αγάπη
μέσα απ τα χείλη σου
Την μόνη αλήθεια
Ψάχναμε τόσους αιώνες
για αυτήν
Και την μεταφράσαμε
μόνο μ ένα φιλί
Το δικό μας φιλί
του έρωτα…

_____________________________________

Αμείλικτο το χέρι της
άπλωσε
να ξεδιψάσει μ αλμύρα την αγάπη
Να την κάνει κτήμα της
Ολόδική της

Δεν ήξερε όμως
Πώς η αγάπη δεν είναι σαν τη θάλασσα
Κι ας της μοιάζει
Στο χρώμα
Στο βυθό
Στα κύματα
Στη γαλήνη
Στις φουρτούνες

Δεν ήξερε πως η αγάπη
δεν γνωρίζει κτήτορες και κτήματα
Μονάχα ψυχή της δίνεις
Μονάχα δίνεις
Δίνεις ό,τι έχεις …

_________________

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Απόψε
Δεν σαλεύουν τα κλαριά
Φύλλο δε σαλεύει

Η θάλασσα
Η φωλιά
Παντέρημη και μόνη

Κι όλους τους ήχους σμίγοντας
σ ‘ένα άσμα ασμάτων
Θρήνος αντάξιος των ανθρώπινων παθών
Τ’άλμπατρος
Άλαλα
Τραγουδούν μονάχα όταν πεθαίνουν

Και σαν λόγχη σχίζουν τον αγέρα
Ο Θρήνος αντιλαλεί
Η άβυσσος σείεται

Ταίρι με ταίρι
Έψαλλε ζευγαρωτά
Το τελευταίο άσμα ασμάτων
του αποχαιρετισμού

Έψαλλε σιωπηλά
τον τελευταίο θρήνο μιας αγάπης…

_________________________

ΤΟ ΚΥΜΑ

Ήθελες να μετρήσεις
την αγάπη της
Μα μετριέται η θάλασσα ;
Ήθελες να μετρήσεις
τ άστρα που έλαμπαν
στα μάτια της
Μα μετριέται το Φώς της ψυχής ;
Ήθελες να μετρήσεις
Ήθελες…
Ήθελες…
Δεν μετριέται
η αγάπη ψυχή μου
Αγέρας είναι
Παίρνει τα κύμματα
και τα πάει όπου θέλει αυτή.
Και εσύ κύμμα ήσουν
Για λίγο …που άγγιξε…

_________________________

Δεν υπάρχει χειρότερη αμαρτία θαρρώ …από το να σκοτώσεις την αγάπη μέσα άπ’την ψυχή τ’ανθρώπου…

ΦΏΣ ΤΗΣ ΨΥΧΉΣ ΜΟΥ

Φώς της ψυχής μου
Αθάνατο
Μη με κοιτάς κατάσαρκα
Ο πόνος
Της απουσίας του
Βαθιά σφαγή

Φώς της ψυχής μου
Αθάνατο
Θέλω να παλιώσεις
Μέσα μου να ζεις
Αιώνια φυλακισμένο
Δεν έχω αλλά δάκρυα

Φώς της ψυχής μου
Αθάνατο
Μη με γυμνώνεις
Μη με ταπεινώνεις
Μη με εγκαταλείπεις
Δεν έχω άλλο αίμα να γράψω

Φώς της ψυχής μου
Αθάνατο
Που παν οι αγάπες όταν τελειώνουν ;

___________________________

ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Είναι κάποιες νύχτες
σαν σιωπηλές μαγείες
που μεθάω απ τη μυρωδιά σου

Σε κοιτώ κρυφά
να γδύνεσαι την ασχήμια του κόσμου
και να ντύνεσαι έρωτας

Κι ύστερα
να συγχωρείς
έναν -έναν
όσους δεν τόλμησαν
να σ αγαπήσουν

_____________________

ΑΓΓΕΛΟΙ ΣΤΗ ΓΉ

Απόψε ονειρεύτηκα έναν άγγελο
Έγινα χέρι
που χαϊδεύει απαλά
τις κορυφογραμμές
των ποιημάτων σου

Ένα χέρι που χαϊδεύει τους ταπεινούς
και τους κάνει σιωπηλούς
σαν αγγέλους που υποφέρουν
γιατί έπεσαν στη γή

Απόψε ονειρεύτηκα κι εσένα
που σ’έπλασε κι εσένα ένας θεός
και μου έδωσες τα φτερά σου
να πετάξω πάνω
απ τα χελιδόνια -ποιήματα σου

Δεν είχα που να πάω
και σου τα γύρισα πίσω

Εγώ απλώς ήθελα
να περπατήσω ξυπόλυτη
δίπλα στη θάλασσα
που έβρεχε τα όνειρά μου τις νύχτες

Ένα χέρι που χαϊδεύει τους ταπεινούς
και τους κάνει σιωπηλούς
σαν αγγέλους που υποφέρουν
γιατί έπεσαν στη γή
δίπλα στα βρεγμένα μου όνειρα

Ένα χέρι που χαϊδεύει απαλά
αυτό είμαι
τίποτα περισσότερο…

_______________________

Ρήματα
Λέξεις
και γιασεμιά
σπαρμένα σ ένα άψυχο χαρτί
κι εδώ
στα βράχια των γραμμών
μαθαίνω τη ψυχή μου

Τις νύχτες το κλάμα της
τραντάζει σαν ηφαίστειο
τις ρίζες μου
Σαν το πόνο της γής
για να γεννήσει ένα στάχυ

Ώ Ζέφυρε
γλυκέ άνεμε
που λυπήθηκες τη ψυχή μου
τη σήκωσες στα ουράνια
και την έφερες
στην όμορφη
κοιλάδα ενός Παραδείσου …

______________________

Καληνύχτες

Εσύ
Μονάχα εσύ
Σβήνεις το μαύρο μελάνι
της νύχτας μου
Και φανερώνεις
Εσύ
Μονάχα εσύ
Τους ήλιους άπ’τα λευκά μου
ποιήματα

Σπάς σε κομμάτια
τ’ άστρα
Απανεμίζεσαι
Φεύγεις
Στο τέλος χάνεσαι
Μα μέσα στα κύτταρα μου
Ξαναφυτρώνεις

Τότε
Καρφώνω την πένα στη ψυχή
Σπάει
Πέφτει
Αιμορραγεί
Και εσύ
Μονάχα εσύ
Αναγεννιέσαι
Ολόγυμνος
Και μου ρουφάς το χέρι
Που γράφει στίχους
Και μου φωνάζεις…

“Μην το σκοτώνεις “
το δικό μου ποίημα
Είναι όλη μου η ψυχή εκεί
Μέσα στα δάχτυλά σου
Εσύ
Μαγνήτη του ουρανού μου
Εσύ
Έλκεις το Φώς όλης της νύχτας
και απ τη φωτιά του έρωτα μου
Φτιάχνεις καινούρια αγαπη
Πάνω στο άδειο χαρτί
Εσύ
Μονάχα εσύ

________________________

ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τα βήματα δεν χάνονται
του φεγγαριού στο σώμα
Αποτυπώματα
μιας αιώνιας υπόσχεσης

Δονείται η θάλασσα απ το φιλί
Προσμένει εκούσια τον έρωτά του
Έκλειψη σώμα με σώμα
Η γή συσπάται
Ηφαίστεια ξεχύνονται εντός τους
Λάβα περίτεχνη σμιλεύει το φώς
που τρέχει ανάμεσα τους
Ο μόνος μάρτυρας, η αγάπη
Στέφεται νικήτρια του σκότους

Γύρεψα κι απόψε τα μάτια σου
Και εκείνα δάκρυζαν θεό
Σαν σκαλωσιές του ήλιου στο κορμί ανέβαιναν
τον έρωτα να προσκυνήσουν
ξεγυμνωμένα, ταπεινά
Απόψε
που ‘χει ολόγιομο φεγγάρι
Το ξέρω θα ‘ρθεις να με βρεις

_____________________

Μου χρωστάς ζωή
Μια θάλασσα κι έναν ουρανό
Μου χρωστάς έναν έρωτα
να πέφτει στα λυτά ξανθά μαλλιά μου
όπως τα πέταλα ανθών αμυγδαλιάς
που ορθάνοιχτα
προσμένουν μιαν άνοιξη

Μου χρωστάς ζωή
κι ένα καλοκαίρι
Μ’έναν ήλιο πορφυρογέννητο
κι ένα φιλί του
μ’ανάσες μυρωμένο
με βασιλικό και δυόσμο
μπερδεμένο
στα χείλη του

Χωρίς τις καταιγίδες να βαραίνουν
τα μάτια του
Χωρίς τις ερήμους να καίνε
το κορμί του

Μου χρωστάς ζωή
μια θάλασσα κι έναν ουρανό
που μού ‘ταξες

Και πόσο του μοιάζει
και η θάλασσα σου ζωή
και ο ουρανός σου
αλήθεια
πόσο του μοιάζει…

_____________________

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Εκεί που το κορμί γεννάει
Είναι μια θάλασσα μικρή
Εκατόφυλλα κερνάει
Μ ένα κόκκινο φιλί

Επτά ζωές θα πολεμώ
Επτά θα σε νικάω
Κι όταν σε χάνω την αυγή
Εκεί θα σ αγαπάω

Εκεί που το φιλί γεννάει
Δύο κόκκινα φεγγάρια
Γίνεται ο έρωτάς βιολί
Και τα κορμιά δοξάρια

Επτά ζωές θα πολεμώ
Επτά θα σε νικάω
Κι όταν σε χάνω την αυγή
Εκεί θα σ αγαπάω …

_____________________

Η ζήλια κι ο φθόνος
είναι άσχημο πράμα άνθρωπε…
Δεν αφήνουν την ψυχή σου
να γευτεί την “ευτυχία “

ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΣΏΜΑ

Ψυχή και σώμα πάλευαν
Στού έρωτα τ’αλώνια
Τρομάξανε κι εφύγανε
Στην ξενιτιά τ’αηδόνια

Τι αγάπη μάτια μου ειν’αυτή
Αγκάθι δίχως Ρόδο
Θάλασσα δίχως κύματα
Στεριά δίχως λιμάνι

Πώς να βάσταξεις τη ψυχή
Σώμα μου ριμαγμένο
Τις νύχτες γίνεσαι αητός
Και την αυγή σπουργίτι

Ψυχή και σώμα αντάμωσαν
Σ’ένα φιλί απ’ αλμύρα
Ήταν πουλί δίχως φτερά
Χείμαρρος δίχως φράχτη

Ψυχή και σώμα πάλευαν
Στού έρωτα τ’αλώνια
Κι ο νους εκρυφογέλαγε
στης λησμονιάς τα κλώνια …

_________________________

Λίγο πριν το δείλι
αντάμωσα με τα σκαλοπάτια
που κάθονταν φρεσκοβαμένα άπ’τον ασβέστη
κάτου άπ’το σπίτι του Νίκου Καββαδία.
Μανταλωμένο το πορτόνι
και τα σκούρα
Πήδηξα άπ’την κουπαστή
για να ‘ βγω πάνω στην βεράντα
του πατρικού του
Εκεί
που τα καλοκαίρια
ατένιζε τη θάλασσα
κι ήταν πιότερο όμορφα κι άπ’τα ηλιοβασιλέματα όλου του κόσμου
Πόσο θα ‘θελα να σε δω
Να σε ρωτήσω
Για όλα αυτά που ‘ γραφες πάνω στο κύμα
Ήθελα να σε ρωτήσω τι είναι στ αλήθεια
η ευτυχία …
Μα κάποιος εκείνη τη στιγμή
που περνούσε από κάτου
σαν να άκουσε τον ψίθυρο της καρδιάς μου
μου απάντησε :
Ευτυχία είναι όταν είσαι το Φώς για αυτό που αγαπάς κι όχι το σκοτάδι
Είναι η κάθε στιγμή που ενώνει τον θεό με τον άνθρωπο
που για άλλους περνάει απαρατήρητη
κι είναι ασήμαντη
ενώ για σένα είναι ολάκερη η επίγνωση της ίδιας της ύπαρξης

Βράδιαζε όμως
και έπρεπε να αφήσουμε πίσω μας το πατρικό του Νίκου
να βαστάει γερά σφαλισμένες τις αλήθειες του μεγάλου μας ποιητή
Τα καλοκαίρια του
τα σκαλοπάτια που στέκονταν χάμω σιωπηλά
καρτερώντας ίσως κάποιων άλλων περαστικών τα βήματα
να τους διηγηθούν μικρές ευτυχίες της ζωής τους

___________________________

“Τα θαύματα δεν είναι σπάνια
Αρκεί …
Να έχεις μάτια να τα βλέπεις “

Μάζεψα μια χούφτα βότσαλα του έρωτα
Για να σου γράψω ένα ποίημα θαλασσινό

Μα ήρθε το κύμα τα ‘κλεψε και χάθηκε
μές στού βυθού το μονοπάτι το σκιερό

Έσπειρα τα φιλιά μου σε άμμο αλαβάστρινη
απ των ματιών σου πήρα όλο το φως

Θέρισα τη φωτιά απ’ την πανσέληνο
κι έκλεψα όλο το πορφυρό των δειλινών

Να ‘χεις στην παγωνιά φωτιά να ντύνεσαι
Να ξεδιψάς μές των χειλιών μου τις χορδές

Έγινα Μούσα, Πηνελόπη, ποιητής για την αγάπη σου
Έγινα μάνα, έγινα κόρη κι αδελφή

Έγινα προσκηνυτάρι στο κρεβάτι σου
στίχος και ήχος του έρωτα σου προσευχή…

_______________________

Στις δύσκολες στιγμές
δείχνει το ύψος της ψυχής του ο άνθρωπος

Κοιμήσου αχτίδα μου
Άνοιξη χρυσή
Κοιμήσου κελαηδητό μου όνειρο
της κρυσταλλένιας μου πηγής
Και εγώ θα σου πλέκω ποιήματα
θα σιγοπερπατώ πάνω στα μάτια σου
Να μην σε ξυπνήσει η ασχήμια των καιρών
Να μην σ αγγίξει το σκοτάδι των χειμάρρων
Κι ορφανέψει ο κόσμος μου
απ το γέλιο και τα παιδικά πουλιά
Κοιμήσου ήλιε μου
Με Μεθυσμένα μάτια θα σε κοιτώ
Με αγγελική μιλιά θα σου τραγουδώ
Με τη φωτιά στη ψυχή μου θα σε ζεσταίνω
Με τα αξόδευτο δέρμα μου θα σε σκεπάζω
Θα ανασταίνομαι κάθε αυγή που θα σ αγαπώ
Κοιμήσου μη φοβάσαι την αγάπη …

_____________________

Ο ήλιος βούλιαξε τόσο θεία στο Ιόνιο
Πάνω στα γαλανά μετάξια του
η αύρα νανούριζε τους κατάλευκους γλάρους
Και εσύ …Πάντα εκεί στο λιμάνι
Να περιμένεις
Πιστή Πηνελόπη των μοντέρνων καιρών
Κανείς δεν σ έβλεπε
Μόνο η νύχτα
σαν φτωχική φωλιά που κουρνιαζε ο πόνος

Σιωπηλό ήταν πάντα το γέλιο σου
Μοιρολόϊ ήταν πάντα το τραγούδι σου
και σπιτικό σου ο Φάρος
δίπλα στο έρημο λιμάνι.
Η ψυχή σου πάντα εκεί
Κι ας έλειπε το σώμα σου
Η ψυχή σου πάντα εκεί
σαν άγριο κοντσέρτο θυμού
που εγίνονταν ένα με τα άγρια κύματα
που έτρωγαν τους βράχους.
Πέρασαν χρόνια
Πόλεμοι
Άνοιξες
Χειμώνες
Και εσύ εκεί
Ένα σώμα με τη θάλασσα
Μια κραυγή

Μα ήρθε
καλοκαίρι θαρρώ πως ήτανε
ή μήπως άνοιξη – δεν θυμάμαι
πάνω σ ένα άλογο με φτερά
Και έλαμπε πιότερο απ τον ήλιο
σαν Οδυσσέας δεμένος στο ψηλότερο κατάρτι του κόσμου
και πάνω του ανέμιζαν λογιών λογιών σημαίες αγάπης
Είχε το φως απ τα μάτια του Ιησού
και την ανδρεία του Μέγα-Αλέξανδρου
Είχε την ευφυΐα του Επειού
και το χρησμό του Λαοκόωντα
Ήρθε
Τον είδαν όλοι της γής οι γενναίοι

Δεν ήξεραν
Πώς η αγάπη που έριχνε στη θάλασσά του
αυτή γινότανε ζωή
Δεν ήξεραν
Πώς η βροχή που πότιζε τη γή του
γεννούσε Ηφαίστεια
Μονάχα αυτή ήξερε
Ήταν πάντα εκεί και τον περίμενε
Ήξερε ότι κάποια μέρα θα φανεί
Γιατί επιστροφή
είναι η αγάπη …

____________________

ΤΟ ΔΩΡΟ

Απόψε δεν διάλεξα εγώ τις λέξεις
Οι λέξεις με βρήκαν
Ήρθαν και κάθισαν στα ακροδάχτυλά μου
Νύμφες, μούσες,μοίρες και μάνες,
όλες μαζί
σε χορό Ομηρικό αγκαλιασμένες
Ψηφί -ψηφί
σαν πεταλούδες λουσμένες απ φως θεϊκό

Απόψε δεν γράφω εγώ τούτο το ποίημα
Οι λέξεις που άνθιζαν κάτω άπ’το στήθος σου
σαν νιόβγαλτα μπουμπούκια
Βόγγηξαν άπ’τα χείλη σου
αναρριχήθηκε η σιωπή άπ’τα σπλάχνα τους
κι άστραψε ο έρωτας και χύθηκε
στο λευκό μου ποίημα

Απόψε είναι αλλιώτικο το φεγγάρι
Πάνω μας μολογά την έκσταση του κόσμου
Αυτήν,
που μόνο δύο ψυχές αγκαλιασμένες
άπ’την γέννα τους τη νιώθουν

Απόψε δεν διάλεξα εγώ τις λέξεις
Τις είδα που ‘κλαιγαν πάνω στο σεντόνι μας
Σκόρπιες, μόνες, ασύντακτες …

Τις πήρες, τις φίλησες κι εκείνες έγιναν ποίημα
Το δικό μας ποίημα
Το ποίημα της αγάπης μου
Το δώρο μου για σένα

__________________________________

ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ

Όταν τελειώνουν οι λέξεις
ένα ρήγμα γεννιέται στα δάχτυλα
των οποίων η φωνή
έχει το χρώμα της άμμου
ανακατεμένης με τα κύματα
πάνω στις απαλές ακτές των γραμμών

Μα στα ενδιάμεσα διαστήματα των γραμμάτων
κάποια χέρια
πιο λευκά απ το κέρας των αστεριών
αγγίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε αγάπη
στην ξεραμένη γή από χαρτί

Κοίταξε
Πέφτουν χαμηλά
τόσο χαμηλά
που τα φτερά δεν μπορούν
να σμίξουν τα χέρια
που δεν έχουν τίποτα πιά εγκόσμιο
εκτός από την αχανή κατάλευκη αλήθεια
την αλήθεια κάθε ποιήματος…

________________________

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑΡΈΝΙΑ

Όταν ήμουν μικρή
έξω στην αυλή
δεν είχα θάλασσα
Μα εγώ έφτιαξα μιά
που να σου μοιάζει
Στην παλιά αποθήκη
Με τα καινούρια μου όνειρα
Μια θάλασσα σταρένια
Καθάρια ,δίχως κύματα απ’αλμύρα,
από μια δύσκολη σοδειά παρμένα
Εκεί βουτούσα όλα μου τα όνειρα
Είχε μονάχα προσευχές για κύματα
κι όμορφα βότσαλα
από αγριόχορτα απάτητα
σαν μοναστήρια ορθάνοιχτα
που αστράφτανε
στού ήλιου τα περάσματα
Και όταν ο αγέρας ξυπνούσε ανάμεσά τους
μύριζε άρτος γλυκός
απ’ αγάπη ζυμωμένος
Σαν τα δικά σου ποίηματα
της αγάπης σου θαρρώ τα λόγια
Σαν τα δικά σου μάτια
Του πόθου σου θαρρώ ..ηλιοβασιλέματα…

___________________________

ΣΕ ΛΙΓΟ ΞΗΜΕΡΏΝΕΙ

Έκλεισα όλα τα δώματα
να μην αγγίξει ούτε στάλα αρμύρας
τα μάτια σου
Άπλετο το φως που κράτησα
μέσα μου
τόσους δίσεχτους καιρούς
Σφαλισμένα
Μανταλωμενα τα παράθυρα
Να μην μολύνει το σκοτάδι
το νερό που τρεμόπαιζε σαν πεταλούδα
ανάμεσα στα στόματα μας
Που πάψαν άλλα χείλη να φωνάζουν
που πάψαν άλλα χείλη να ξεδιψούν

Δίπλωσα τους όρκους
με ευλάβεια
σαν Ιερή σημαία της λευτεριάς
προσκηνυτάρι του έρωτα μας
και τους φύλαξα
στις κρύπτες των ψυχών μας

Αφουγκράστηκα τις φωτιές
και τις κραυγές της γής σου
Κάτω άπ’το χώμα της είδα αίμα πολέμων
κόκκαλα νεκρών ηρώων που κλαίνε
μα πιο πάνω άπ’τη γή σου
Είδα
έναν ουρανό καταγάλανο να με σκεπάζει
άπ’τους κατακλυσμούς που λέρωναν τις χαμένες ψυχές των θνητών

Πήρα δύο στίχους άπ’το παλιό σου συρτάρι
κι άρχισα να γράφω για την αγάπη σου
Μα ένας άγγελος φτερούγιζε πάνω άπ’την πένα μου και έγραφε αυτός τους στίχους μου

Έλα
Κοιμήσου
Σε λίγο ξημερώνει…

___________________________________

Οι αληθινές λέξεις
που πηγάζουν μέσα απ την ψυχή
δεν καταδέχονται
να ειπωθούν
Ούτε πάνω σε άδειες γραμμές
Ούτε σ ένα ποίημα να σταθούν αγέρωχες
Ούτε σε κορυφές απάτητες να ανέβουν
Περήφανες πρέπει να κατοικούν
μές στης ψυχής το σώμα .

“Δυναμώνω ολοένα
τριγυρνώντας
στους στίχους μου τις νύχτες
Μές στης ψυχής τον ήχο
να χαθώ

Δυναμώνω ολοένα
τριγυρνώντας
μές στα σκοταδια
της τρομακτικής απουσίας σου

Να σταθώ
Αντάξια των καιρών.”

____________________________________

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Ήμουν του έρωτα καρπός
και μιας αγάπης γέννα

Πάνω στης λύρας τη χορδή
η πιο γλυκιά της πέννα

Ήσουν φεγγάρι που έλουζε
της θάλασσας μου το σώμα

Ήλιος ξανθός που έσταζε
στης προσευχής το χώμα

Ήμουν χρησμός του έρωτα
κι εσύ της μοίρας γόνος

Θάλασσα εγώ το κύμα εσύ
κι μιας αγάπης “όρκος “

____________________________

Εμείς οι άνθρωποι πολλές φορές πασχίζουμε να εξηγήσουμε τα σύνθετα νοήματα στη πορεία της ζωής μας, ενώ στα πιο απλά κρύβεται η ουσία κι η αλήθεια της ζωής.

Ξύπνησα
Και είδα τα μάτια σου
δύο άστρα
που ‘πεσαν τη νύχτα
από τον παράδεισο

Και είδα τα χείλη σου
πάνω στο κορμί μου
δύο κάστρα
που πολέμαγαν
την ανυπακοή μας στο θάνατο

Και είδα τα χέρια σου
στον κόρφο μου
δυό λάβαρα που ανέμιζαν
την λευτεριά στον πόλεμο

Ξύπνησα
Και είδα την ψυχή σου
Κι αγάπησα
Όλο τον κόσμο …

__________________________

Δεν είναι πίνακας ζωγραφικής η αγάπη
γιατί απλά δεν μπορεί να ειπωθεί με χρώματα σ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο καμβά
Ούτε σε ποίημα Μπορεί να ειπωθεί η ερμηνεία της γιατί στο ποίημα υπάρχει η αρχή και το τέλος του που είναι προκαθορισμένο άπ’τον ιδιο τον ποιητή.
Η αγάπη δεν έχει χρόνο και διάσταση.
Το “εγώ “το “εσυ”μετουσιώνονται στο “ένα”
Ρόδο κι αγκάθι μαζί σ’ένα κλαδί σ ένα χώμα γεννημένα…Μ.Η.

Δεν έγραψα το “σ αγαπώ” σου σε τοίχους
μ άδειο μελάνι που το τρώει ο χρόνος
Ούτε στην άμμο το ‘γραψα
που το σβήνει το κύμα
Ούτε το σκάλισα σε βράχους
που το διαβρώνει ο αδυσώπητος Βοριάς

Ούτε σε ποίημα το ‘γραψα
σε μεγαλεπήβολες λέξεις
σε στίχους ηχηρούς που κάνουν κρότο

Εγώ ολάκερη την ντύνομαι
την αγάπη σου
Για σένα ,
μόνο για σένα
Και όταν ξεντύνομαι τις νύχτες
ντύνομαι ολάκερη ψυχή

._____________________________

Μονάχα μ ένα παράθυρο ουρανό
Λίγη θάλασσα
Ένα Ρόδο μυρωμένο δάκρυα έρωτα
Και δύο στόματα
γατζωμένα πάνω τους ψυχή
φτιάχνεις αγάπη
άνθρωπε
τόσο απλό
άνθρωπε
και δεν το βλέπεις…

___________________________

Μονάχα μ ένα παράθυρο ουρανό
Λίγη θάλασσα
Ένα Ρόδο μυρωμένο δάκρυα έρωτα
Και δύο στόματα
γατζωμένα πάνω τους ψυχή
φτιάχνεις αγάπη
άνθρωπε
τόσο απλό
άνθρωπε
και δεν το βλέπεις…

_________________________________

 

Όλης της γής
κι αν έψαχνα
τις ακρες
να βρώ το ξημέρωμα
το δείλι
Τί θαρρείς πώς έψαχνα ;

Το χρόνο να χαλάσω ;

Το αίμα της αγάπης
το Ιερό
Αυτό που μόνο αγίασμα στα δάχτυλα
θα φέγγει
Και σε πολέμους
Σε λοιμούς
Σε χαρές
Σε θανάτους
Σε αποχαιρετισμούς
Θα με κρατεί ολόρθη
Να πολεμώ τον θάνατο
αυτόν που τη ψυχή τσακίζει

Όλες της γής
κι αν έψαχνα
τις άκρες
να βρω
το αίμα της αγάπης
να αφουγγραστώ
να κεντήσω
Το ξημέρωμα
Το δείλι
Την ομορφιά
Το ξεκίνημα
Την δικαιοσύνη
Ν’αναβλύζει στις χούφτες μου το Φώς της
Να σκορπάει
Να αναγγέλλει
Να γεμίζει
Όλα τα χρώματα απ ‘ αρχής
τους ήχους να βλογάει
Να παίζουν στον σκοπό της
Τι θαρρείς πώς έψαχνα ;

Στίχους σκόρπιους;
Ανούσιους ;

Όχι!
Εσένα έψαχνα
Ν’αναστηθεί ο ήχος της ψυχής
Να χορέψει
Να ξημερώσει
Σε γή να καρπίσει
η ανάσα μου να βγάλει φωτιές
να χορέψουν ολόγυρα της
όλοι της γής οι σκλαβωμενοι

Τι θαρρείς πώς έψαχνα ψυχή μου …

__________________________

Έρωτας είναι τα δάκρυα της
Έρωτας και τα ποιήματα της
Και οι λέξεις που κρούουν στα βράχια του πελάγου της
Έρωτας είναι
Έρωτας είναι τα τραγούδια της
Η λαχτάρα του γυρισμού σου
Έρωτας είναι κι όταν το κορμί της κατακτήσεις, συνεχίζεις να λατρεύεις τα μάτια της
το πνεύμα της ,την αλήθεια της
Έρωτας είναι και όταν την ονειρεύεσαι
Όταν την μυρίζεις κι ας λείπει
Έρωτας είναι και τα δάκρυα της
όταν συναντούν την ψυχή σου
ανθίζουν όλες οι πασχαλιές
μές το χειμώνα σου
Έρωτας είναι και το τραγούδι “όμορφη πόλη “
που άκουγες στην αγκαλιά της μια νύχτα του καλοκαιριού
Έρωτας είναι ψυχή μου
Όλα έρωτας είναι
Κλάψε
Κλάψε όσο θέλεις
Εγώ είμαι εδω
Κι αυτό έρωτας είναι…

____________________

Κάποτε
τα ποιήματα
που έφτιαξα μέσα απ τα χείλη σου
Θα μου ζητήσουν
όταν φύγεις
πίσω
τη φωνή τους

Την αρχή
Το τέλος
Το Φώς που έκρυψα
Στη σκοτεινή γωνιά τους

Κάποτε
τα ποιήματα
που έφτιαξα μέσα απ’ τα μάτια σου
Θα μου ζητήσουν
Όταν φύγεις
Ν απολογηθώ

Μα εγώ δεν έχω λόγια
δίχως μελάνι δεν έχω φωνή
Δεν έχω ψυχή δίχως εσένα
Δεν έχω τίποτα

Όσα έζησα
Όσα αγάπησα
σε λέξεις τα έκτισα
Πώς να τα κρύψω ;
Πώς να τα σκοτώσω ;

Είναι μονάχα
ποιήματα που κλαίνε
και δεν έχουν πια φωνή
Πώς να τ ακούσεις ;

__________________

Μην πιστεύετε τους ποιητές
Φτωχοί ιδαλγοί
του ανέφικτου και του ακατόρθωτου
είναι

Μην τους πιστεύετε
Ονειρεύονται
όταν εσείς κοιμάστε

Δακρύζουν σαν μικρά παιδιά
μπρος στα μάτια του έρωτα

Φιλούν σαν να αποχαιρετούν
για πάντα μιαν αγάπη

Αγκαλιάζουν σαν πουλιά
τους στίχους τους
όταν τρέμουν να ειπωθούν στο χαρτί

Ουρλιάζουν προς τα μέσα
σαν τις μάνες που ψάχνουν τα κόκκαλα
των παιδιών τους στα συντρίμμια
των πολέμων

Μην τους πιστεύετε τους ποιητές
Χαμένοι άγγελοι που τους διώξαν
απ’τον παράδεισο είναι…

_________________________

Που να βρώ ένα πινέλο
να ζωγραφίσω της άνοιξης το Φώς
στο κύμα του προσώπου σου ;

Που να βρώ μελάνι
να ζωγραφίσω
της κόλασης τα λουλούδια
που μυρίζουν παράδεισο;

Αφού γίνεσαι κραυγή
Μέσα σ’ ένα
μόνο ουρλιαχτό

Αφού γίνεσαι ποίημα
Μέσα σε μία
μόνο λέξη…

Πώς να φυλακίσω το Φώς
στα ακροδάχτυλά μου
να γίνει ποίημα ολόδικό σου ;

__________________________

Αμείλικτο το χέρι της μοίρας
Τίποτα δεν μπορεί να την κλονίσει

…και εσύ κοιτάς τα μάτια μου
τα ποταμίσια
Φόβος πρωτόγνωρος
Δεν έχεις που να πιαστείς
Να μείνεις

Δονείται η γή
Κάτω απ τα πόδια σου
Θεριεύει
Γεννώντας έρωτα

Η μοίρα ακούραστα νίκησε το χρόνο
Πέφτει σαν κάστρο αλλοτινό
η ύπαρξη μας
στον πρώτο τον χορό της

Κοίταξε
Ξύπνησε, βλάστησε η θάλασσα
Καθρεφτίζει μόνο την αλήθεια μας
Ατέρμονη η μοναξιά ,τριγύρω κλαίει

Κόβονται οι ανάσες
Απ τη μαγεία που αναδύειεται
απ’ την ένωση μας
Και εσύ κοιτάς τα μάτια μου
τα ποταμίσια

Αιώνια σφαλισμένα ήταν
Πριν σ αντικρίσουν
Πριν τη μοίρα δουν κατάματα

Τώρα μη μιλάς
Σώπασε
Ξεχύθηκα στο σύμπαν
Υπάρχουν μόνο ανατολές
ανάμεσα μας

Με ήλιους
που δεν γνωρίζουν
άλλο πια Δύσεις…

_____________________

Οι ανεκπλήρωτες αγάπες
Παντα
γυρίζουν
μέσα στα σώματα
των αγαπημένων τους
Τις νύχτες
τους φιλούν
Τους σκεπάζουν
να μην κρυώνουν
Τους ψιθυρίζουν
Τους χαϊδεύουν
τα μαλλιά
Τους ραντίζουν
με δάκρυα συγχώρεσης
Προσεύχονται
στο προσκεφάλι τους

Υπάρχουν ανεκπλήρωτες αγάπες
που θάφτηκαν
μα δεν πέθαναν ποτέ
Πάντα θα γυρίζουν
Κάθε νύχτα
Να φιλούν
Να αγκαλιάζουν
Τους έρωτες τους
Αιώνες θα έρχονται
Θα γυρίζουν
Κι ας μην τις βλέπεις
Σιωπηλές
προσευχές
σε ανθισμένα μοναστήρια. ..

___________________________

Όλα θα πάρουν το δρόμο τους

Έκλεισα στη χούφτα μου απαλά
σχεδόν ανέγγιχτα
τον όρκο της αγάπης σου
να μην τον θρυμματισω.

Ήτανε Μάης θαρρώ
Όταν σε είδα να κατεβαίνεις
ωσάν θεός του Ολύμπου
τις κορυφογραμμές της ψυχής μου

Η λύσσα του έρωτα σου
σαν ένα αγρίμι που πάλευε
του μαδημένου μου κορμιού
ίνα -ίνα τα σύνορα ν’αγγίξει

Πέταξα όλο το πένθος
των Αλλοτινών καιρών
στα ηχηρά νερά της μαύρης θάλασσας
απ’ την μνήμη των πολέμων

Φόρεσα λευκό φουστάνι
που οι νύμφες της θάλασσας κέντησαν
με τα ονόματα όλων των μεγάλων ερώτων
που όριζε η μοίρα τους να αναστηθούν

Πήρα χρησμό Ιερό
άπ’το μαντείο της Κολχίδας
Έλουσα τα μαλια μου στον Γαλλικό ποταμό
που περνούσε έξω άπ’το πατρικό μου σπίτι

Έπλεξα στεφάνι άπ’τα άνθη λεμονιάς του κήπου μου
Και για άρωμα μου έβαλα του νυχτολουλουδο
τον ήχο
Και σε περίμενα επτά Άνοιξες όπως όριζε ο χρησμός

Όλα θα πάρουν το δρόμος τους
μου μήνυσε ένα χελιδονι
καθώς με κοιτούσε
στο πρώτο φως της λυκαυγής

Κι εγώ που πάντα γνώριζα τα μάτια σου
κι ας μην τα είδα ποτέ
Που πάντα γνώριζα τη γεύση του φιλιού σου
κι ας μην σε φίλησα ποτέ
Σε περίμενα

Όπως περιμένει
ο θεός τους ανθρώπους
αιώνες τώρα
να δουν τα θαύματα του…

_______________________

Έρωτά μου
Θάλασσά μου εσύ

Ρόδο που ανοίγεις
στα αφρισμένα ένστικτά μου

Είν το φιλί σου
Πόθος κρυφός, κατάλευκο πανί

Κεντημένη πραότητα
Γιοφύρι χτίζεις πάνω στη σάρκα μου

Στού λόγου μου
το λιμάνι αγκυροβολείς

Και γίνομαι η γλώσσα του Θεού σου
Ό γητευτής του νού σου

Έρωτά μου
Εσύ και το γαλάζιο μου νησί

Εσύ η πατρίδα μου
Η μοίρα και το βιός μου

_____________________

Αν μ αγαπάς

Αν μ αγαπάς
Σύνορα δεν θα υπάρχουνε
για εμάς
Μονάχα δύο ψυχές
Και γέφυρα
που ενώνει δύο στεριές

Αν μ αγαπάς
Στην άβυσσο ο ήλιος θα ανατέλλει
Θα ανθίσει η πέτρα στο γυαλό
Κι ένα πουλί
στο στόμα του την άνοιξη θα φέρει

Αν μ αγαπάς
Θα δεις αγγέλους να χορεύουν με διαβόλους
Σε μιαν αλάνα να γελούν
Να παίζουν οι θεοί με τους ανθρώπους
Αν μ αγαπάς…

______________________

Πάντα η αγρια ομορφιά με συνεπαίρνει…

Έλα
Να πιαστούμε σε κύκλο
Να χορέψουμε τη ζωή
Όχι με χέρια
Μόνο με λευκά μαντήλια
Να αιωρούνται στον παράδεισο

Έλα
Να φωνάξουμε δυνατά
Η φωνή μας να σπάσει τα σύνορα
Να τραγουδήσουμε την αγάπη
Όχι με φωνή
Μόνο με τα παιδικά μας όνειρα
Αυτά που δεν μολύνονται από ιούς

Έλα
Μη φοβάσαι να χορέψεις στον κύκλο
Δεν θα πιαστούμε με χέρια
Μόνο με λευκά μαντήλια
Θα φτιάξουμε τραγούδια πουλιά
Που θα αιωρούνται στον παράδεισο …

___________________________

Είναι το ποίημα μου για σένα
Ένας ήχος
Όπου πρόσωπο και ύπαρξη μπλέκονται
υφαίνονται το ένα μέσα στ’ άλλο

Κι εγώ
που γνωρίζω μόνο τη δόξα σου να ψάλλω
Επικός στίχος – ύμνος γύρω από μια ψυχή
Κήπος γύρω από ένα σπίτι
που στα παράθυρα του είδα τον ουρανό

___________________

Με ρώτησες που πήγε η αγάπη
Κοίταξα γύρω μου
κι είδα στα μάτια σου
αυτό που εσύ έψαχνες…

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δε χάθηκε
Όχι δε χάθηκε
Όχι
Μεταμορφώθηκε σ’εκείνο που υπήρξε
Τότε ήταν γιορτή
Κατάνυξη και δέος

Τώρα είναι πρόσωπο
και χέρι και μελάνι και ψυχή

Ώω τί ανείπωτη ευτυχία
να αναγενιούνται οι αόρατες λέξεις μου
να παίρνουν σώμα ,αίμα και φωνή και ήχο

Ώ εσύ νησί μου λευκό
Στο ευλαβικό σου μοναστήρι
με τους λόφους τους χρυσούς
από καρποφόρα αμπέλια
Με τις αυλές σου τις στητές να σέρνουν
χορούς από λευκά χελιδόνια
γύρω άπ’των πηγαδιών σου τους κύκλους

Πώς ξέρεις να χιμάς
στο αίσθημα να λάμπεις ;
Πώς ξέρεις ένα δειλινό έξω άπ’το κορμί σου
να εκτίνεσαι για το χατίρι ενός έρωτα ;

Άπ’τις καμπάνες σου
παίρνει το βήμα της ρυθμό
Κι όπως τα κύματα αλυχτούν πάνω στους βράχους
Μιμούνται του κορμιού της το περίγραμμα

Έτσι κυλάει στα μάτια σου σαν φωτιά
η ορμή της
Έτσι στα χείλη σου
σαν ποτάμι χύνεται
των σπηλαίων της το ανείπωτο θαύμα

έτσι αθόρυβα ,γλυκά η αγάπη παραδίνεται …

___________________

Ο, τι δεν τολμήσαμε να ζήσουμε
Ο, τι φοβηθήκαμε κι αρνηθήκαμε να παλέψουμε
Αυτό ορίζω εγώ ως πεπρωμένο.

ΠΕΠΡΩΜΈΝΟ

Λένε
Πώς οι μοίρες απ τη γέννα μας
ορίζουν τη πορεία της ζωής μας
Εμένα
Θαρρώ πως πρόσταξαν
πολέμους στη ψυχή
Έτσι κι εγώ
Φόρεσα κατάσαρκα τη θάλασσα
για γιορτινό μου ρούχο
Έραψα το φεγγάρι
για φάρο στη καρδιά μου
Κουπιά έκανα τα χέρια μου
Και αστέρια τα όνειρά μου
Μιας
Και η στεριά
Ποτέ της δεν μ αγάπησε
Δεν ήταν εύκολο το ταξίδι της ζωής
Ανάμεσα σε πολέμους μ έριξαν οι μοίρες
Και εγώ με τα θεριά καλά τα πήγα
Μα με τους ανθρώπους,δύσκολα τα κατάφερνα
Ανάμεσα σε καταιγίδες κι αστραπές
Ανάμεσα σε συμπληγάδες βρέθηκα
Τους κυκλωπες δεν τους φοβήθηκα
Μηδέ και τις Σειρρήνες
Μονάχα αυτόν
Τον φτερωτό τον άγγελο
Που της ψυχής τον ήχο παίρνει
Φουσκώνει τα πανιά
Και σε ταξιδεύει,σ άλλες θαλασσες
Άγνωστες για μέ
Χωρίς βυθό
Χωρίς γυαλο και κύμα
Άλλοτε γλάρος γίνεται
Και με φιλά γλυκά με τα φτερά του
Κι άλλοτε βράχος κοφτερός
Ματώνει την ψυχή μου
Λενε πως οι μοίρες απ τη γέννα μας
Ορίζουν τη πορεία της ζωής μας
Μα…
Θάλασσα είμαι εγώ
Κύμα γλυκό όλο καμπύλες
Κι εσύ ή ακτή μου
Που πάντα θα με προσμένεις
Ποιός στ αλήθεια να τις πιστέψει ;

_________________________

“Αχ να μπορούσα”

Ώω ομορφιά του Ιονιου Πελάγους
Έκρυψες όλες τις δύσεις στα χώματά σου
Κράτησες μονο τις ανατολές
στα ζεστά σου λιμάνια
Αχ να μπορούσα με μια δοξαριά
Μόνο με μία νότα
Να γράψω ένα ολάκερο τραγούδι
Αχ να μπορούσα μ ένα φιλί
Μόνο μ ένα φιλί
Να μεταλάβω το φώς απ τα χείλη σου
Σαν πουλί διψασμένο
Να σκύψω στις υγρές σου παλάμες
Να πιώ να ξεδιψάσω την αγάπη μου για σέ
Μα δεν είμαι ποιητής
Ούτε ζωγράφος
Μονάχα ένας ναυαγός
που με ξέβρασαν τα κύματα
μπρος στα θαύματα σου …

___________________

Όταν μ’ αγαπάς
Γίνεσαι ένα πελώριο κύμα
Που με λούζει ολάκερη
Από τα κόκκαλα μέχρι το μεδούλι
Και ξαναβρίσκω
Όλες τις χαμένες ψυχές των θνητών

Και το κορμί σου
Σαν την Μεγάλη Αγία Τράπεζα
Κρατάει ασυγκράτητα
Τον άρτον τον επιούσιον
Μέσα στ’ ασάλευτα του χέρια

Όταν μ’ αγαπάς
Το ανέφικτο
Παύει να υπάρχει…

____________________

” Γίνε για μένα “

Δεν ξέρω αν υπάρχουν δυό κόσμοι
Γίνε για μένα
Χίλιες ψυχές σ ένα κορμί
Γίνε για μένα
Χίλιες σοδειές σ ένα δεμάτι
Γίνε για μένα
Χιλιάδες στρόβιλοι ουρανών
μέσα στα κύτταρα μου.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν δυό κόσμοι
Γίνε για μένα
η καινούρια προσευχή
Το κερί μου λιώνει
Κλαίει κέρινα δάκρυα
Γίνε για μένα
Μια καινούρια λέξη στο ποίημα μου
να γατζώνεται επάνω της ο κόσμος
αχόρταγα,
σαν να ‘ ταν έρωτας.

Αυτό γίνε για μένα
Κι ας ξέρω ότι υπάρχει μόνο ένας κόσμος…

____________________

ΝΟΣΤΑΛΓΊΑ

Έφτιαξα κι απόψε ένα παραμύθι ποίημα
Έκλεισα τα αυτιά μου
Όχι από φόβο
Μα γιατί μ έπνιγε ο κρόκος της σιωπής

Πήρα ένα ξεχασμένο Ρόδο
από εκείνη την άνοιξη που μου χάρισες
Το ‘βαλα στον κόρφο μου
Να μυρίζω την αγάπη σου

Έβαλα στο ραδιόφωνο
εκείνο το τραγούδι που ακούγαμε μαζι
έναν Αύγουστο κάτω απ το φεγγάρι
δίπλα στην θάλασσα του Μύρτου

Έκλεισα τα μάτια
Η βοή της πόλης έπαψε
Τα φώτα χάθηκαν μαζί με τις φωνές
Ούτε το κλάμα της Μυρτούς ακουγόταν απόψε
Ούτε το ζευγάρι που κάθε βράδυ μάλωνε,
στο διπλανό δωμάτιο
Ούτε η βροχή που έπεφτε απ το σπασμένο τζάμι
Ούτε το τρύπιο πάτωμα παραπονέθηκε απ τα βήματα μου

Μονάχα η αγάπη μύριζε στην κάμαρη,
φυλαγμένη σ εκείνο το Ρόδο πάνω στον κόρφο μου
Ολάκερη να γεμίζει τον κόσμο
Τον τόσο άδειο από σένα…

__________________________

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Είδα χαράδρες ανάμεσα σε μυριάδες
κόκκους άμμου
κατοικημένες με δάκρυα από λέξεις
και αγάπης φωνήεντα
στης θάλασσας το κύμα
να συσπάται απ του έρωτα τη δύνη

Είδα νερό να γκρεμίζεται
και Φώς να διπλώνει
σαν τσακισμένο φτερό χελιδονιού

Μα είδα εμάς
ανάμεσα σε γλαρους
σε νύμφες και θεούς της θάλασσας
ψηλά να πετάμε στον ουράνιο αγέρα
Εσένα
Εμένα
Ένα να γινόμαστε
Ένα θαύμα να νικήσουμε το σκότος…

________________________________

Απόψε όλα είναι αλλιώτικα
Και τα πορφυρένια κύματα του δειλινού
και τα λόγια σου
Και τα μάτια σου… αλλιώτικα είναι απόψε
Και το φεγγάρι
Αχ αυτό το Αυγουστιάτικο φεγγάρι!
Τι θα γινόταν η ποίηση ;
Τι θα γινόταν
τούτα τα δειλινά
ενός κόσμου που χάνεται ;
Να ‘χεις μές στο στήθος σου
αιώνες σφηνωμενη τη μοίρα
που σου λέει πότε θα αγαπήσεις
πότε θα πονέσεις
Πότε θα πεθάνεις
Και εσύ
Αντί να κοιτάζεις το φεγγάρι
να πλαγιαζει στα πορφυρένια αλώνια
Κοιτάς τα μάτια του έρωτα
με δάκρυα λύτρωσης γεμίζεις ολάκερος
ως το μεδούλι και πιο πέρα
Κι αρχίζεις το τραγουδι …
Κι ας χάνεται δίπλα σου
ο κόσμος
Για αυτό σου λέω
Απόψε
Όλα είναι αλλιώτικα που ήρθες
Κι ας Άργησες

_____________________

Είναι κάποιες νύχτες
σαν σιωπηλές μαγείες
που μεθάω απ τη μυρωδιά σου
Και σε κοιτώ κρυφά
να γδυνεσαι την ασχήμια του κόσμου
και να ντύνεσαι έρωτας
και να συγχωρείς
έναν -έναν
όσους δεν τόλμησαν
να σ αγαπήσουν

_____________________

Περίμενε με
Όπως η έρημος
Τη χρυσή βροχή στη σάρκα της
Όπως το λιμάνι
τον γυρισμό κάποιου Οδυσσεα
Περίμενε με
Εκεί
Στη ξύλινη προβλήτα
των ονείρων σου
Θα με γνωρίσεις όταν θα ‘ρθω
Θα χαμηλώσουν μές στη νύχτα τ άστρα
Τα κύματα θα πάψουν να χτυπούν τους βράχους
Και οι αστραπές θα χαϊδεύουν
τα λυτα μαλλιά μου
Περίμενε με
Μη λυποψυχήσεις
Είναι μακρυς ο δρόμος
Και απέραντη η θάλασσα
Εσύ γυρεύεις μια σκάλα για τον ουρανό
Εγώ γυρεύω την αγαπη
στα σιωπηλά ερείπια της ψυχής
να δώσω φως
Περίμενε με
Εκεί στο σπίτι το λευκό
Δίπλα στη θάλασσα
Που ‘χει τα κλίματα σειρα
διπλα στους βραχους
Περίμενε με
Θα γυρίσω
Σε πείσμα όλων των θανάτων
Στη νικη όλων των τελειωμων
Στο όνομα όλων των ερωτων
Περίμενε με …

________________

Είπαν ο θρήνος ενός πουλιού
Που έχασε το ταίρι
Είναι του κόσμου ο πιο πικρος
σαν δίκοπο μαχαίρι

Έχεις ακουσει τη ψυχή
ανθρώπου να σφαδάζει ;
που στο βωμό του έρωτα
το αίμα δάκρυ στάζει;

Έχεις ακούσει το κορμί
ανθρώπου να πεθαίνει ;
κραυγές και φθόγγους αναρθρους
απ τη ψυχή να βγαίνει;

Είδες φωτιά στη θάλασσα
Αστέρι να πεθαίνει ;
Μια πεταλούδα στο κορμί
Θάνατο να ανασαινει ;

Αν όλα αυτά δεν τα ‘νιωσες
Για θρήνο μη μιλήσεις
Μονάχα αποχαιρέτησε
χωρίς να με φιλησεις ….

_______________________

Έχει αλμύρα η στεριά
Μ ακούς;
Των δακρύων
Των λυγμών
Κρυμμένη ολάκερη
Σαν μάρμαρο αρχαίο
κλεμμένο απ τους βάρβαρους
Έχει αίμα ή στεριά
Μ ακούς;
Των νικημενων
Των ψυχών
Κρυμμένο ολάκερο
Σαν ζώο ,θυσία σε σφαγή δοσμένο
Έχει φιλί η στεριά
Μ ακούς;
Των αποχαιρετισμων
Των ηττημένων
Κλεμμένο απ το φόβο
Των δειλων
Σαν σώμα δίχως ψυχή
Κρυμμένο στη λησμονιά
Στην κρύπτη της λήθης
Των χαμένων ερώτων
Μ ακούς ;
Έχει αλμύρα η στεριά
απόψε που λείπει η θάλασσα
ανάμεσα μας
Πώς να σε δώ
Το ξερω μ ακούς. …

____________________

Νέφη της αγάπης
σκεπάζουν απόψε τον ήλιο
Το μελάνι κλαίει στο χαρτί
Δεν έχει άλλο δρομο
Άγάπη. ..
Οπλισμένη ως τα κόκκαλα
με Αμάραντα άνθη
Αρματωμενη με βόλια απροσπέλαστα
Με ψυχές που μυρίζουνε μύρο
Πώς σε καταντήσαμε έτσι οι άνθρωποι
που τόσο σε θαυμάζαμε ;
Με τραγούδια με λόγια γλυκά
Με αγάλματα στητά σε πλατείες
Με φιλιά που σφραγίζουν τη μνημη
Με έρωτα που μυρίζει δυόσμο
Είμαστε πολύ μέτριοι ,
είμαστε πολύ μικροί
Πολύ μικροί
Κομπάρσοι στο ρόλο της αγάπης
που την τραγουδάμε φάλτσα
Διώξτε πια τους λυρισμούς
Τους ανουσιους ποιητές
που τάχα την ύμνούν
Τους φοβισμένους
Τους δειλούς
Τους αλώβητους
Διώξτε τους
Ν ανασανει η λευτεριά στην ψυχή
Να κυλήσει η αγάπη στο αίμα
που πρώτα κυβερνούσε τα πέλαγα
και τώρα δεν μπορεί να κυβερνήσει
ούτε την αύρα της
Ούτε το όνομά της
Διώξτε τους
Πόσο μέτριοι είμαστε Θεέ μου
Πόσο μικροί εμπρός της
Πόσο. …..

________________________

Αλαργινού κορμιού
σιγαλοπνοα κύματα
Άγαλμα στιλπνό
Σε αράγιστο βυθό κρυμμένο
Το βάθρο της σιωπής διάλεξες
Για ν αντέξεις τους πόθους
Τα φιλιά
Το ψέμα
του έρωτα
Τοπίο μισοδιάφανο
κι ανέγγιχτο
Θεμελιωμενο
με υλικά ακατέργαστα
Διάλεξες μόνο την αγάπη
Τον πόθο
Τον άφησες
Για τους δειλούς
Για αυτούς που δεν τόλμησαν
Κατάματα
Να δουν το Φώς της…

_________________Μου ‘παν
Πώς τραγουδούν σαν λιτανείες
τα χείλη σου
και μοσχοβολά άνοιξη το φιλί σου
Κι εγώ τους πίστεψα
Μου ‘παν
Πώς ποταμίσια ειν τα μάτια σου
κι αιχμαλωτίζουν τους χειμάρρους
Κι εγώ τους πίστεψα
Μου ‘παν
Πώς κήποι ολανθιστοι ραντιζουνε
το σώμα σου
και κλαίει ο αγέρας
που ευωδιάζει το άρωμά σου
Έτσι μου ‘παν
Και εγώ σαν παιδί τους πίστεψα
Γιατί
Παιδί γίνεσαι όταν αγαπάς
και τα παιδιά ψυχή μου
λένε πάντα την αλήθεια ..

_______________________________

Μοναχα μ ένα παράθυρο ουρανό
Λίγη θάλασσα
Ένα Ρόδο
Και δύο στόματα
γατζωμενα πάνω τους ψυχή
φτιάχνεις αγάπη
άνθρωπε
Τόσο απλό
άνθρωπε …

____________________________

Όταν αγαπάς
Το πιο όμορφο
Το πιο πολύτιμο
Το πιο αληθινό ρούχο
Είναι η ψυχή
Το πιο φωτεινό μας
Το πιο πιστό μας
Το μόνο ξεχωριστό
και αιώνια ντυμένο στο σώμα μας
είναι η ψυχή μας
Και δεν πρέπει να ντρέπεσαι
Αν είναι μαύρο
Λευκό
ή κίτρινο ….
Να ντρέπεσαι μόνο
οταν το χαριζεις
φορεμένο
με μαύρες
λευκές
ή κίτρινες
ψεύτικες αποχρώσεις….

________________________________

Όμορφη αγάπη
Σε θάλασσες σπαρμένη
Σε στεριες τραγουδισμενη
Σε χέρια αγκαλιασμένα
Σε μάτια δακρυσμένα
Σε πολέμους αδελφομένη
Σε υπόγεια σκλαβωμενη
Όμορφη αγάπη
Θα γίνεις δική μου

Όπου να ‘ ναι
Σημαίνει η ώρα
Που θα γίνεις δική μου

Όμορφη αγαπη
Πάνω σε βράχους σκαλισμενη
Σε πλιθινα αγάλματα ζωγραφισμένη
Σε νύχτες ασαλευτες ειπωμένη
Των πεινασμένων άρτος , γλυκιά
Θρόισμα των άστρων στη σιγαλιά
Και των σημαντρων η λευτεριά
Άγάπη των σκλαβων,των δυνατών
Των θεών βάλσαμο και των θνητών
Όμορφη αγάπη
Θα γίνεις δική μου

Όπου να ‘ ναι
Σημαίνει η ώρα
Που θα γίνεις δική μου …

____________________________

Μίλα ..
Πές “αγάπη”
Δεν λιγοστεύει
η σιωπή
με μια λέξη από χρυσό αλφάβητο παρμένη
Μίλα…
Πες “Ζωή μου”
και πιές την απ τα χείλη μου
Δεν λιγοστεύει
το μέλι
άπ’την κερυθρα
κι από το φέγγος που την περιβάλλει …

_______________________________

Η ανάσα πέφτει με ορμή στα χέρια μου
Τα χέρια μου βουτάνε στην πένα
Η πένα χύνεται σαν χίμαιρα στην άσπρη θάλασσα του άψυχου χαρτιού
Το σώμα μου βυθίζεται
στις Συρματοδεμένες κραυγές σου
Δεν υπάρχουν δειλινά εδώ
Ούτε λευκά περιστέρια
Ούτε καν πανσεληνοι χαμένων ερώτων
Άδικα έψαχνες ψυχή μου την αγάπη
Αιώνες ξόδεψες γυρεύοντας την
σε μύθους απ αρχαίους λυγμούς
Σε μεθυσμένες ακρογιαλιές
Σε παραμύθια με πρίγκιπες και Σταχτοπούτες
Σε οδυσσειες καταδρομές
Σε ανουσιους ποιητές
Σε ρήσεις χωρίς αίμα και δάκρυα
Στην πένα μου απόψε δεν ξενυχτάει το όνειρο
Πάρα μονάχα το φώς
Τα χέρια μου
Σαν πεταλούδες της νύχτας
γυροφερνουν την αγάπη
μέσα απ τα χείλη σου
Την μόνη αλήθεια
Ψάχναμε τόσους αιώνες
για αυτήν
Και την μεταφράσαμε
μόνο μ ένα φιλί
Το δικό σου φιλί
Του έρωτα…

___________________

 

Απ το ημερολόγιο της Μυρτούς( ΟΝΕΊΡΕΜΑ )

Κι απόψε
η πιο αθώα λέξη μου
μοιάζει μοιραία
σαν χιλιοειπωμένο μυστικό
ή κάποιο στίχο που δεν τόλμησα ποτέ να γράψω σ ένα ποίημα αληθινό .
Και αυτά που ονειρεύτηκα,
κάποιες νύχτες,
παίρνουν σάρκα ,οστά ,
αίμα και μιλιά
σαν παιδικά γράμματα
προς το Θεό ριγμένα,
απρόσεχτα,
μπρός στα πόδια του,
που δεν τα διάβασε ποτέ ..

Κι άλλες νύχτες
που το φεγγάρι κάνει το γύρο του σπιτιού μου και σταματά έκπληκτο πάνω στις άδειες γραμμές μου ,χωρίς ίχνη, μόνο με το φως του
ζωντανεύει τις μισοσβησμένες ανάσες μου

Και εγώ κοιτούσα τ’ άστρα
Το χώμα μυριζε
τα παιδικά μου όνειρα
Φορούσα τα παλιά μου παπούτσια
κ’ έσκυβα στο κήπο με τις λεμονιες
να μυρίσω τη βροχή
να ακούσω την τελευταία σταγόνα
να ξεψυχά στο χώμα
Δάκρυζα απ την ομορφιά τ’ ουρανού
ώσπου ένα μικρό άστρο
μου ‘κλέβε και το στερνό μου δάκρυ
Όταν γύριζα στο κρεβάτι μου
μέσα στα όνειρά μου
φώτιζε εκείνο τ’ άστρο
και μοαχοβόλαγε το χώμα απ τις Λεμονιες στη ψυχή μου.
Σαν κισσός ανέβαινε, έσπαγε τα κεραμίδια
και ξεχύνονταν ως τα σύννεφα

Τότε. .
ανακάλυψα ότι το θαύμα κάνει πιο αβέβαιη και όμορφη τη ζωή
αφου η ομορφιά της ψυχής
είναι το πιο συλλογισμένο απ όλα τα θαύματα. ..

______________________

Πνεύμα είναι η ποίηση
Ένας αέρας λευτεριάς και δημιουργίας
Μια λυτρωτική σύλληψη ενός υπερβατικού κόσμου
Μια επανάσταση του νού
για τη σωτηρία της ψυχής μας
Υπεξαίρεση απ την πεζότητα και τους
συμβιβασμούς της ζωής .

Σαν χορευτής
που συγχωρεί το βήμα
που τον πρόδωσε
σου γράφω

Σαν Εκείνον
που ταπεινά
είδε το Φώς του Χάους
σε μια Βηθλεέμ
σου κράζω

Το ξερω
Με διαβάζεις
Κάτω απ’τ’αστρο εκείνο
Χορεύοντας…

____________________

ΤΟ ΤΑΜΑ

Να αρμενίζεις μές στο αίμα μου
Να ‘ σαι η μοναδική πατρίδα μου
Κόντρα στα τέρατα της λησμονιάς

Τα χείλη σου
τέτοια σοδειά
θα πρέπει να τρυγούνε

Μέσα σ ένα ρέον διαμάντι
των κυμμάτων σου
Και ως ηχώ παλλόμενη
που διαπερνά το σκότος των καιρών
το κύμα της
ν απλώνεται κυκλικά σε χείμαρρο
Να κοπάζει η θύελλα
Πάνω στα αξοδευτα κορμιά μας

Κι η αγάπη, σαν λυχνάρι αδάμαστο από φως
να παρασέρνει τα δειλινά σε παγίδα
ανάμεσα στις λυρικές σάρκες μας

Και οι ψυχές μας
Να δέονται πλεγμένες κι υψωμένες
για την ευλογημένη σοδειά τους

Να αρμενίζεις μές στο αίμα μου
Να ‘σαι η μοναδική πατρίδα μου
Κι ο στερνός μου γυρισμός…

___________________________

 

Ήξερες να πλέκεις στα ηλιοφώτιστα ξωκκλήσια
τα ασημένια σχοινιά των σημάντρων
Ηξερες να κλαδεύεις τα δάκρυα των προδωμένων πολέμων που ξενύχταγαν
για έναν άρτον επιούσιον
Ήξερες να συλλαβίζεις ψυθιριστά σε κλειστά δώματα τον ύμνο εις την Ελευθερίαν
Ήξερες να σπέρνεις σ άγονους ωκεανούς
καρπούς πρωτόπλαστους
και να θερίζεις με το δαφνοκεντημένο σου δρεπάνι
χίλιες χρυσές σοδειές σ ένα δεμάτι.

Δεν ήξερες όμως
πως το φιλί της ήταν γλυκό
Πιότερο κι απ το φιλί της μάνας
Δεν ήξερες όμως
πως τα μάτια της ήταν φωτεινά
Πιότερο κι απ τον ουρανό
Δεν ήξερες όμως
πως το κορμί της ήταν ζεστό
πιότερο κι απ τη λάβα που καίει το νερό
Δεν ήξερες όμως
πως η ψυχή της ήταν απούλητη
πιότερο κι από τον κρότο όλων των πολέμων

Νόμιζες πατρίδα ήταν
Νόμιζες θάλασσα ήταν
Νόμιζες σύνορο ήταν
Κι εσύ ο γενναίος πολεμιστής …

________________________

Αερικό
στο σώμα σου επάνω
Θα χυθώ
Θα βαπτιστώ
στα χείλη σου Θα μεταλάβω
Ζωή και θάνατο
θα εξομολογηθώ

Κι όταν θα καίγεσαι
απ τα προδομένα
φιλί θα γίνομαι
Κι θα ανασταίνομαι
μόνο για σένα

Αερικό
στις άδειες νύχτες σου
Ολάκερη θα δίνομαι
Θα πολεμώ
αντάμα με τον θάνατο
κι αθάνατο
τον έρωτα θα ντύνομαι …

_________________________

Δύο σώματα σωπαίνουν αντικριστά
Δυό χείλη γεννούν την ανατολή
Δύο χέρια ανταμώνουν την δύση

Έξω απ αυτούς
η θάλασσα σώπασε
Έξω απ αυτούς
το φεγγάρι έσβησε
Έξω απ αυτούς
σταμάτησε ο κόσμος

Ανάμεσα τους
Μονάχα αυτή
Οπλισμένη με βέλη
Ολόρθη
Αγέρωχη
Λευκοντημένη τους θωρρεί
Μονάχα αυτή
Η κόρη του Έρωτα
Την είδα!

________________________

ΠΕΠΡΩΜΈΝΟ

Σε είδα
Το υγρό μονοπάτι πήρες
στων κυμάτων των Καλπασμών υψώθηκες
για να ‘ ρθείς να με βρεις

Υπνωτισμένοι οι στίχοι μου
απ’ της βοής σου το κάλεσμα
σαν αγρίμι που τρέχει
τους κυνηγούς να ξεφύγει

Ποιος γνωρίζει την αγάπη
περισσότερο από σένα ;
Ποιος στον ίδιο καθρέφτη
είδε αγγέλους και δαίμονες ;

Ποιος μπορεί να μετρήσει
την στιγμή σε αιωνιότητα ;
Ποιος τολμά να νικήσει
με λουλούδι τον θάνατο ;

Ακουστά σ έχουν τα ποιήματα μου
Τριγύρω οι στίχοι σαν φωτεινά πλεούμενα
ανοίγουν δρόμους να φανείς στον όρμο
Δίπλα στα χρυσά κουπιά της βάρκας μου

Σε είδα
Μέσα από τρεις πολέμους να περνάς
Στα μάτια μου σαν αστραπή να καις
Στο σώμα μου σαν πειρατής να πολεμάς
Και σαν κουρσάρος τους θησαυρούς μου
να διαφεντεύεις

Σε είδα.
Στην αγάπη να μπαίνεις σαν Θεός
που τον αρνήθηκαν ,τον πρόδωσαν
τον σταύρωσαν ,
Μα αυτός όλους στο τελος τους συγχώρεσε
γιατί ήταν ο ίδιος η αγάπη …

___________________________

ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

Αληθινό είναι ο,τι μένει αιώνιο απ την φθορά του χρόνου. Αυτό που δεν μεταβάλλεται στην πορεία του χρόνου…Όπως ο ήλιος και η ψυχή…

Αχ θάλασσα μου
Μάγισσα μου εσύ

Μ ‘ έχεις πλανέψει
μα πονάς σαν το κεντρί

Που όλο το μέλι δίνεις
Μα τη ψυχή μου πίνεις

Αχ θάλασσα μου
Μάγισσα μου εσύ

Η αγκαλιά σου
του έρωτά του το φιλί

Τη μια με ρίχνει
μές των βράχων το κελί

Την άλλη με πάει
στού Παραδείσου την αυλή

Αχ θάλασσα μου
Μάγισσα μου εσύ

Κόρη του έρωτα
της πατρίδας μου νησί …

_____________________

Ήρθες
Ψηλός κι αγέρωχος
Με τα διστακτικά σου μάτια
Μάτια θλιμμένα, απ των πολέμων την αχλη
Μάτια που θα ‘πρεπε να λάμπουν
πιότερο κι απ τον ήλιο

Ήρθες
Μονάκριβε
Του μεγαλείου και της σεμνότητας…αγάπη
Που έκλαψες για όλες τις χαμένες τις ψυχές

Αμόνι και σφυρί Οι στίχοι μου
Πελεκιζουν τη μορφή σου

Ταξιδεψες μέσα στο σώμα ξένων
Γιατί ολάκερος ο κόσμος
Δε χώραγε τη καρδία σου.

Μπροστά μου εστάθης ωσάν θεός
που σκύβει να προσευχηθει
για τον πόνο και τη μοίρα των ανθρώπων

Σείστηκε η γή στο πέρασμα σου
Τα βήματα σου έκαναν όλα τριγύρω
να μοιάζουν Ιερή σιωπή

Σαν ένα αηδόνι που δεν έχει ανάγκη τα φτερά
για να κελαηδησει
έτσι μου τραγουδούσες την αγάπη σου

Σαν ένας ποιητής που δεν έχει ανάγκη το μελάνι
για να γράψει λέξεις
έτσι μου έγραφες ποιήματα

Κι οι προσευχές σου όλες φέραν τ’ονομά μου
Και τα ρόδα του κήπου μου όλα φέραν
οίνο γλυκό ροδιού στα χείλη μας

Ήρθες
Κι εγώ που Χρόνια σε περίμενα
Με την πένα ενός Θεού του έρωτα
έγραφα ποιήματα για τον γυρισμό σου …

________________________

Το πεπρωμένο είναι σαν ένα τραίνο…
Αν αφήσεις το δικό σου και μπεις στο τρένο του άλλου τότε θα ζήσεις το δικό του πεπρωμένο…τόσο απλό αλλά και τόσο δύσκολο σιναμα σε σύλληψη…

Σαν τόξο η γέφυρα που πάει
άπ’το σώμα σου στο σώμα μου

Όταν δεν αγγίζονται
ανοίγει ένα ποτάμι ανάμεσα τους

Άπ’τις άκρες των δαχτύλων μας
τρέχουν πηγές ,δροσοσταλίδες
και χύνονται στο γαργάρο νερό

Γεννιέται ένα άνθος όταν σ’αγγίζω
Μαραίνεται το χειμώνα
μα κάθε άνοιξη ζωντανεύει
σαν ένα ολίσθημα της γλώσσας
που ενώνει σώμα και ψυχή

Και στη σελίδα
του δικού μας ποιήματος
το σώμα συλλαβιζει στη ψυχή
αλάθητο τον έρωτα …

_________________________

Θυμάμαι τα χέρια σου
πως ξεφυλλίζαν
τις νύχτες μου

Πώς μύριζαν
τα ρόδα μου

Πώς ξενυχτούσαν
στο κήπο μου

Πώς γαυαγούσαν
στο βυθό μου

Πώς προσδοκούσαν
το σφυγμό μου

Θυμάμαι τα χέρια σου
πως δάκρυζαν
στη γή μου …

________________________

Μάνα

Ήρθε ο Μάης
Κι εσύ να λείπεις…
Μου ‘παν… πώς άνθισαν οι τριανταφυλλιές
σου στον κήπο, μάνα .
Μάνα
Πάλι βγήκε ο ήλιος πίσω απ τις λεμονιές
Κι εσύ να λείπεις …
Έτσι μου ‘ παν μάνα .
Είμαι πολύ μακριά μάνα και δεν μπορώ να δω
Είμαι πολύ μακριά μάνα και δεν μπορώ να μυρίσω
Είμαι πολύ μακριά και δεν μπορώ να σ’ακούσω
Μάνα άνθισαν όλα τα λευκά τριαντάφυλλα στο κήπο
Αυτά που φύτεψες για μένα μάνα.
Και εσύ να λείπεις…μάνα
Αβάσταχτο

______________________

” Λίμνη των στίχων “

Μές στα χέρια μου
Το φως του μισοφέγγαρου
χτυπά το σώμα σου
και το φιλά

Τεντωμένο τόξο
τα κορμιά μας
Βυθίζονται στην άνοιξη

Ένα πεσμένο λουλούδι
πάει στο κλαδί του πάλι
και γεννιέται

Κρεμασμένες οι λέξεις
στα χείλη μας
ζητούν δικαίωση

Αρχαίοι Λυγμοί
Τρέχουν αβάσταχτοι
στη λίμνη των λέξεων

Πάνω στο νερό
περπατούν οι σκιές μας
αιώνιοι αγκαλιασμένοι λύχνοι

Κάτω απ το ποίημα – δίπλα στις κερασιές
Δεν υπάρχουν πιά ξένοι
Μονάχα αυτοί που αγαπήθηκαν…

_____________________

Αυτός ο Μάης μας πλήγωσε
…Μου ‘πες στο πρώτο φως της λυκαυγής
Δεν φταίει ο Μάης
Μήτε η άνοιξη φταίει
Κοίτα τα μάτια μου
Πιάσε τα χέρια μου
Νιώσε στις φλέβες
σπαρταράει να φτερουγίσει η ζωή
Μη σκιαζεσαι
Μη λιποψυχήσεις
Όχι τωρα
Όσο υπάρχουν χέρια που κρατούν
σφιχτά το φως
μιας άνοιξης
κάτι όμορφο πάντα μας περιμένει …

____________________

Φώς – ποίημα
ερωτευμένων στίχων
συναγμένο σαλεύει στα κύματα

Σαν υψωμένος όρκος – στίχος
στο λυγμό των πεπραγμένων
σηκώνει λάβαρο σε κατάρτι ψηλό

Λυτρωμένες οι λέξεις σμιχτά
μισάνοιχτες, βελούδινες
σκιές λευκοντημένες
πιάστηκαν χέρι με χέρι
ψηφί με ψηφί

Και τ’ άδεια μάτια μου
Γέμισαν με δώρα σου,
αγάπη μετάγγισες με το φιλί σου
κάτω άπ’το μικρό φεγγάρι – των ερώτων
αίμα

Το ειδα κατάματα
στραμμένο στη δύση
Γή κι ουρανός σμίξανε
Χέρι με χέρι
Χείλη με χείλη – στίχους υψώσανε

Γεμάτα με ίχνη φτερούγισματος
υμνήσανε τον έρωτα

Σε μια γωνιά του κορμιού σου
Φύλαξα όλο το Φώς
Μακριά άπ’τους ανελέητους ανέμους
και άπ’την βοή των καταιγίδων

Μέσα στη γέννα του θανάτου
Ασαλευτη άνοιξη
γεύτηκα άπ’τα χείλη σου

Άπ’τα μάτια σου τρέχαν τ’αγρίμια
να κρυφτούν
να ημερέψουν τα σκοτάδια μου

Λυτρωμένες οι λέξεις ολόρθες
σφιχταγκαλιασμένες καρτερούν το Θαύμα …

______________________

 

Τα λευκά κρίνα της Άνοιξης

Ανθίζουν σ ανοιχτές πληγές

Προσευχές – ποτάμια – στέρεψαν

Με άδεια χέρια πάνε οι φοβισμένοι

Χάθηκε των άστρων ο γυρισμός

Ζωντανή κατακόκκινη έρημος

Μές το γαλάζιο φύλλωμα της θάλασσας

Σαν πάχνη κρέμονται οι μέρες στα φοβισμένα
σπίτια

Ένα ποίημα από φεγγάρια ,ήλιους, ανέμους και δάκρυα

Είναι η στιγμή που πρέπει να κοιτάξουμε το φόβο

Ψέματα λεν κι εμείς πλέκουμε στεφάνια του Μάη

Ψέματα λεν κι εμείς πλέκουμε καλάθια για τα ψέματα τους

Δεν βλέπουμε τις βυθισμένες πόλεις

Τα ποτάμια ,τις αγκαλιές ,τα φιλιά που πγίγονται

Δεν βλέπουμε τις θάλασσες ,τα μάτια ,τις ψυχές που ερημώνουν

Κι οι άνθρωποι που απανθρωπίζονται

Και χάθηκε και των άστρων ο κωπηλάτης

________________________

 

 

Συναντηθήκαμε λοιπόν
Μακριά απ του κόσμου τη βοή
τα άδεια λόγια και τα ψέματα
Μακριά απ τις νύχτες με τις μεγάλες προσδοκίες
Μακριά απ τις εκκωφαντικές
υποσχέσεις των ονείρων
Μακριά απ τις άηχες ανατολές
και τις χαμένες Δύσεις
Μακριά απ τα λόγια τα μεγάλα που γράψαμε στους γκρεμισμένους στίχους
Μακριά απ τα “θα” τα “ίσως” και τα”άν”
Συναντηθήκαμε λοιπόν
Στού Μυρτώου Πελάου το αντάμωμα
με του ουρανού τα αστέρια
Την ίδια ώρα που μου ‘πες το πρώτο σ αγαπώ
Την ίδια ώρα που φιλουσε ο ήλιος τα μαλλιά
σου
Την ίδια ώρα που όλοι οι σκλαβωμένοι
λύσαν τα δεσμά τους
Κι ήταν τόσο απλό
Συναντηθήκαμε λοιπόν
Θαύμα μές στο θαύμα του κόσμου η αγάπη,
μου λεγες καθώς με κοιτούσες
Κι ήταν τόσο απλό
Ένα βήμα μόνο
Μπροστά…

_________________________

Εσύ Μονάχα εσύ
έχεις τον πλούτο μιας απρόσμενης πατρίδας
Εσύ Μονάχα εσύ
έχεις το φως που μοιράζεται σε δώματα με
αγριελιές και αμπέλια
Εσύ Μονάχα εσύ
έχεις το ξάστερο μπαλκόνι του σύμπαντος
που κανένας θνητός δεν μπορεί ν’αγγίξει
Εσύ Μονάχα εσύ
έχεις ορθάνοιχτα χέρια προς τον ουρανό
και δέεσαι για τη σοδειά του μόχθου σου
Εσύ Μονάχα εσύ
είσαι το ατέλευτο μελάνι της ψυχής μου
Ρίχνεσαι μ’ορμή στους στίχους μου
και αυτοί γίνονται μούσες,γοργόνες
πουλιά και ξόρκια …σαν κουπιά χτυπούν
τα κύματα και αρμενίζει η δόξα σου στον κόσμο
Εσύ Μονάχα εσύ
Φεύγεις,ξανάρχεσαι
Απανεμίζεσαι
Αγριεύεις τις λέξεις μου γίνονται κύματα όλο καμπύλες λυχνοδιάβατες στραμμένες προς τις ανατολές και τις Δύσεις σου
Εσύ Μονάχα εσύ γίνεσαι η αιτία
της πιο σκληρής αναμέτρησης
και ανυπακοής μου
στον θάνατο…

__________________________

Ευτυχία είναι να είσαι το Φώς γι αυτούς που αγαπάς κι όχι το σκοτάδι …“Μην περιφρονείς τα δώρα απ’ ένα φτωχικό τραπέζι κι από καθαρά πήλινα σκεύη από εύπλαστο πηλό φτιαγμένα Να είσαι ήσυχος με τη σοδειά σου αποθηκευμένη στο πιο όμορφο τόπο της ψυχής σου . Να περιφρονείς τα πλούτη ,να περιφρονείς την πείνα του εγώ σου …” “Εγκρατειαν”παρά “ενδειαν “

___________________________

Συναντηθήκαμε λοιπόν
Μακριά απ του κόσμου τη βοή
τα άδεια λόγια και τα ψέματα
Μακριά απ τις νύχτες με τις μεγάλες προσδοκίες
Μακριά απ τις εκκωφαντικές
υποσχέσεις των ονείρων
Μακριά απ τις άηχες ανατολές
και τις χαμένες Δύσεις
Μακριά απ τα λόγια τα μεγάλα που γράψαμε στους γκρεμισμένους στίχους
Μακριά απ τα “θα” τα “ίσως” και τα”άν”
Συναντηθήκαμε λοιπόν
Στού Μυρτώου Πελάου το αντάμωμα
με του ουρανού τα αστέρια
Την ίδια ώρα που μου ‘πες το πρώτο σ αγαπώ
Την ίδια ώρα που φιλουσε ο ήλιος τα μαλλιά
σου
Την ίδια ώρα που όλοι οι σκλαβωμένοι
λύσαν τα δεσμά τους
Κι ήταν τόσο απλό
Συναντηθήκαμε λοιπόν
Θαύμα μές στο θαύμα του κόσμου η αγάπη,
μου λεγες καθώς με κοιτούσες
Κι ήταν τόσο απλό
Ένα βήμα μόνο
Μπροστά…

___________________________

 

Φεγγάρια δεν έχω ούτε ήλιους
Μέσα στο γλυκό όρμο του κορμιού σου
να φυτέψω τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας

Σείεται το φιλί στο κύμα
και στου λόγου σου το λιμάνι αγκυρωβολώ

Γίνε για μένα η γλώσσα ή άναρθρη της νύχτας
Γινε για μένα το νερό που διπλώνει στού λαιμού μου το φαραγγι

Κι εγώ το τόξο που σημαδεύει
κάθε νύχτα το θάνατο…

____________________

Μύρισε μοίρα κι αλμύρα
το κορμί

Σμιλεύει η νύχτα σαν λεπίδα
το φιλί

Κι εσύ ένας στίχος αντάρτης ήχος
που με καίει

Φωτιά που λιώνει χιόνι που καίει
πουλί που κλαίει

____________________

 

Πώς γίνεται ένα άδειο ποτήρι κρασιού να το δεις γεμάτο με ρώτησες χθες βράδυ καθώς με φιλούσες…

Κοίταξε γύρω σου…
Είναι γεμάτο από μυριάδες μόρια του αγέρα που χτυπάνε τα τοιχώματα του παίζοντας.

Είναι γεμάτο από δακτυλικά αποτυπώματα
των χεριών που το κράτησαν
Είναι γεμάτο από ίχνη χειλιών που το τίμησαν

Γεμάτο από αναμνήσεις χαράς αλλά και πόνου
Γεμάτο θύμισες.
Γεμάτο προσδοκία και οίνο γλυκό.

Γεμάτο επαφή με ζεστά σαρκώδη χείλη
που το φιλησαν.
Γεμάτο από ενέργεια που το συγκροτεί ως ποτήρι γυάλινο αντί για άργιλο που ήταν πριν

Γεμάτο διαφάνεια
Γεμάτο αντανακλάσεις Φωτός
Γεμάτο…από χυμούς γιασεμιού που μύριζαν τα χέρια μου απ το Μαγιατικο στεφάνι που σου ‘πλεξα έναν Μάη
Γεμάτο από μένα
Γεμάτο από σένα
Γεμάτο από ιλαρό φως
στραμμένο στα μάτια μας .

_________________

 

Ερχομός

Ήταν μεγάλο θαύμα
ο ερχομός σου
Όχι σ’ άσπρο άλογο σαν Άγιος
Ούτε σ’ένα λευκό σύννεφο σαν Θεός

Ακούστηκες καθαρά
στα βήματα μου
Ήσουν ορατός
στην αναπνοή μου

Σε είδα
Ν’απλωνεις τ’ άφυλλα άνθη
στη μουσκεμένη γή μου
Καθώς τα κόκκινα πέταλα του έρωτα
έσπερνες στο χώμα
στο έρημο και σιγανό ρυάκι των χειλιών μου

Αντίζηλε του Ρόδου της Ερήμου μου

Οι μοίρες το γνώριζαν μου είπες
Σορούς από σοδειάς αγάπης
πως θα φέρεις

Ένας κορμός εγκαταλελημμένος
σε άγονους αγρούς ήμουν
Μια παλιά πέτρα στο σταυροδρόμι
στεφανωμένη με λουλούδια

Ήταν μεγάλο θαύμα
ο ερχομός σου
Ακούστηκες στα βήματα μου
Ήσουν ορατός
στην αναπνοή μου

Κάθυγρος ήχος
που τη γλώσσα ολισθένει
Ίαμα συναγμένο με Φώς…

__________________

 

Ο Γητευτής

Ρακένδυτη σιωπή μου
Πόσο σε φοβάμαι;
Με το δρεπάνι τους
τις λέξεις μου θα κόψουν
Μα αυτές
σε χώμα νέο, καρπερό
θέ να φυτρώσουν
Γόνιμο σαν της μήτρας το καρπό

Γίνε ο κηπουρός των στίχων μου
Ο Γητευτής των Καλπασμών τους

Μισάνοιχτα τα χείλη σε προσμένουν
ανάρια στο σκοτάδι
μισοδιάφανα
και δέονται στο άϋλο πέρασμα τους σιωπηλά
Σκύβουν βαθιά
μές στις ψυχές
Σιγά, πονετικά
κι αργά τα σήμαντρα
Πάμφωτα κρούουν στο ακατόρθωτο
κι αρχίζει το ταξίδι της ψυχής

Ρακένδυτη ψυχή μου
Πέτα τα μαύρα
Σβήσε το πένθος
Ήρθε η ώρα να ντυθείς με Φώς…

______________________

ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Χόρεψε πάνω στο φτερό
της κουπαστής
Φίλα το κύμα
κι αντριώσου την αρμύρα

Φτωχό πουλί
Ποτέ δεν ήσουνα
Μα καταιγίδα στο κορμί
κι ανατριχίλα

Κόψε τη νύχτα
Σαν δελφίνι στο νερό
Πιάσε σουγιά
και κόψε το σκοτάδι

Κουρσάρος της ζωής
πότε δεν ήσουνα
Μα της αγάπης πειρατής
και παλικάρι

Φτιάξε πανί
κι ο άνεμος θα έρθει
Μικρή ειν η θάλασσα
μα ο έρωτας καράβι

___________________

Ο μύστης μου
Πάντα η θάλασσα
Κοιτώντας τα βαθιά άλικα μάτια της
Γινόταν έρωτας πάνω στο ποίημα
Αδιάβροχο απ το χρόνο
Και καθώς ακούω μέσα άπ’τον παφλασμό
το θρόισμα του ανέμου
γράφω την αμόλυντη σιωπή
πάνω σ αυτόν τον ήχο – στίχο της αγάπης
Εδώ στο ποίημα σε κοιτούσα
σελήνη μου
Γεμάτη χάρη δίπλα στα χρυσά κουπιά να γέρνεις σιωπηλή
Εκρεμής πάνω άπ’το δάσος των πουλιών
που φώτιζες ολάκερο
Και κάτω στο χώμα
Δύο κορμιά να πάλονται
ν’αναστήσουν την αγάπη …

_____________________________

Όμορφη μέρα είναι η μέρα που θα καταλάβεις ότι ο δυνατότερος αντίπαλος σου είναι ο ίδιος ο εαυτός σου.Η μάχη που θα δώσεις, δεν έχει νικητές ή ηττημενους.

“Ανάμεσα μας …αιώνες
Θάλασσες αταξίδευτες

Απόψε δε φοβάμαι τις λέξεις
Τη σιωπή φοβάμαι
και τ ανέγγιχτα κορμιά μας
Δεν φοβάμαι τα δάκρυα
που χάσαμε στα δειλινά
Που ονειρευτήκαμε φοβάμαι
Και την αλήθεια φοβάμαι
όταν δεν σαλεύει στο φως
και σέρνεται στο χώμα

Οι ψυχές μας
Προσκυνητές σε γκρεμισμένα μοναστήρια
Ζητούν μάταια τη λυτρωση

Απόψε δεν φοβάμαι τη Σταύρωση
Την Ανάσταση που δεν θα ζήσουμε φοβάμαι

Ένας άνεμος σιωπηλός
Έσβησε όλα τα καντήλια
Δακρυσμένες κι οι εικόνες
Καρτερούν το Θαύμα

Κι οι άγγελοι απόψε
Μάζεψαν τα φτερά τους
Να μην ματώνουν τη σιωπή

Μη μιλάς απόψε
Άκουσε μόνο την αγάπη
που θροΐζει ψηλά στα σήμαντρα

Ανάμεσα μας …αιώνες
Και νικημένες νύχτες
Και η σιωπή
Άγριο θεριό, βρυχάται
Και η ψυχή
Ψάχνει στα χείλη να φανεί
Στο φως να ουρλιάξει την ελπίδα. “

_______________________

Οι φωτεινές ψυχές
κρύβουν τα ερείπια τους
κάτω άπ’το χαμόγελο
και θυμίζουν
αιώνια αγάλματα πλασμένα από έρωτα
Οι φωτεινές ψυχές
δε δίνονται με οίκτο
ούτε με δέρμα ξοδεμένο
Σαν τουφεκιές απ’ τη θάλασσα
ρίχνονται στα σώματα
Μπαίνουν σαν πουλιά
άπ’τα κλειστά παράθυρα
και αιωρούνται για πάντα
Οι φωτεινές ψυχές
δεν δείλιασαν ποτέ
να ειπωθούν.

Σαν το φιλί σου
όταν σβήνει
τον τρόμο του θανάτου…

___________________________

Απ την Ίριδα των ματιών σου
που τρέχει στα λιβάδια του κορμιού μου
έκλεψα όλα τα χρώματα
σ ένα δεμάτι τα ‘δεσα μαζί αδελφομένα
Φίλιωσα το Φώς με το σκοτάδι
Κι εσύ στο κέντρο των λογισμών μου
Πάντα εγώ το σθεναρό κονδύλι
Πάντα εσύ το ποίημα
Πάντα εγώ το παλιό γλυκό κρασί
σπ’ το κόκκινο σταφυλι στα χείλη σου
Κι εσύ πάντα το Ιερό δισκοπότυρο
που τ’αγγιζει
Κι όταν στα ποιήματά μου ταξιδεύεις
Χωρίς πυξίδα
Χωρίς τιμονι
Χωρίς πανί
Πάντα εγώ ο γλάρος ο λευκός
που σου δείχνει τη ρότα
της χαμένης Ιθάκης
πάντα εγώ η Πατρίδα
που σε καρτερά…

_____________________

ΕΙΡΜΟΣ ΨΥΧΗΣ

Τίποτα εγώ ονομάζω
όλο τον κόσμο
άν
δεν έχω εσένα Ρόδο μου
που εντός του
είσαι το πάν …

_______________________________

Εκεί
Καταμεσής της σάρκας της
αλυχτάει η ζωή
Εκεί
και το φιλί
ξεδιψάει την άβυσσο
Πόσα άστρα
να κάψεις κι απόψε ;
Πόσα ρόδα
να δακρύσουν στα χείλη σου ;
Η δίψα αναρριχάται
στού νού τις κατακόμβες
Καταιγισμός
απ ‘ ορμές των κυμάτων
Μυρωδιές
κατακλυσμός των άστρων
και θαύματα
Εκεί
κι απόψε θα συντρίψει τον θάνατο
στην άκρη των χειλιών σου
θ’αναστηθεί η ζωή …

_______________________________

Η αγάπη είναι κισσός
Έχει ρίζες φωτιά
Και ανθίζει στο χιόνι

Σ ένα χειμώνα δύσκολο
ένα βράδυ του Δεκέμβρη… την βρήκα
Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα

Πάντα λάτρευα τα φύλλα λεμονιάς
Κρύβαν εξαίσια μια φρεσκάδα θεϊκή στον κόρφο τους
Μια αθωότητα απ τα παιδικά μου παραμύθια
Ένα ουράνιο κάλεσμα της νιοτης

Ήταν αδύνατον να επιζήσει μια λεμόνια στον κήπο μας γιατί ήταν ευαίσθητο φυτό και δεν άντεχε την παγωνιά του βαρύ χειμώνα
Κι όμως
Η αγάπη νικά τους φυσικούς νόμους του σύμπαντος
Ξύπνησα μια Κυριακή του Δεκέμβρη και κοίταξα έξω απ το παράθυρο μου
Μια περήφανη λεμόνια στέκονταν
με τους χρυσοκέντητες ήλιους,
φορτωμένη
Σαν αρχαία Καρυατιδα κράταγε
όλο το βάρος του ουρανού στα χέρια της
Όλη τη δυστυχία των δύσκολων καιρών
Κάθε βράδυ ο πατέρας μου την κουβαλούσε μέσα στο μικρό μας σπίτι.
Κάθε αυγή την έπαιρνε αγκαλιά και την πήγαινε έξω στον κήπο
Αυτό γίνονταν όλο το χειμώνα.
Κι είναι βαρύς ο χειμώνας στη Βόρεια Ελλάδα.

Σήμερα το πρωί άνοιξα το παλιό συρτάρι
των χαμένων αναμνήσεων
Μέσα απ τα ποιήματα μου
από μια σελίδα γλίστρησε ένα φύλλο λεμονιάς
Σ όλη τη κάμαρη ξεχείλισε το άρωμά της .
Η μυρωδιά της αγάπης
Τα λόγια του πατέρα μου φτεροκόπαγαν
στην άδεια σελίδα …

– ένας κισσός είναι η αγάπη Μαγδαληνή μου
Έχει ρίζες φωτιά
Κι ανθίζει στο χιόνι…

________________________

ΜΑΓΙΑΛΗ

Ωσάν Αρχίλοχος
απ των Κινδίων των Δελφών
έκλεψα χρησμούς αγάπης
Για σε, κόρη της Σπάρτης
ώ ξακουστή Μαγιάλη
Που ‘χεις σπαθιά ακονισμένα
απ αλαβαστρινο πιθάρι ξακουστό
στη φορεσιά πλεγμένα με μπαρούτι
Απ του Άδη στον Αχέροντα ποταμό
το πολύτιμο πετράδι του Ενυάλιου
κέρδισα στη μάχη
Για σε ,κόρη της Σπάρτης
Και τη ζωή στο θάνατο κεντώ
ώ ξακουστή Μαγιάλη
Του έρωτα σου την ωδή ποθώ
προσκυνητής της όμορφης ψυχής σου
Ώ Μαγιάλη
άπ’τα χείλη σου ελκύεται
μεθυστικός ρυθμός του ποιήματος μου
Το ηδονοστάλαγμα μιας γλυκιάς μουσικής
θα σου χαρίσω με των στιχων το τραγούδι
κάτω απ την βραδινή φωτιά των φιλιών σου
Θα μας ύμνούν οι άγγελοι των ποταμών
σ ένα χορό σε τρίσβαθο πηγάδι

Η γλώσσα απόψε
σήκωσε λάβαρο στη σιωπή
Θαρρώ πως νίκησε η αγάπη …

__________________________

ΝΤΥΜΈΝΗ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Εγώ ήρθα σε σένα
ντυμένη την άνοιξη και τη μνήμη
Γελώντας το γέλιο το αναλλοίωτο
των παιδικών μου χρόνων
Εγώ ο κήπος ο ανεξερεύνητος
το Φώς που διαλύει τα σκοτάδια
Δειλινά αποθέτω ανάμεσά μας
και σε διατρέχω ολάκερη
Είμαι η προέκταση του ονείρου
και της ψυχής σου

Εγώ ήρθα σε σένα
Ντυμένη με το φέγγος της αλήθειας
Δεν είχες αγκαλιά να κλάψεις
ούτε ουρανό να ονειρευτείς
Ούτε φιλί στα χείλη
Ούτε κλαδί ανθισμένο
Κι εγώ
ένα κύμα όλο καμπύλες
Θάλασσα πάνω στους βράχους σου
άστρο μέσα στα χέρια σου
χρυσή βροχή στη διψασμένη γή σου

Κοίταξέ με
Ολάκερη να με κοιτάξεις
Ξανά και ξανά
Μέσα μου να ζεις
κρατημένη άπ’το Φώς μου …

__________________________

Δεν είχαν γνωρίσει ακόμα
μήτε την άνοιξη
μήτε την ανεμώνα
Όλα ήταν πριν την δημιουργία
πριν τη γέννηση
Ούτε την ανατολή δεν ήξεραν
Ούτε τη θάλασσα δεν ήξεραν
αν γεννούσε φουρτούνες
αν γεννούσε ταξίδια
Ούτε ο άνεμος ήξερε
αν ονειρευόταν τα κορμιά τους ν’αγγίξει
όταν τα κύτταρα τους κατακαίει
η φωτιά του έρωτα
ούτε το κύμα ήξερε
να ξεδιψάσει δυό χείλη
που πρωτόλλαλα σμίξαν
Όλα ήταν πριν άπ’το κορμί
πριν άπ’την αγάπη
Όλα ήταν πριν άπ’το θεό
πριν απ τον πείνα της ματαιώτητας.
Όλα …

_____________________

Μισώ να βλέπω το φως
όταν λείπεις

Μισώ να βλέπω τη θλίψη
στα μάτια σου

Μισώ να βλέπω καθετί
που σε παίρνει μακριά

Αυτή η γή
Δεν μυρίζει έρωτα

Αυτή η θάλασσα
δεν με ταξιδεύει

Αυτός ο ήλιος κλαίει
κέρινα δάκρυα

Μισώ να βλέπω τη θλίψη
στα μάτια σου

Μισώ να βλέπω το φως
όταν λείπεις

Μισώ ό,τι ζώ
χωρίς εσένα !

__________________________

Απόψε
η αγάπη είναι παντού
Για μένα
Για σένα
Για όλους
Όταν ηχήσουν οι καμπάνες του έρωτα
Μη λήψεις
Να ‘σαι εκεί.
Γιατί η αγάπη είναι σαν τη ουράνια βροχή
Κάποιοι θα την νιώσουν ως το κόκκαλο
Κάποιοι απλά θα βραχούν
Γι αυτό μη λήψεις
Να ‘σαι εκεί
Κάποιοι άνθρωποι έρχονται σαν σκιές στη ζωή μας
Και κάποιοι γίνονται η ίδια η ζωή μας
Για αυτό μη λείψεις
Να ‘σαι εκεί .
Ο,τι πιο όμορφο
Σαν βροχή
Σαν άστρο
Σαν χώμα
Σαν θάλασσα
Σαν Φώς
Πριν πέσει η νύχτα
να γίνεις δική της …

_____________________________

Στον μεγάλο ερημωμένο κόσμο μου
Οι γυμνές σου αλήθειες
Ύψωσαν τους κλώνους τους
Σαν του έρωτα τα χέρια
ήταν τα χάδια σου, απαλά
Κι ένα τριαντάφυλλο καρφωμένο
στην ψυχή σου
έσταζε την αγάπη μου…
θυμάσαι ;

_________________

Οι φωτεινές ψυχές
κρύβουν τα ερείπια τους
κάτω άπ’το χαμόγελο
και θυμίζουν
αιώνια αγάλματα πλασμένα από έρωτα.
Οι φωτεινές ψυχές
δεν δίνονται με οίκτο
ούτε με δέρμα ξοδεμένο
Σαν τουφεκιές άπ’τη θάλασσα
ρίχνονται στα σώματα
Μπαίνουν σαν πουλιά
απ’ τα κλειστά παράθυρα
και αιωρούνται για πάντα
Οι φωτεινές ψυχές
δεν δείλιασαν ποτέ
να ειπωθούν.

Σαν το φιλί σου
που σβήνει
τον τρόμο του θανάτου …

________________

Απόψε
η αγάπη είναι παντού
Για μένα
Για σένα
Για όλους
Όταν ηχήσουν οι καμπάνες του έρωτα
Μη λήψεις
Να ‘σαι εκεί.
Γιατί η αγάπη είναι σαν τη ουράνια βροχή
Κάποιοι θα την νιώσουν ως το κόκκαλο
Κάποιοι απλά θα βραχούν
Γι αυτό μη λήψεις
Να ‘σαι εκεί
Κάποιοι άνθρωποι έρχονται σαν σκιές στη ζωή μας
Και κάποιοι γίνονται η ίδια η ζωή μας
Για αυτό μη λείψεις
Να ‘σαι εκεί .
Ο,τι πιο όμορφο
Σαν βροχή
Σαν άστρο
Σαν χώμα
Σαν θάλασσα
Σαν Φώς
Πριν πέσει η νύχτα
να γίνεις δική της …

________________________

Μισώ να βλέπω το φως
όταν λείπεις

Μισώ να βλέπω τη θλίψη
στα μάτια σου

Μισώ να βλέπω καθετί
που σε παίρνει μακριά

Αυτή η γή
Δεν μυρίζει έρωτα

Αυτή η θάλασσα
δεν με ταξιδεύει

Αυτός ο ήλιος κλαίει
κέρινα δάκρυα

Μισώ να βλέπω τη θλίψη
στα μάτια σου

Μισώ να βλέπω το φως
όταν λείπεις

Μισώ ό,τι ζώ
χωρίς εσένα !

____________________

Δεν είχαν γνωρίσει ακόμα
μήτε την άνοιξη
μήτε την ανεμώνα
Όλα ήταν πριν την δημιουργία
πριν τη γέννηση
Ούτε την ανατολή δεν ήξεραν
Ούτε τη θάλασσα δεν ήξεραν
αν γεννούσε φουρτούνες
αν γεννούσε ταξίδια
Ούτε ο άνεμος ήξερε
αν ονειρευόταν τα κορμιά τους ν’αγγίξει
όταν τα κύτταρα τους κατακαίει
η φωτιά του έρωτα
ούτε το κύμα ήξερε
να ξεδιψάσει δυό χείλη
που πρωτόλλαλα σμίξαν
Όλα ήταν πριν άπ’το κορμί
πριν άπ’την αγάπη
Όλα ήταν πριν άπ’το θεό
πριν απ τον πείνα της ματαιώτητας.
Όλα …

___________________

《Όταν μου χαμογελάς
ακούω ένα πουλί να ακουμπάει τα φτερά του πάνω στού ήλιου τις χορδές.
Κι όταν μ’αγαπάς, πάλι σ’ακούω…
Κι όταν κλαίς, ακούω τα δάκρυα σου να καίνε τα ποτάμια μου.
Κι ακούω το φεγγάρι τις νύχτες που φωτίζει το σώμα σου.
Και τις Ρόδοδάφνες ακούω…Όταν περνάει η ανάσα σου μέσα άπ’τις φυλλωσιές…
Οι στίχοι μου γίνονται αντίλαλλοι της ψυχής μου.
Και μαζεύω όλα τα χρώματα άπ’τον ουρανό
Όλες τις νότες άπ’το πεντάγραμμο
Όλα τα φτερά των αγγέλων
Όλα τα ρόδα άπ’τους κήπους
Όλα τα φεγγάρια του αυγούστου
Όλες τις θάλασσες που μας χωρίζουν
Όλες τις γέφυρες που μας ενώνουν
Και δεν έχω τίποτα άλλο να γράψω.
Πιο Ιερό…
Πιο καθαρό…
Πιο αληθινό…
Πιο γλυκό…
Πιο φωτεινό…
Από εσένα αγάπη!
Κι απόψε σ’ακουσα αγάπη…
Στη μέση του ονείρου μου…

Μές στους στίχους μου ,να ρέεις…
Μές στη ψυχή μου ,να κυλάς…
Μές στα μάτια μου ,Φώς να ξεχύνεσαι…
Μές στο αίμα μου, να καίς…
Στις φλέβες μέσα , να χορεύεις…》

__________________

Σε λίγο χαράζει…
Πρέπει να φύγω.
Όλα τ’αστέρια μου ζητούν
να απολογηθώ…
Τι ν’ απαντήσω ;
Όλοι οι στίχοι μου
ευωδιάζουν το άρωμά σου.
Όλες οι λέξεις μου
τρέμουν την απουσία σου…

Κοίτα…

Ένα μπουκέτο ανεμώνες
φύτρωσε έξω άπ’την πόρτα σου.!

Ένα άστρο έπεσε στον κήπο σου.!

Δε φοβάμαι πιά.
Ντυμένη την ταπείνωση
Βαφτίστηκα στη θάλασσά σου.
Η νύχτα ακόμη περπατάει
πάνω άπ’τα σώματά μας.
Το φεγγάρι ακόμη φωτίζει
τους ίσκιους των φιλιών μας.
Ας αγαπηθούμε απόψε…
μέσα στον ανθισμένο χειμώνα!
Δίχως όνειρα,δίχως ελπίδες,
πώς να ζήσω ;

Τώρα που αστράφτει
το σύμπαν μέσα μας
και τα φτερά μας
δε χωράνε στη σιωπή !

Ξημέρωσε…
Ο Θεός εκπλήρωσε την υπόσχεσή του…

___________________

Όμορφη μέρα…Είναι και η μέρα που ενώ έχεις πέσει κατάχαμα …αφουγκράζεσαι τη πηγή που αναβλύζει άπ’τα έγκατα της γής….μυρίζεις την αγάπη γύρω σου…Και περήφανα σηκώνεσαι να συνεχίσεις τη διαδρομή σου…

《Με ευλάβεια και πίστη
σε ύμνησα αγάπη
Έβγαλα όλο το πένθος
άπ’τη ψυχή μου
Λευκό φουστάνι
με ρόδα κεντημένο
σε ντύθηκα
Γυμνή,
μέσα στη μεγαλόφωνη
σιωπή περπάτησα
Δίχως κραυγή
αναρριχήθηκα
στο αιώνιο μυστικό σου
Στη καρδιά,
φεγγοβολούσε ο έρωτάς
Αγιόκλιμα μύριζαν τα φιλιά σου…
Και χύθηκα στο αίμα σου
σαν χείμαρρος
και πόνεσα…
Μάτωσα
Γιατί είναι δύσκολο
Να καίγομαι άπ’το Φώς σου
να είμαι κύμα στο σώμα σου
Στίχος λυγμός στα χείλη σου
Που δεν γράφτηκε ακόμα 》

______________________

Εγώ ήρθα σε σένα αγάπη
ντυμένη την άνοιξη και τη μνήμη
Γελώντας το γέλιο το αναλλοίωτο
των παιδικών μου χρόνων
Εγώ ο κήπος ο ανεξερεύνητος
το Φώς που διαλύει τα σκοτάδια
Δειλινά αποθέτω ανάμεσά μας
και σε διατρέχω ολάκερο
Είμαι η προέκταση του ονείρου
και της ψυχής σου

Εγώ ήρθα σε σένα αγάπη
ντυμένη με το φέγγος της αλήθειας
Δεν είχες αγκαλιά να κλάψεις
ούτε ουρανό να ονειρευτείς
Ούτε φιλί
Ούτε κλαδί ανθισμένο
Και έγινα κύμμα όλο καμπύλες
Θάλασσα πάνω στους βράχους σου
άστρο μέσα στα χέρια σου
χρυσή βροχή ,στη διψασμένη γή σου

Κοίταξέ με αγάπη
Ολάκερη να με κοιτάξεις
Ξανά και ξανά
Μέσα μου να ζεις
κρατημένη από το Φώς μου.

____________________

Όλα τα όμορφα τελειώνουν γρήγορα…
Γι αυτό έχουν ξεχωριστή θέση στις αναμνήσεις μας…
Γιατί όλα αυτά που ζήσαμε είναι κομμάτια από τη ψυχή μας..
Πέρα για πέρα αληθινά!

《Πόνος και αγάπη πλέκονται
Στεφάνι ματωμένο..
Νοτίζει τη σιωπή μας
σε δάση σκιερά
Κλειστές ψυχές
Μετράνε τους καημούς
Στενεύει η νύχτα άπ’τη φυγή
Ξένη θωρρεί το γυρισμό
Σαν μαύρο μετάξι
σκεπάζει τις πληγές μας…

Οι ψυχές που αγγίξαμε
Δε μας ανήκουν
Σιωπηλές σκιές γενίκανε
στα κουρασμένα σώματά μας
Ανάμνηση θολή
αγάπη έγινες…
Κάποτε αψηφούσες το θάνατο
Και με έδενες
σε ψηλά κατάρτια
να ταξιδέψω…

Με ύψωνες στα σύννεφα
Με αγγέλους τραγουδούσα
Τώρα στης γής τα τρίσβαθα
μονάχη καρτερώ.

Οι ψυχές που αγγίξαμε
Δε μας ανήκουν…
Μ’ακούς ;
Οι ψυχές που αγγίξαμε
με ευλάβεια και ταπείνωση
σε πελάγη ακύμαντα ταξιδεύουν
Φώς ψάχνουνε…
Χώμα Άγιο να αναγεννηθούν. 

___________________

Οι φωτεινές ψυχές
κρύβουν τα ερείπια τους
κάτω άπ’το χαμόγελο
και θυμίζουν
αιώνια αγάλματα πλασμένα από έρωτα
Οι φωτεινές ψυχές
δε δίνονται με οίκτο
ούτε με δέρμα ξοδεμένο
Σαν τουφεκιές απ’ τη θάλασσα
ρίχνονται στα σώματα
Μπαίνουν σαν πουλιά
άπ’τα κλειστά παράθυρα
και αιωρούνται για πάντα
Οι φωτεινές ψυχές
δεν δείλιασαν ποτέ
να ειπωθούν.

Σαν το φιλί σου
όταν σβήνει
τον τρόμο του θανάτου…

_________________

ΤΑΜΑ

Σε μιας θάλασσας εξύπνησες τον ίσκιο
διπλα απ’ το νιό λουλούδι των ασμάτων
Σαν λύχνος άσβηστου πόθου της αγάπης αίμα

Γή και ουρανός αντάμωσαν

Κι εσύ
Πατώντας θεϊκά τους βωμούς της
Γεννήθηκε μπρος σου μιαν ανεμωνα- τάμα
των ερώτων σου
των ποιημάτων σου -η μούσα

______________

Κι αν κάποτε τα βόλια των άγριων καιρών
κόψουν τα χέρια μου
Κι αν η γλώσσα μου ματώσει απ τ αγκάθια
των άστρων της ερήμου
Κι αν στα μάτια μου δεν ξημερώνει της γλυκαυγής το πρώτο κελάηδησμα της άνοιξης
Κι αν στον κόρφο μου δεν χτυπούν τα φτερά τους λευκά χελιδονια του έρωτα
Πάρε με στα χέρια σου
Όχι με οίκτο
Αλλά με περίσσια αξοδευτη εξουσία αγάπης
και άφησε με δίπλα στο πέλαγος
Ν ανασαίνεις το ποίημα μου απ τα κύματα
να γράφεις με τα δικά σου χέρια στους βράχους
στίχους
ανάμεσα στις σχισμές των πεταλων
μιας λευκής ανεμώνας
απ τα βάθη των αέναων ερώτων
απ τα ανέγγιχτα σώματα των αγαλμάτων
απ τους άβατους βυθούς των ψυχών
Όπως τότε
στη περιφορά του Επιταφιου θρήνου στο χωριό
Θυμάσαι;
Που κοιτουσες τον ξεκούμπωτο κόρφο μου
και ο κόσμος είχε ήδη αναστηθεί πριν τη Σταύρωση .
Που δεν σ ένοιαζε ποιος θα προλάβει να φάει το τελευταίο κομμάτι άρτου στο τραπέζι
Που δεν σε έσκιαζε η μυρωδιά του πολεμου
Που δεν περίμενες να σημάνει η καμπάνα
τον ήχο της λευτεριάς
για ν αγαπήσεις τη ζωή πιότερο κι απ την ίδια την αγάπη
Όπως τότε, θυμάσαι;
Που μέσα απ τα μάτια μας άνθιζε όλη η ελπίδα του κόσμου .

Εκεί να με πας
Δίπλα στο πέλαγος
Εκεί ν’ αφήσεις τη ψυχή μου
Μη το λησμονήσεις.

_____________________

Αν σώπασε η φωνή μου
μές στα ποιήματα
πάρτε την απ την στεριά
και φέρτε την δίπλα στη θάλασσα
κι αφήστε την δίπλα στο κύμα
και βάλτε την καπετάνισσα
σε κάτασπρη πολεμική γαλέρα

Μ άγκυρα καρφωμένη στη ψυχή
Κι άστρο στην άγκυρα πάνω
Και πάνω απ τ άστρο ο άνεμος
Και πάνω απ τον άνεμο το ιστίο
και πάνω απ το ιστίο εσύ αγάπη
Να κυματιζεις λεύτερη στον κόσμο…

_________________

ΑΝΆΣΤΑΣΗ

“Υφαίνω το χαρτί με στίχους
Σκύβω βαθιά το χρονο
Το χθες
Το σήμερα
Το αύριο; δεν ξέρω.
Μια λέξη, ένας στίχος δε μοιάζει με το σώμα που την είπε
Δεν έχει χέρια
Δεν έχει σώμα
Δεν αγαπάει σαν θνητός
Ό, τι ονομάζει έχει αίμα
Αίμα ζεστό
Έχει αλμύρα
Θάλασσες που πάνε μακριά
και φτερά που δεν χωρούν σε σώμα
Ο χρόνος της δε σταματάει σε κάθε στόμα
Μια λέξη, ένας στίχος
Προσμένει
Προσμένει ταξίδια σε θάλασσες αβάπτιστες
που ‘χουν το χρώμα των ματιών σου
Τη μυρωδιά απ το κορμί σου

Κι όταν λείπει η θάλασσα ανάμεσα τους
Είναι κοντά τους ο Θεός
Κι όταν λείπει ο ουρανός
Είναι κοντά τους ο Χριστός που κλαίει
Κι όταν λείπει του Ιούδα το φιλί
Είναι κοντά τους η Ανάσταση…

________________

Απόψε
Θα καταργήσω τον ουρανό
Θα σβήσω τη γή
Θ αφησω μόνο μια θάλασσα
κι ένα καράβι
να ‘ρθείς από του δειλινού το φως
να κλέψεις το φιλί μου …

________________

Ποίηση για μένα είναι η θάλασσα
Ένας άνεμος πάνω στα κυματα ,ένας άνεμος λευτεριάς, ένα ταξίδι… μια επανάσταση του νού για την σωτηρία της ψυχής .Όταν οι λέξεις κάνουν έρωτα μεταξύ τους οπως τα κυματα ..και είναι ο μόνος τρόπος να νιώσουμε τους οργασμούς τους.
Τότε γεννιέται ένα ποίημα.

” Φώς της αγάπης μου Άγιος Φώς !
Δείξε την ομορφιά σου στους ταπεινούς
Την αλήθεια σου δώσε στους αμαρτωλούς
τα δεσμά λύσε
σ όλους της γής τους σκλαβωμένους
Νυχτιά , σκοτάδι αφέγγαρο
Σκορπίσου μακριά μου
Από της δροσαυγής το Φώς
λευκά τριαντάφυλλα να κλέψω
Τα δάκρυα μου
δροσοσταλίδες πέφτουνε
στην τρίσβαθη πηγή σου
Πιές το αγιασμένο μου νερό
από τα μάρμαρα να βγούν
Αμάραντα και κρίνοι
Φώς της αγάπης μου
Άγιο Φώς ! “

______________

Καλή αυριανή. Καλή Ανάσταση!

Ώ γλυκύ μου έαρ
ουδέποτε μίλησες για αδικία
Μονάχα εμείς οι άνθρωποι

Γιατί ,γιατί, γιατί …
Όλο ζητούμε
ακόμη και στις προσευχές
Όλο ζητούμε

Όλο μας αδικούν οι άλλοι
Όλο λέμε κι άλλο κι άλλο
με τίποτα δεν χορταίνουμε

Ώ γλυκύ μου έαρ
Ουδέποτε δεν σε ρώτησαν
αν πονάς όταν σε κόβουν

Ώ γλυκύ μου έαρ
Ουδέποτε δεν σε ρώτησαν
αν ματώνεις όταν σε πατούν

Ώ γλυκή μου έαρ
σήμερα ο άδης ηνεώχθη
κι εσύ γέρνεις ταπεινά στο Φώς Του

Ω γλυκή μου έαρ
Γιοφύρι εγινη ο Γολγοθάς
κι εσύ Μοιρολογεις τ Απρίλη …

______________

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ

Σαν πουλί
Σκύβω
Φιλώ τον πόνο Σου
Μύρο
κυλάει στο Σώμα Σου
Θυμίασμα μοσχοβολά
το αίμα Σου
Σιωπηλή
ξυπόλητη
ενεδρεύω στους δρόμους Σου
Αναζητώντας
τον υγρό ήχο της Ανάστασης
Περπατώ
Ρακένδυτη
Πεινασμένη
και οσφραίνομαι
την υπέρτατη αγάπη
που δίδαξες στον κόσμο
Συγχώρα με …

________________

Πώς λογίζεται η άνοιξη τούτη
χωρίς Ανάσταση ;
Πώς λογίζεται το Φώς της
χωρίς τον ήχο των σημάντρων ;

Δεν έχει θύρα ορθανοιχτη
η εκκλησιά απόψε
Εδώ
Μέσα μου
Όλα είναι ξενιτιά
Όλα είναι
Γκρεμισμένα μοναστήρια

Ούτε ψαλμοί ακούγονται απόψε
Εδώ
Μέσα μου
Κυματιζει η πιο λευκή σινδόνη
απ της μνήμης το σεντούκι μου

Σε μένα έλαχε ο κλήρος
απ το χάραμα έως τη νύχτα
να κεντώ αντίστροφα τον πόνο…

__________________

ΣΕΛΗΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Εδώ στο ποίημα σε κοιτούσα
σελήνη μου
κι εσύ
Εκκρεμής πάνω άπ’το δάσος
των κυμάτων μου
το φώτιζες ολάκερο
Ο μυστης μου πάντα μια θάλασσα ,εσύ
κοιτώντας τα βαθιά άλικα μάτια σου
γινότανε χαρτί κατάρρυτο απ το Φώς σου
Οι στίχοι κύματα που μου ‘κρυβαν
τον μαγικό βυθό της
Τώρα ακούω μέσα απ τον παφλασμό τους
το θρόισμα του ανέμου
βουτάω την πένα στην ψυχή σου
γράφω την αμολυντη σιωπή του απείρου
πάνω σ αυτόν τον ήχο -στίχο
Νιώθω το αιώνιο
Τις σβησμένες εποχές
και τη δική μας που πάλλεται
Φοβάμαι
Μα ύστερα φιλώ τα χείλη σου
γιατί είναι πικρή η θάλασσα χωρίς εσένα
σελήνη …των εκκρεμών ονείρων μου
Γίνομαι μοιρα ,ριζικό και πεπρωμένο σου
Σ αυτό το ποίημα – θάλασσα
Εγώ είμαι ο κουρσάρος
Κι εσύ
γλυκό ναυάγιο του έρωτά μου …

__________________

Αν δεν πεθάνω
Θα ‘ρθω να σε βρώ
Θα σε βρώ εκεί που σιωπηλός κοιτάζεις
τις μικρές λάμψεις του ήλιου
πάνω στα κύματα
Αν θα ‘ρθεις
θα σε γνωρίσω.
Γιατί θα χαμηλώσουν οι ξαφνικές
αστραπές μέσα στα μάτια σου.
Θα χτυπάς μέσα μου
όπως το αίμα στις αρτηρίες
Όλοι οι άγγελοι θα έχουν τη μορφή σου
Θα σε μυρίσω
Θα δέσω τις φλέβες μας
στις ξύλινες προβλητες των δακρύων.
Και τα κορμιά μας
κόμποι ναυτικοί
θα ανεμίζουν
στην πλώρη του κόσμου.
Αν δεν πεθάνω απ αγάπη
Θα ‘ρθω να σε βρώ …

_______________

Μονάχα μόνους μη μας βρει η Άνοιξη
Αν κάποτε φύγουμε απ τη ζωή
Αν λυγίσουμε
Αν φοβηθούμε
Μονάχα μόνους μη μας βρεί
Είναι αμαρτία μεγάλη
Στους χίλιους όρκους που ανταλλάξαμε
Στις χίλιες νύχτες που ξημερωσαμε
Στα χίλια ποιηματα που γράψαμε
Στις χίλιες προσευχές που ψιθυρίσαμε
Στις χίλιες ανατολές που αντικρίσαμε
Μονάχα μόνους μη μας βρει η άνοιξη
Αν είναι κάποτε να φύγουμε
Τότε μαζί
Τότε αγκαλιασμενοι
Μ ένα ταγκό αέρινο
Μ ένα φιλί
Χορεύοντας
μιαν Άνοιξη
μια στιγμή για πάντα μαζί…

____________________

Για μια Μαγδαληνή .

Είναι που κλαίει απόψε η άνοιξη
γιατί κανείς δεν έριξε
ένα τριαντάφυλλο στο τάφο της Μαγδαληνης

Είναι που ακόμα δεν τον γέρνουν
οι άνεμοι
Ακόμα βέβαια ο θάνατος δεν το ‘χει ψηλαφισει

Αυτά τα χείλη δίχως Φώς
Αυτό το σώμα δίχως μύρο
Αυτά τα μάτια δίχως το χρώμα τ ουρανού
Πώς να πουν ευχαριστώ

Είναι που κλαίν τα ρόδα
Γιατί κανείς δεν έριξε
Ένα τριαντάφυλλο στον τάφο της Μαγδαληνης

Γιατί η ομορφιά γεννιέται
Ανασταίνεται
Πάνω στον θρυμματισμενο ήχο
ενός λουλουδιού

Γιατί η ομορφιά σπαρταράει
Πανω στα δάκρυα της ψυχής, του έρωτα,
του πόθου της Πίστης ,της συγχώρεσης
Σε Εκεινον

Θα περάσει τούτη η ανοιξη
Όλοι θα ξεχάσουμε
Μα οι στίχοι μου θα λιώνουν
σαν κεριά μπρος στο μεγαλείο της αγάπης της…

____________________

ΤΟ ΤΑΞΊΔΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Ποια άνοιξη να άνθισε
στο στόμα το φιλί σου
Ποιά θάλασσα σε πλανεψε
Κι έχεις πανιά στα χέρια
Ποιος ουρανός σε κρατησε
Τις νύχτες με τ’ αστέρια
Ποιά Κίρκη σου τραγούδησε
Στης ρότας σου το δειλι
Και ποιο καράβι σ έφερε
στού ονείρου μου την πύλη

Ποιά πεταλούδα κάθισε
Στο στόμα σου επάνω
Και γύρη ήπιαν τα χείλη μου
κι αλμυρα το κορμί μου
Ποιά μοίρα σε οδήγησε
Στης γής μου το λιμάνι
Ποιό χελιδόνι σου ‘δειξε
Η άνοιξη πως φτάνει …

_____________

Ο εσωτερισμός διδάσκει
ότι η γνώση είναι ολοκληρωμένη μέσα στο πνεύμα του ανθρώπου που ξεπροβάλει δειλά με της ψυχής το πέταγμα μέσα στην ύλη.
Μόλις η εξωτερική υπόσταση – συνείδηση συντονιστεί με της ψυχής την πανσοφία,
αρχίζει ο άνθρωπος να απαρνιεται τα χαμηλά και άχρηστα της ύλης τα στολίδια.

Εσύ
Μονάχα εσύ
Σβήνεις το μαύρο μελάνι
της νύχτας μου
Και φανερώνεις
Εσύ
Μονάχα εσύ
Τους ήλιους άπ’τα λευκά μου ποιήματα

Σπας σε κομμάτια
τ’ άστρα
Φευγεις
Απανεμιζεσαι
Στο τέλος χάνεσαι
Μα μέσα στα κύτταρα μου
Ξαναγεννιέσαι

Τότε
Καρφώνω την πένα στη ψυχή
Σπάει
Πέφτει
Αιμοραγεί
Κι εσύ – μονάχα εσύ
Αναγεννιεσαι
Ολόγυμνος
Και μου φωνάζεις

-Μη σκοτώνεις το δικό μου ποίημα
Είναι όλη μου η ψυχή εκεί κρυμμένη
Μές στα δάχτυλά σου .
Εσύ
Μαγνήτη τ’ουρανου μου
Έλκεις το φως όλης της νύχτας
Κι απ τη φωτιά του έρωτά σου
Φτιάχνεις καινούρια αγάπη
πάνω στο άδειο χαρτί
Εσύ
Μονάχα εσύ 

_________________

Όταν λείπεις
Κλεινω τα μάτια κι ονειρεύομαι μαζί σου
Στην αρχή φυσάει ένα απαλό αεράκι
Σε παίρνω απ το χέρι και πετάμε μαζί
Αργοσαλευουν τ άστρα στον ουρανό
από μακριά πολύ μακριά
το ασταμάτητο φτερούγισμα
των αγγέλων στο σεντόνι μας
Κλεινω τα μάτια κι ακούω το τραγουδι τους
Το όμορφο ανοιξιάτικο βράδυ
σκορπάει μυρωδιες του έρωτα
Κλεινω τα μάτια κι ακούω
τη μουσική σονάτα των φιλιών σου

Ένα πουλί σπαρταράει πάνω στο κορμί σου

Αν το πρόσωπό σου είναι ζεστό,
μονο εγώ το ξερω
Αν τα χείλη σου είναι υγρά
μόνο εγώ το ξέρω
Αν ένα φεγγάρι γεννιέται
πίσω απ τους ευκαλυπτους
μόνο εγώ το ξέρω
Το νιώθω απ τους χτύπους
της καρδιάς σου πάνω στο κορμί μου …

_______________

 

Με ρώτησες χθες βράδυ τι είναι η αγάπη
Πήρα την παλιά μου πένα
και άρχισα δειλά να γράφω
ένα ποίημα

Πιο σιωπηλή κι απ τη σιωπή
που την φορούν
σαν ρούχο και σαν Φώς
Είναι το δέντρο με ρίζες βαθιές
που χάνονται
πιο κάτω από τις λέξεις
Ο τελευταίος λόγος
Ο Αρρητος
της ζωής το μυστήριο
Νικάει τον βασιλιά στα παλάτια
Τον άρχοντα του κόσμου τούτου
τον κάνει σκλάβο
τον υπηρέτη ,Βασιλιά.

Στήθος γυμνό ώς τις φλέβες
η αγάπη
Μύρο χυμένο τ’ άρωμά της
σε ποίημα αληθινό …

——————-

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΓAΠΗ

Αγαπημένε
Η δύναμη της ψυχής σου
η ύφανσή της στα κύτταρα μου
με σπρώχνει
με τα χρώματα της ηδονής της
ν’ ανταλλάξω τον θάνατο για πάντα
μ’ όλες τις ανάσες μου

Και δεν θέλω να μάθω
το γιατί…
Μου αρκεί
που ανοίγω φτερά
τις νύχτες
όχι μόνο στα όνειρά

Και μέσα μου
νιώθω
κατάσαρκα
πως η φωνή των ματιών σου
είναι βαθύτερη
απ’ όλα τα ανέγγιχτα ρόδα του κόσμου
και κανένας
ούτε ακόμα κι ο ήλιος
δεν έχει το ανεξάντλητο Φώς τους…

_______________

Απόψε μη μιλάς
Αν κάποιο φεγγάρι περάσει
πανωθέ σου
μην το κοιτάξεις
Έτσι όπως θα ραίνει το φως του
κι αστραφτουν τα κύματα στα κουπιά
έτσι θα δέσουμε τα χέρια μας
Σαν δύο αγάλματα
που πέτρωσαν στη θάλασσα
Σαν δύο Φάροι αιώνια φιλημένοι
Ακουμπησμενοι ο ένας στον άλλον
να αδειάσει το στήθος μας
από τον πόθο.
Απόψε μη μιλάς
Συλλαβισε μόνο το όνομά μου
Να σε πάρουν ολόκληρο τα μάτια μου
Πριν προλάβει η αυγη να σε κλέψει..

_____________

Να ανάψουμε απόψε τις νύχτες
σ ένα καράβι μεσοπέλαγα
Να φτερουγίσουν οι ελπίδες
σ ένα κλαρί φορτωμένο
από νεογέννητα λευκά χελιδονια

Να κυνηγήσουμε τις ανατολές
Για χάρη τους
να περιφρονήσουμε όλο το βιός μας

Να ανθίσουν στις λάσπες
τα ποδοπατημενα όνειρα
Να ανθίσουν και τα καμμένα σπίτια
όπως αφρίζουν τα πελάγη

Να προσκυνήσουν οι άγγελοι
τους αμαρτωλους
Να φιλήσουν οι λύκοι τα πρόβατα
Στις παρυφές του Παραδείσου
ν ανταμωσουμε κι απόψε στο ποίημα
κι ας είναι τόσο μακριά η νύχτα…

Για αυτό σου λέω
έλα
Να κυνηγήσουμε τις ανατολές
Για χάρη τους
Να περιφρονήσουμε όλο το βιός μας …

________________

και στο καιρό
μιας άγριας άνοιξης
να καρτεράς
πουλια – αλκυονήδες με φτερά αψίδες
ορθανοιχτες σαν προσευχές
Σ ένα κρυφό σχολειό
μαθαίνεται η λευτεριά
σ ένα μικρό χελιδόνι
ανθίζει ολάκερη η άνοιξη…

______________

Κι εσύ άνοιξη
σταμάτα πια να ανεμοδερνεις
Δραπέτες οι ψυχές
σκύβουν φιλούν τα πόδια σου

Που να βρούν απάγγιο
Και μια τζούρα ανάσα
απ’ το φιλί σου …

________________

Έρπει η Άνοιξη
στις παρυφές του κόσμου
Ψίθυροι σε κλειστά δώματα
Κι η Μυρτώ
με μάτια κενά
κοιτά την γυάλινη ελευθερία

Πόση νύχτα μέσα στη νύχτα
Πόσο δάκρυ μέσα στο δάκρυ
να υφαίνω ;
Άσωστη η Άνοιξη
Μια ηλιαχτίδα μοναχή
μές στα ξανθά μαλλιά
της Μυρτούς μου γνέφει

Με τόση νύχτα πως μπορείς
Με τόσα κόκαλα ανθισμένα

_____________

” Ο Φάρος και το κύμα”

Εκεί
Που η θάλασσα
ανταριάζει με τα σωθικά μου
Εκεί
Που η γη
ηφαίστειο γεννά
στα έγκατά μου
Εκεί
Που ο ουρανός
αστραπόβροντα φυγαδεύει
Εκεί
Που το κύμα
αλυχτάει στο Φάρο
Εκεί που δεν υπάρχουν
Σύνορα
Φυλακές
Χρώματα
Θρησκείες
Εκεί
Πιστή
Ταπεινή
Δίχως όνομα
Εκεί
Αιώνια θα σε περιμένω …

_____________

Πόσο στα χείλη μου αλμύρα να γευτώ ;
Πόσο πορφυρό στα μάτια μου
του δειλινού ν αντέξω ;
σε χώμα άλικο ,ζεστό
απ του κορμιού σου τ αποτύπωμα
χθες βράδυ
πόση Φώς να κουβαλώ ;

Εγώ ψηφί μικρό της θάλασσας σου
Εγώ φτερό πουλιού σε κύμα αλαργινό
Εγώ χορδή σπασμένη του δειλινού σου
Τρέμοντας μπρος
στο δέος της ομορφιάς σου
μιαν άνοιξη πως να ξυπνησω
στα ουράνια μάτια σου

Με ξένα ρουχα που φορώ
πως να σταθώ 

______________

Η πένα μου απόψε
στροβιλίζεται
σ έναν άγνωστο καταράχτη
απ άστρα και κραυγές
Οι λέξεις κάνουν μια γέφυρα
που την περνάω χορεύοντας
με μια σημαία να κυματιζει στα χέρια μου
λάβαρο του έρωτα
άνοιξης μήνυμα
Οι άνοιξες είναι πάντα οι ίδιες
όμορφες σαν τα μάτια σου
φωτεινές σαν Φάροι στους ναυαγούς
Εμείς αλλάζουμε
Οι άνθρωποι
Που τις ματώνουμε
και τις πυροβολούμε
Οι άνοιξες είναι πάντα οι ίδιες
Να το θυμάσαι Μυρτώ
Θα κυματίζουν Λεύτερες
Λάβαρα του έρωτα
Εξομολογητές της ζωης
Λεύτερες μ ακούς ;
Που έχουν την ίδια θάλασσα
τον ίδιο ουρανό για όλους.

__________________

Για να ‘σαι αληθινός μές στον καιρό σου
Ρίξε την ποίηση στις ψυχές
Πότισε και τις φωτεινές και τις σκοτεινές
Από τις λέξεις σου κρατα μοναχά
αυτές που φτάνουν ως την άκρη της οργής
Κι αν πούνε ότι την ποίηση πρόδωσες
Εσύ μην φοβηθείς όσο αλήθειες γράφεις
Πες τους μονάχα :
Αυτός που πνίγεται δεν τραγουδά
ουρλιάζει…

___________________

Αχ άνοιξη
Με τα λουλούδια σου
τα χελιδόνια
Χειροπιαστό σκοτάδι
οι λέξεις μου χυνονται
σε πηγάδι ανοιχτό βαθύ
μές σ ανθισμένο πέλαγο
Αχ άνοιξη
πώς σε ποτισανε
με μοιρολόγια ;
Αχ άνοιξη
Ελεύθερη -πολιορκημένη
Καταρρυτη απ της ψυχής μου τη σιωπή

Αχ άνοιξη
Βουβάθηκες ;
Που ‘ ναι το λευκό σου φόρεμα
και το χαμόγελο σου ;
Πουν τα λυτά σου τα μαλια
και τα γλυκά φιλιά σου ;

Λουλούδια εφυτρωσανε
σ ερημωμένους κάμπους
βγήκεν ο ήλιος στα στερνά
να κλάψει τη πνοή σου
Βγήκε κι η πούλια στην αυλή
Μοιρολογεί τον ήλιο
Εικοσιπέντε του Μαρτιού
και κλαίν τα χελιδόνια
Εικοσιπέντε του Μαρτιου
και κλαίν τα μοναστήρια
Εικοσιπέντε του Μαρτιού
Δακρύζει ο κόσμος όλος !

_____________________

Ποια δειλινά
και ποιες ανατολές να ανάψεις
όταν δεν έχεις στη ψυχή σου Φώς
αγάπη…Έτσι λένε την ανάσα
αγάπη…Έτσι λένε την αλήθεια
αγάπη…Έτσι τα λένε όλα
Αλίμονο σ αυτούς που περιπαιζουν
το φως της
Αλίμονο σ αυτούς που δεν μπορούν
και να την συλλαβίσουν
έστω και μ ένα φιλί
έστω και μ ένα τραγούδι
ας είναι φάλτσο μα να είναι αληθινό…

__________________

Αργά
Στοργικά
να κρατάτε στα χείλη σας μια ηλιαχτίδα φως
σαν να ‘ταν έρωτας
Σε σας μιλώ τραγουδιστές της αγάπης

Απαλά
διάφανα
να ρίχνεται στα δάχτυλά σας μια ηλιαχτίδα φως
σαν τα ‘ταν ο όρκος -στίχος Ιερός
Σε σας μιλώ ποιητές του έρωτα

Κι ευλαβικά το χώμα να ποτίζεται
εκεί που παίζουν τα παιδιά κρυφτό
εκεί που περιμένει η άνοιξη να ανθίσει
σαν άρτος γλυκός των πεινασμένων αντίδωρο…

__________________

Εσσεται ημαρ

Μα για μένα
το πιο αβασταχτο
το πιο πικρό
το πιο σκληρό
δε Θα ‘ναι που θα χάσω τον κόσμο
ούτε που δεν θα δω τις ανατολές
τα δειλινά κι όλες τις άνοιξες
να λάμπουν μές στα μάτια σου
Για μένα το πιο σκληρό
το πιο αβασταχτο
είναι
που δεν θα μπορέσω
Να σηκωθώ στα πόδια μου
να σκαρφάλωσω στην ψηλότερη
κορφή του κόσμου
για να σου κόψω
εκεινο τ’αστρο που σού ‘ταξα…

____________________

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΟΥ ΜΆΡΤΗ

Δεν σήμανε η καμπάνα σήμερα
στων Αρχαγγέλων τη γειτονιά
Μόνο δύο χελιδόνια κλαίγαν την ανοιξη

Πήρα μια χούφτα θάλασσα
και χρώματα έκλεψα
απ την ανατολή του Αίνου
Έβαλα στη χούφτα μου λίγη ρίγανη
θυμάρι και ματζουράνα από τα ζόλα
κι έφτιαξα ένα ποίημα
Για να σου στείλω μυρωδιές
τώρα που λειπεις
Μάζεψα όλα τα κλίματα σειρά
δεμάτια χρυσοκεντητα
κι έφτιαξα έναν στίχο
για να τρυγάς Ψηφι-ψηφι
τον έρωτα απ τα χείλη μου
τώρα που λειπεις
Πήρα κεντίδια απ το γιορτινό μου φόρεμα
κι έφτιαξα μιαν γαλέρα
μήνυμα αγάπης να σου στείλω
τώρα που η θάλασσα Σωπασε
και τη σιωπή δεν την αντέχει ο κόσμος
Μα πως γίνεται αυτό με ρώτησες
Γέλασα …
και δύο χελιδόνια κάθισαν
στα ξανθά μαλλιά σου
Μα ήταν τόσο απλό…
Αφού σ αγαπούσα

___________________

Με τόσο θάνατο τριγύρω μου
πως να σιμώσει η άνοιξη ;
Μολύνθηκαν οι λέξεις των ποιητών
Στην εντατική ο στοχασμός αργοσβηνει

Πήρα ανέγγιχτες γάζες που φύλαγα
από καιρό στις κρύπτες της ψυχής μου
και τυλιξα τις πληγές από τα δάχτυλά μου
δροσισα τα χείλη μου από γλυκο νερο πηγής

Στο διπλανό δωμάτιο ξεχύθηκε
ύμνος πρελουδιος απ το κλάμα ενός μωρού
κι έξω στη βεράντα πάνω στις φωλιες
φτερούγισματα μικρών χελιδονιών

Κι άρχισα να γράφω

Πόσο όμορφη ήταν η άνοιξη
και πόσο μικρός κι ασήμαντος
ο θάνατος εμπρός της
σταμάτησε το κλάμα του μωρού
κι άνθισε ένα ροδοχαμόγελο στα χείλη

Κι είδα μιαν Άνοιξη
μες τα λευκά μου ποιηματα
να ανθίζει στα δάχτυλά μου
και να μου γνέφει…προχώρα !!

___________________

 

Κάποιες νύχτες
οι άγραφες σελίδες μου
ήτανε άγρια κύματα
που πέφταν με ορμή στους βράχους
Κι εγώ τ άφηνα
να βρέχουν το γυμνό κορμί σου

Κάποιες άλλες νύχτες
οι άγραφες σελίδες μου
ήτανε πουλιά
πετούσαν πάνω στα λυτά μαλλιά σου
Κι εγώ το άφηνα
να φτερουγίζουν στο λαιμό μου
μαζί με τα αλμυρα φιλιά σου

Και το πρωΐ
Κοιτούσα μές στις θάλασσες τα μάτια σου
κι άγγιζα τις φτερούγες σου στο σώμα μου
Φιλούσα τα λυτά μαλλιά σου
και γέμιζαν οι άγραφες σελίδες μου
με το δικό σου ποίημα
το ποίημα του έρωτα σου …

__________________

 

Της ψυχής μου ο κήπος
είναι μια θάλασσα
Εκεί
στις αδέσποτες ώρες
του πελάγους
Καρτερώ την ανατολή
Φιλώ τη δύση
Πάνω σ ένα χαρτί
ανασαίνω το δάκρυ,
το χαμόγελο του κόσμου

Βούτηξα τα δάχτυλά μου
στα σπλάχνα του πόνου
να ξεριζώσω τα σκοτάδια
Λευκό μαντήλι
που μαζεύει μαυρο δάκρυ
Να υφαίνω νύχτα μέρα
Σ ανατολή και δύση
την ελπίδα

Δύο ήλιοι, δύο φεγγάρια μαλωνανε
Ποιος γρήγορα θα φέρει την άνοιξη

Και σε είδα από ένα μπαλόνι του Ιονίου
να μου χαμογελάς
Κι ήταν τόσο όμορφος ο κόσμος
Κι ήταν τόσο όμορφη η άνοιξη
Τί κι αν άργησε να ‘ρθεί ;
Πάντα οι ανοιξες θα νικάνε τους χειμώνες

Έτσι μου λεγες θυμάμαι …

________________________

Πώς να σταθώ βουβή

μπρος στο φώσφορο μιας θάλασσας ανταρτισσας

Πώς να μην δροσιστώ

απ τις βενταλιες των φοινικιών

που μοσχοβολούν τ άστρα σου

Όσα χρόνια μου μειναν

Τα ‘κάνα ποιήματα

Τώρα δεν μου μένει πια

πάρα να μην τα προδώσω

Και θα πάρω το δρόμο για το νησί

για να διώξω με ουρλιαχτα

εκείνους που ματώνουν

τα παιδικά μου όνειρα

Όση λύπη κι αν κλείνω μέσα μου

όση νύχτα κι αν με βαραίνει

θα την πετάξω στα κύματα σου

Θα λύτρωθώ….

Θα αναστηθώ στα χώματά σου

Και θα υφαίνω με Φώς

πάνω στα κάστρα σου

σαν πίστη Πηνελόπη

τον γυρισμό σου

 

____________________

 

Χωρίς σώμα

 

αίμα

φωνή

Μόνο με ψυχή

Υπηρετώ την μοίρα μου

Καταπίνω τη λήθη που γεννιέται

απ την πληγή του έρωτα

Οδηγώ τα βήματα του νού σου

απ το ίδιο ποτάμι να γευτούμε την αγάπη

Ζωή και θάνατο πλέκω

με στιχους

αγκαλιασμένους σφιχτά

Το ξερω

Το ξερεις

Αχρονος αγώνας

Χωρίς νικητές

Χωρίς ηττημενους

Σε παρασέρνω

με του νού τις λέξεις

σε απύθμενα βάθη

σε αιώνια ανερμήνευτα μυστικά

σε μια ατέρμονη πορεία

μια στο σκοτάδι

και μια στο φως

Δημιουργηθηκα

να υπηρετώ την μοίρα μου

Να γράφω στίχους που ανασαινουν

μόνο για σένα

Άηχες σταγόνες βροχής

θα σκίζουν τη νύχτα σου

Θα αγγίζουν τον ήχο του κορμιού σου

Σαν γυμνό Φώς

μυριάδες ανάσες

πάνω σε σώματα

που δεν μοιράζονται

Το ξερεις

Το ξερω

 

___________________

 

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

 

Έβγα κύμα του έρωτος

και κόρη της αγάπης

Που ‘ χεις αλμύρα στο κορμί

και τη φωτιά στα χείλη

 

Έβγα ξανά στους στίχους μου

δακρύζουν όταν λείπεις

Έλα για νά’βγει η ανατολή

και να χορέψει η δυση

 

Έβγα να υφαίνω γυρισμό

στις κόρες των ματιών μου

Μια πεταλούδα είναι η ζωή

στα ακροδάχτυλά μου

 

Αχ στη φωλιά σου έρχομαι

πουλί μαρμαρωμένο

κι όπου πετάς η γή ανθεί

όπου δακρύζεις, κλαίει…

 

________________________________________________

 

ΑΛΙΣΑΧΝΗ

 

Πήρα δύο βράχους

λίγη αλισάχνη

κι εχτισα ένα Ναό

να φυλάξω τον όρκο που μου χάρισες

Γυάλιζε το φως το θεϊκό

απ του κορμιού σου το λαγούμι

σαν κλάμα νεογέννητου που αντίκριζε

πρώτη φορά τον κόσμο

Έκλεψα λίγο βοριά,λίγο Λεβάντε

μικρή γαλάζια θάλασσα να φτιάξω

να κυματοδέρνονται οι πόθοι μου

και απ’ του κορμιού σου τη μυρωδιά

ύψωσα φάρο

απ τα ναυάγια των ερώτων σου

να γυρίσεις

να ακούσεις τον ήλιο που γέρνει

μές στα στήθη σου

Κι εγώ κουρσάρος της αγάπης σου

να ‘ ρθώ να προσκυνήσω.

 

____________________________________

 

Είχα κάποτε ένα τετράδιο

Ζωγραφισμένα χελιδόνια

Είχα κάποτε ένα τοίχο

στο παλιό μου σπιτι

με κιμωλία γραμμένο

που έφεγγαν

τα παιδικά μου όνειρα

Είχα κάποτε μια αγάπη

που μυριζε κάτι

από παλιό παραμύθι

με ξεχασμένα

ηλιοβασιλέματα

 

____________________________________

 

Οι λέξεις μου

Φερμενες

απ τον πρώτο άνεμο

που φύσηξε

της νιότης μου

Ψιθύρισαν σε κάθε κύτταρο μου

την αλήθεια τους

Θα τυφλωθούν

απ τη θέα των ματιών σου

Θα σκορπισουν στα κύματα

θα δουν το σπόρο της ζωής

Το γέννημα της αγάπης

Να αναβλύζει από την αρμυρα

Λέξεις. . τσιγγανες

που διάλεξαν το σώμα σου

για να στεριώσουν τον καταυλισμό τους

Θα έρχονται

Όσο η ψυχή μου

Θα χορεύει πάνω στη γή σου

που απεγνωσμένα

θα παλεύει να σώσει τη δίψα της

Υποτάσσομαι στη μοίρα μου …

 

___________________________________

 

Από το Βόσπορο έρχομαι

Είμαι η Μυρτώ

κόρη μιας υφάντρας

 

Αιώνες σώπασα

Σε καιρούς ξηρασίας

Πολέμους νήστεψα

Ξυπόλητη θρήνησα

Περίλυπη

τους χειμάρρους αέναων ποταμών που χάθηκαν

και λοιμοκτονουσαν σώματα

Κι έσκυψα

μές στα βαθιά πηγάδια τα ξερά

να ακούσω τον αντίλαλο γνώριμο ήχο της φωνής μου

 

ότι ήμουν Άνθρωπος

 

Να μην ξεχνώ

τα χιλιάδες στόματα που ροκανίζουν

το νού και το ψωμί μου

Κοιτούσα

τη στερνή μου θάλασσα

Γνωρίζει η θάλασσα

Όσο κανείς την αδικία

Και ο ουρανός γνωρίζει

Ανοίγει

Οσφραίνεται το θάνατο

Σε αποσύνθεση σώματα -ψυχές

Σίδερο,φωτιά, νερό

 

Ποιητές…

Ουρλιαξτε

Με φωνήεντα

ο,τι απέμεινε απ τη γλώσσα μας

Αυτά της άρνησης

 

Κοιτάξτε

Άγγελοι υποκλινονται

Παραμερίζουν να περάσουν

μόνον οι γενναίοι

 

Ας είμαστε μ ‘ αυτούς …

 

_____________________________________

 

Μονάχα η σιωπή δεν έχει όνομα

Πετά στα ουράνια μοναστήρια

να ψάλλει

το φως της στους φοβισμένους

Σπασμοί αγάπης των σημαντρων

ο πονος

 

Όλα τα δάκρυα δικά της

Δική της και η μνήμη

 

Η σιωπή ανάμεσα στα δύο στόματα

που δεν μπορούν να φιληθούν

Η σιωπή που αποφασίζει

Τι είναι να μείνει

Τι είναι να χαθεί …

 

________________________________________

 

Γυναίκα Χωρίς πρόσωπο

Χωρίς όνομα

Χωρίς χρώμα

Είσαι το θαύμα απέναντι

σε γή ονειρεμένη

Της δικαιοσύνης

Των προσευχών

Της ανθισης

Του πόθου

Της ζωής

Των θαυμάτων

 

Γυναίκα

Μόνη σε τούτο το Γολγοθά της ζωής

καρφώνεις τα καρφιά σου

Δεν ζήτησες κανέναν Σιμωνα

να σου σηκώσει το Σταυρό

Μόνο εσυ ξέρεις

Πόσο πόνο αντέχεις

Μόνο εσυ ξέρεις

Αν φιλησες

ή αν σε φιλησαν οι προδωμενοι …

 

_______________________________________

 

Το ΌΧΙ δεν βροντοφωναξες

Μήτε το βράχο έσπασες στο διάβα σου

Μονάχα σιωπηλή με το κεφάλι σου ψηλά

τον ήλιο κοιταζες τ άστρα το θεό στα ματια

 

κι ακόμη πιο ψηλότερα κι απ το φεγγάρι

τραγουδησες τον θάνατο

 

στο Ζάλογγο ήσουν πρώτη στο χωρό

στο Δίστομο μάνα κόρη αδερφή και αετός

 

Απ τη πηγή του χάους ξεδιπλωθηκες

Με πόνο δάκρυ και χαμόγελο πικρό

στα γιασεμιά σου δάχτυλά

φόρεσες τη πίστη και τη δύναμη

στη ψυχή την αγαπη και την αξιοπρέπεια

το αίμα σκουπιζες κι ένα φιλί ζεστό

προσφερες πάντα στη ζωή

στο θάνατο για Αντίο

 

Από την μήτρα σου εκπορευθηκε

Απ τα στήθη σου γαλουγηθηκε

ολάκερος ο κόσμος …

 

____________________________

 

Γυναίκα

Χωρίς όνομα

Γυμνή να σε φέγγει το φεγγάρι

Μα…

Γιομάτο ήλιους και ροδάνθη το κορμί σου

Σε μια θαλασσινή σπηλιά

εκεί στού Μυρτώου πελάου την άκρη

ένας γλάρος το δελφίνι είχε φιλήσει

τη νύχτα που ‘πέσαν τα τείχη του Βερολίνου

θυμούμαι

Χωρίς Χρυσαφια στον κόρφο σου

χωριά πετράδια στα μαλλιά σου

Ασαλευτος να μένω να σε θωρρώ

δεμένος σαν ναυαγισμενη άγκυρα

στη Γαλέρα σου

ώσπου να γίνεις

αιώνια δική μου

Γυναίκα ,

χωρίς όνομα

μοίρα μου ,θάλασσα μου

Θάνατος και ζωή μου εσύ

σε σένα μιλώ …

 

_____________________________________

 

Μια μάνα

μια γυναίκα

μια πεταλούδα

μια ψυχή

ποτέ δεν θα χωρούν

στα φέρετρα του κόσμου

 

Θα περισσεύουν πάντα τα φτερά τους …

 

_________________________________

 

Οι άνοιξες να ξέρεις

κάποτε θα μοιάζουν

με τα γυμνά σου στήθη

Θα ορθώνονται στον ίσκιο

από το Φώς του φεγγαριού

σαν δυό πρωτόλλαλοι ήλιοι

αβασταχτοι που κλαίνε

 

Κι ο οίστρος μου που κέντριζε

την Βηθλεέμ στο σώμα σου

θα στάζει φως στο χαρτί η λεξη

 

Οι άνοιξες να ξέρεις

Κάποτε θα μοιαζουν

Με τα γλυκά σου χειλη

Θα με φιλούν κι εγώ θα άνθιζω

σαν τις πασχαλιες

στον κήπο της μάνας

δίπλα στη μνήμη της αθωότητας

 

_____________________________

 

Ποτέ μου δεν λαχτάρησα τα όμορφα άνθη

τα άγρια πάντα έψαχνα

εκείνα που ίσως δεν θα ανταμώσω ποτέ

 

Αφήστε με να ονειρεύομαι έναν κόσμο από ψηλά

Πολλά τα συρματοπλεγματα στη γή

Δεν την αντέχω τόση ελευθερία

Άνευ όρων άνευ ορίων

 

___________________________________

 

Αχ να μπορούσες να βγεις

απ το μαρμάρινο σώμα

που σ έκλεισαν οι αιώνες

Ν αναστηθείς

Ν ανοίξεις τα μάτια σου

και να κοιτάξεις σε τι κόσμο ζούμε

Κόκκινο κρασί μαρμαρωμένο

στα χείλη να χυθεί

να σπάσει η σιωπή

σε μυριάδες κομμάτια

και να φωνάξει

 

Τι κάνετε μωρέ…

Εγώ είμαι το άγαλμα

κι εσείς το νερό που τρεχει

Κοιτάξτε το ποτάμι

Χείμαρρος έγινε και μας πνίγει

 

Αχ να μπορούσες

κόρη όμορφη κόρη μαρμαρωμένη

 

-Την οργή των νεκρών να φοβάστε

και των αγαλμάτων τη σιωπή…

……Έτσι μου ψιθυρίσες χθες βράδυ

 

όταν στο όνειρο μου ήρθες…..

 

___________________________

 

Αχ

Να ‘μουν απόψε ένα μικρό ξωκκλήσι

σκαρφαλωμένο στην αγκαλιά των βραχων

 

Έχει σκεπάσει η θάλασσα τις προκυμαιες

και τα κελιά του νού αδειάσανε στη νυχτα

 

Είμαστε ποιητές σημαίνει

Σωπαινουμε κι ακούμε τη ζωή

 

Αφηνομαστε ξεσκεποι τις νύχτες με φεγγάρια

Γυμνοί και ταπεινοί στην ανάσα του κοσμου

 

Ψυχή μου Απόψε θέλω να σε κρατήσω

ψυχή τρομαγμένη απ τον πόνο των ανθρώπων

 

στην αγκαλιά μου απόψε κοιμήσου

και να σου τραγουδησω ενα γλυκό νανούρισμα για την αγάπη

 

Έλα κοιμήσου

Μια σκάλα Ύψωσα ως τα άστρα

Να αγγίξω ήθελα τις παρυφές της αγνότητας

 

Να ψαυσω την υφή της αλήθειας

στο πρόσωπό ενός Θεού, της αγάπης νεύμα

 

Έλα …

 

_____________________________________

 

” Μου αρκεί να κοιτάξω το βλέμμα των παιδιών

για να καταλάβω

Πότε ο κόσμος είναι όμορφος

και πότε άσχημος

Αυτά πάντα ξέρουν …

είναι η αρχή μιας αληθινής Άνοιξης “

 

_________________________________

 

Μα η Άνοιξη

Θέλει θυσία

και κουρμπάνι αγνότητας και ομορφιάς

για να ανθίσει

 

Έτσι είμαι εγώ…

Επιμένω να κατοικώ σ ένα λουλούδι

με θέα τη θάλασσα

Ονειρομύστης στην ανθισμένη αυγή του πελάγου…