ΝΙΚΗ ΦΩΚΑ

 
 
Αγαπώ κάθε τι θλιμμένο.
Μάτια που ο ήλιος έγειρε
να βασιλέψει, καρδιές που
γέμισαν ρωγμές.
Αγαπώ τα δάκρυα των παιδιών
που ξέρουν ξεκάθαρα γιατί
τρέχουν, αγαπώ τα ταλαιπωρημενα
χέρια που ακόμα δίνουν στοργή.
Τα φύλλα που πέφτουν ξερά
στο χώμα γιατί έκλεισαν τον
κύκλο τους, το αβέβαιο πέταγμα των
πουλιών, το δειλινό που ενώ επαναστατεί
μέσα στα χρώματα, σκορπάει μια απέραντη
μελαγχολία.
Αυτούς που στεκουν
απαρηγορητοι σ ένα “αντίο”, την
αγάπη που μας εγκαταλειπει όταν
η ίδια το αποφασίσει, τη θάλασσα που την ίδια στιγμή που γίνεται απειλητική, την
ίδια πάλι ξεψυχά στις άκρες των γιαλών
με τον ήχο ενός γαλήνιου κύματος.
Τους ονειροπόλους που δεν παραιτουνται,
ακόμα κι όταν τα όνειρα τους ραγιζουν,
τους μοναχικούς που στέκονται στην άκρη του δρόμου χωρίς ελπίδα, αυτούς που
πεινάνε.
Αγαπώ το θλιμμένο και το αβέβαιο γιατι
μου μοιάζει, αγαπώ όλους αυτούς που
δακρύζουν και νοιώθουν μόνοι…. ποσο
θα θελα να σας ακολουθώ.
______________________________
Τρέμω μπροστά στις λέξεις,
αυτές τις μικρές σύντομες
λέξεις που μπορεί να κλείνουν
κι ολόκληρο το νόημα των στιγμών.
Ακόμα φοβάμαι και τούτα τ ανθισμένα
λουλούδια που λες και ξεδίπλωσαν
την ομορφιά τους για να τιμωρήσουν
και τον τελευταίο δισταγμό μου.
Η ομορφιά, να το θυμάσαι, κάποτε δικάζει,
και σε γυρνά σε εφιάλτες, σαν τα
μοναχικά βήματα μέσα στο σκοτάδι,
όταν απελπισμένα ψάχνεις εκείνη
τη μοναδική σταγόνα από φως.
Θεϊκό δικαίωμα όμως η λύτρωση,
έρχεται σαν τις σταγόνες της βροχής
σε άνυδρη γη, σαν τα ανειπωτα λόγια
μιας προσευχής που κύλισαν σε διάφανα
δάκρυα.
Αν δεν πονέσεις πως θα νοιώσεις τη χαρά
κι αν δε χαθείς στους μαύρους βυθούς
πως θα εκτιμήσεις το φως, αυτό που
σε αθωώνει, πως θ ακούς τις αληθινές
λέξεις, αν δεν περάσεις μέσα απ τις συμπληγαδες της υποκρισίας.
Ένα μυστήριο όλα, μα εκεί στο βάθος,
την ώρα που η μέρα εκλιπαρεί για
λίγη διάρκεια ακόμα, εκεί γράφονται
τόσο παράξενα, τόσο κρυφά κι οι μεγάλες
υποσχέσεις σ ένα άδηλο αύριο. 
________________________
Καληνύχτα σε μια ακομα
μέρα που φεύγει με τις αγωνιες της,
τις αποτυχίες της,
τα δάκρυα και τις χαμένες
προσδοκίες της.
Στο σκοτάδι θα φανεί λιγότερη
η κακία, το μίσος οι μεγάλες
φιλοδοξίες μας.
Θα σκεπάσει χαμένους έρωτες
και θα ζωντανέψουν οι χιμαιρες.
Αύριο πάλι ένας ήλιος θα βγει,
θα ζεστάνει ελπίδες, όνειρα και
τις αδύναμες καρδιές μας.
Σ ένα κύκλο οι στιγμές μας, γυρίζουν
συνεχώς, κάτι εκεί, πεισματικά
μας κράτα στην πάλη, στον αγώνα,
σε μια συνεχή κίνηση, που τη λέμε ζωή.
Ο ήλιος θα χωρέσει απ τα κλειστά
παράθυρα και ξανά θα περιμένουμε
αυτή τη στιγμή, που σαν θαύμα
το φως γίνεται σκοτάδι. 
__________________________
 
Να ζεις πάντα την περιπετεια
της ελπίδας και της υπόσχεσης.
Πρώτα όμως να χεις ξεπλύνει
τα μάτια απ το ψέμα, να κοιτάς
σε τόπους προσευχής, αφοσιωμένος
στο “αύριο”.
Να αφήνεις όλες τις δυνατότητες
στη φαντασία, και να μη φοβασαι
την επανάσταση των ισκιων.
Κράτα την πόρτα των θαυμάτων ανοιχτή,
να γητευεις χιμαιρες σαν ελεύθερη ψυχή.
Ποτέ να μην κοιτάς πίσω, η επιστροφή
είναι πράξη απόγνωσης.
_______________________
Τι είναι η ευχή?
Ένα χαμόγελο, να σφίγγεις
το χέρι, λέξεις καρδιάς.
Η αγάπη που κλείνεις στις χούφτες σου
η χαρά που πλημμυρίζει την ψυχή,
το φως που απλόχερα σου χαρίζει
κάποιος.
Η ευχή έχει το χρώμα της προσευχής,
λέξεις με τη μυρωδιά της αλήθειας
και της αγάπης.
Για ότι σημαίνει μια ευχή, ευχαριστώ όλους εσάς, για το φως σας που σήμερα μου
χαρίσατε. Το φως είναι πάντα το πιο
πολύτιμο δώρο.
____________________________
Ένα τριαντάφυλλο η ομορφιά
ένα αγκάθι τόσος πόνος,
κύλισε μια σταγόνα αίμα.
Από τόση ομορφιά αίμα?
Πόνος η γεύση της ζωής,
πικρή, μα δυνατή γεύση θαρρείς
έρχεται για να νοιώσω, πόσο
άξιζε ότι έζησα, η επιβεβαιωση
των όμορφων ημερών που έφυγαν.
Περιμένει εκεί, στο κατώφλι της ζωής
όταν το τώρα περνά στο χτες, η
τελευταία σταγόνα της λήθης
στο γλέντι της χαράς.
Πόνος, τα ξεστρατισμενα αστέρια
απ το σκοτεινό ουρανό,
διαβατηριες λάμψεις των κρυφών
ποθων και φόβων μου , τα τσαλακωμενα
όνειρα που ξεχάστηκαν στα ημερολόγια μου.
Ο μοναχικός διαβατης στο
πλήθος της σιωπής, που ποτέ
δε χάνει το δρόμο και τον συναντάς
την ώρα που η μέρα παραδίνεται στη
νύχτα.
_____________________
 
Πολύβουος ο κόσμος,
τόσο που χάνω τη σκέψη
μου, μπερδεύονται
οι λέξεις μου.
Ανθρώπινες μάζες πάνε κι έρχονται,
βιαστικές, ασταθείς σαν την τύχη
που μας ακολουθεί.
Δεν μπορώ να κομματιαζω το
βλέμμα μου, τα αισθήματα μέσα
μου κατολισθησαν, δεν μπορώ
τόσο θόρυβο, τόσα πολλά προσωπα
σαν ένα, τόσες φωνές σαν κραυγές.
Αυτή η αέναη κίνηση θαρρείς σκοτώνει
κάθε γαλήνη, προσπαθώ να κρατηθώ
στην ώρα των πραγμάτων.
Τοσα κορμιά, τόσες σκιές, σκεπαζουν
την αθέατη πλευρά, αυτή που χάνομαι
και κάνει τόσο αληθινη τη σκέψη.
Εγώ αναζητώ τη συμφωνία της χαράς,
τα ποιήματα που γυρνούν στο δρόμο,
μακρυά απ τις πολύβουες καρδιές
που παγώνουν τα όμορφα ονειρα.
_________________________
 
Ν’ ακουμπάς τους ανθρωπους
με το βλέμμα, να τους
αγαπάς με τη σιωπή,
τη σιωπή των κλειστών παραθυριών,
αυτή που αποφασίζει, τι θα μείνει,
τι θα χαθεί.
Οι ψυχές είναι βελουδα, δεν αντέχουν
τις φωνές και το θόρυβο, θέλουν
αγάπη που να μοιάζει με τον ψίθυρο.
Τη σιωπή αγαπούν , είναι η χειρονομία
των ανειπωτων λέξεων,
το φεγγος της αποκάλυψης.
Εξαφανίζει την περηφάνια, τη ζηλεια,
τον εγωισμό και χαρίζει ατόφια την αγάπη.
Είναι σαν τις πυγολαμπίδες στην
ανοιξιάτικη αστροφεγγιά, ένα τόσο δα
φως που μαγεύει.
Ν αγαπάς τους ανθρωπους, ν αγγίζεις
με χέρια γεμάτα τρυφερότητα τα
μετάξια τους και να τους ψιθυρίζεις
πολύ συχνά την αγάπη, έτσι, σιωπηλά,
γιατί…. η σιωπή του ενός
λεπτού γιγαντώνει την ψυχή 
______________________
 
Βράδιασε ψυχή μου και
τώρα μείναμε οι δυο μας.
Μιλα μου ψυχή μου, πες
μου, πόσο κουράστηκες,
πόσα λαχταρησες και πόσα
αρνήθηκες, πάνω σε μιαν ανηφοριά.
Θρηνησα και γω μαζί σου, για τις
χαρές που πέταξαν, για τις ελπίδες
που χάσαμε, για όσα δεν προλαβαμε
να ζήσουμε.
Κάναμε χώρο στα “πρέπει” και χασαμε
τα “θέλω”, οραματιστήκαμε έναν
παράδεισο, μα κι αυτός δανεικός.
Μιά στο φως και μια στο σκοτάδι
παλέψαμε με τις αντοχές και τώρα
κουρασμένες κι οι δυο ζητάμε
κάπου να γειρουμε, ν αφήσουμε ότι
μας βαραίνει, μ αντάλλαγμα τη γαλήνη.
Ποτισαμε μοναξιες κι αυτές άνθισαν
κι η χαρά μας, κάτι σύντομες
χειμωνιατικες λιακαδες.
Αργήσαμε ψυχή μου, αργήσαμε πολύ,
στον ορίζοντα του χρόνου καινουργιο
φεγγάρι θα βγει, κι εμεις τώρα το
φως του θα κοιτάμε… αργήσαμε ψυχή
μου πολύ. 
___________________________
 
 
Κοιτούσα τ ανθισμένα δένδρα
και λουλούδια, όλη η έκρηξη
της άνοιξης πάνω στα πέταλα,
άπλωσα τα χέρια στην ομορφιά.
Όχι δεν ήταν νεανικά χέρια, ο χρόνος
όλο και ξεχνιόταν πάνω τους.
Φυσηξε ένα αεράκι από εκείνα
τα απαλά που φέρνουν μνήμες
και σκορπουν άνθη, κάποια
στάθηκαν στα μαλλιά μου, ναι,
στα μαλλιά μου, που χε πια ξεχαστεί
ο Δεκέμβρης.
Ευγνωμονούσα… στα χείλη μου
όλα τα χαμόγελα του κόσμου.
Έζησα, ο χρόνος με χόρτασε,
τ ανθισμένα κλαδιά, σειρήνες.
Οι εποχές στολίζουν τα νιάτα,
φτάνουν τα είδωλα, δεν ξεγελούν
το χρόνο, τώρα πιστεύω στο Θεό
των μικρών πραγμάτων, στον
ένα και μοναδικό της στιγμής.
Βλέπω τα θαύματα μαζί με τον ήλιο
και το φεγγάρι, τα θαύματα που
συντελούνται κάθε στιγμή και που..
η αλαζονεία της νιότης δεν
αφήνει να πιστέψεις. 
_____________________
 
Δίχως το βλέμμα σου, κλείνουν
οι δρόμοι, δίχωςτη φωνή σου
ή ζωή χάνει την ομορφιά της.
Χωρίς τα χέρια σου, τα βήματά μου
σ άγνωστα μονοπάτια χάνονται.
Τι κι αν μεγάλωσα τόσο, πάντα
κοντά σου νοιώθω μικρή, τι κι αν
έγινα δυνατή, χωρίς εσένα όλος
ο κόσμος μικραίνει.
Μ έμαθες να κοιτώ μακριά, να
ακούω τον άνεμο πίσω απ τον
ορίζοντα, ν αγαπώ ότι με
περιβάλλει, μου κεντησες στην ψυχή
με χρυσή κλωστή την καλοσύνη.
Αγγίζω τα χέρια σου με την ιερότητα
που τους αξίζει, αυτά τα χέρια, που
γιναν αγγέλων φτερά και με τύλιξαν.
Κοιτώ την εικόνα σου, φιγούρα της
ώριμης σεμνότητας, ναι εσύ φώτισες
όλες τις ανεπαίσθητες ραγισματιές
που πλήθαιναν μέσα μου.
Η φωνή σου ακουμπά, χωρίς ν αφήνει
ίχνη, στα βελουδα της ψυχής, ΜΆΝΑ,
αγρυπνε φύλακα των ημερών μου,
πόσο σ αγαπώ, πόσα σου χρωστώ,
πόσο τυχερή νοιώθω που ακόμα
συντροφεύεις τις στιγμές μου.
__________________________
 
Μνήμες τυλιγμένες πάνω σ ένα
αγιόκλημα, στην άκρη του κήπου.
Οι ευωδιές ντύνουν τις φευγαλέες
μας στιγμές, συνοψίζουν ολόκληρη
ζωή, ακολουθούν τα μονοπάτια της
αγάπης που διαβήκαμε, μέχρι να μας
φτάσουν στις άκρες των ανθισμενων γκρεμών.
Οι μνήμες μας… το ξοδεμένο κομμάτι
της ζωής, ότι ζήσαμε και πάγωσε
στο χρόνο, είναι τόσο εύθραστες,
σαν σκιές από μακρινά φώτα, είναι
τα κλειδιά του δικού μας κόσμου,
η καλά προφυλαγμένη αληθινή μας ζωή.
Είναι μια ατελείωτη νοσταλγία γι αυτούς
που πέρασαν απ το παρόν στο παρελθόν,
για μια πατρίδα που κράτησε τα χρόνια
της νιότης μας, που μας καλεί ξανά και
ξανά, σε δρόμους που θαρρείς έγιναν
αδιάβατοι.
Θηρευτές του χρόνου είμαστε και το
τρόπαιο οι μνήμες μας, γυρνάμε στο χτες
με την απληστία και την αγνωμοσύνη
των παιδιών όταν ονειρεύονται.
Εκεί στην απόσταση του χτες με το τώρα
φτιάχνουμε τα μελλοντικά φτερά μας,
ο καθένας με τα υλικά του, κι ίσως…
δεν παραμερίζουμε τη λήθη
με δάκρυα γι αυτά που πέρασαν,
αλλά για τις στιγμές που άφησε το λίγο μας θάρρος , γι αυτά που αρνηθήκαμε, για τα φεγγάρια που χαρίσαμε και τ άφησαν να σβήσουν. 
_____________________
 
Ν αγαπάς τα χαμόγελα,
να τ αγαπάς και να τα προσέχεις.
Να μην τ αρνείσαι σε κανέναν,
γιατί είναι η ηλιαχτίδα που χωρά
μέσα απ τα κλειστά παραθυρόφυλλα.
Μπορεί να σου μοιάζει
σα ματαιος ήχος που σκορπά,
αλλά έχει δύναμη, σαν το κύμα
της θάλασσας.
Συλλαβιζουν όλες τις λέξεις,
και κρύβουν πληγές,
είναι τα πολύτιμα δάκρυα, οι
απότομες κόψεις της ψυχής που
δεν αφήνουν τον πόνο να ξυφυγει.
Τα χαμόγελα είναι σιωπή, μια
ανεξήγητη χρυσή σιωπή.
Χαμόγελο και σιωπή, το παραμύθι
της ψυχής την ώρα που δύει ο ήλιος.
Να χαμογελάς για να ξεχωρίζεις,
ν αγαπάς τη σιωπή για ν ακούγεσαι 
___________________________
 
Εκεί στην άκρη του πελαγους
θέλω να σταθώ και να
ονειρευτω ξανά απ την αρχή.
Με τη δύναμη μιας ωριμης πια ψυχής,
να αφήσω τ όνειρο να περάσει
απ τις διαδρομές του χρόνου πανω
στο πρόσωπο μου, απ τα χείλη
που ξέχασαν το άλικο χρώμα και να
ζεστάνει το ασημένιο μου βλέμμα.
Είναι αχρονα τα όνειρα, αλλά παντα
υπάρχει ένας δεσμωτης μέσα μας
και τότε υπνοβατουν,
για να σταθούν σε μια κόλλα από χαρτί
και ν ανθίσουν σε μια μικρή λίμνη
από μελάνι.
Εκεί στην άκρη του βράχου να σταθώ
και να ταξιδέψω τ όνειρο και την ψυχή
να κόψω τις αλυσίδες όλων των “θελω”
μου και να τ αφήσω ελεύθερα,
να πετάξουν μακριά με τους γλάρους
σαν να μην υπάρχει ορίζοντας, σα να
χάθηκε η στεριά.
Να πετάξουν ελεύθερα κι ίσως έτσι
καταφέρουν να κερδίσουν λίγο
απ τον τόσο απερίσκεπτα, χαμένο χρόνο.
_________________________________
 
Τα χειρόγραφα πάνω στο τραπέζι,
μόνος επισκέπτης λίγες ασημιές λάμψεις
του φεγγαριού, σε μια κάμαρη που
γυροφέρνει κουρασμένη η αιωνιότητα.
Σιωπή παντού, μόνο το φως φλυαρούσε,
ναι, το φως έχει πάντα πολλά να πει,
για όλα τα μακρινά πράγματα του κόσμου.
Αλήθεια, γιατί οι άνθρωποι πάντα
πρέπει να μιλούν, όταν το ίδιο το
νόημα της ζωής δε θέλει λέξεις?
Τόσα λόγια… που δεν καταλαβαίνουμε
τη σημασία τους, σαν χαρταετοι που
έχασαν το δρόμο για τον ουρανό.
Οι αλήθειες έχουν πεθάνει από καιρό
κι οι δρόμοι θέλουν γαλήνη για να τους
διαβούμε.
Χαμένοι σε στενά δωμάτια, ανοίγουμε
τα παράθυρα να χωρέσει έστω και
λίγο καλοκαίρι στα εφήμερα όνειρα μας.
Μιλάμε και κλαίμε για πράγματα ξεχασμένα
από καιρό, ένα ατελείωτο πείσμα που έρχεται απ τις σκιές.
Ψάχνουμε απεγνωσμένα την αρχή μας
στα μοναχικά μας βήματα, πόσο
εφήμεροι είμαστε, πόση παράνοια
ακολουθεί τις στιγμές μας.
Συνοψιζουμε τη ζωή σε λέξεις κι
αυτή ασφυκτιά, κάτω απ τις φλόγες
των κεριών, τρεμοσβηνουν τα όνειρα μας.
Λίγη ησυχία, για να ξαναβρούμε
το όνειρο που μας πρόδωσε, η… που εμείς
το προδωσαμε.. 
_______________
 
Θέλω να μ αγαπάς,
αλλά γι αυτό που είμαι, οχι
γι αυτό που εσύ θα θέλες.
Είμαι το λίγο απ το σωστό, το πολυ
απ το λάθος, είμαι όμως εγώ.
Κρύβω ένα κομμάτι απ τον ήλιο
και τη σκοτεινή πλευρά του
φεγγαριού, είμαι ντυμένη τη βροχή
κι ανενδυτη το φόβο.
Στο χαμόγελο μου θα δεις κομματι
απ το χθες, αλλά θα χει και την
υπόσχεση του αύριο.
Σαν περιπλανωμενο αστέρι
γυρίζω στο σύμπαν της ζωής μου,
ψάχνοντας το σωστό και το λάθος,
είμαι χιλιάδες αισθήματα ριγμένα
στο κύμα.
Φθαρμενη, ατελής κατεχομαι απ
την ανάγκη της αγάπης… έξω πέφτει
η βροχή κι η μοναξιά μου μυριζει
νοτισμενη γη.
Είμαι κάτι που γελάει και κλαίει
και παραμένω κάτι, που σταθερά
σ αγαπά.
Αγάπα με όπως είμαι, ακόμα κι αν
δεν καταφέρω ν’ αλλάξω ποτε
_____________________
 
Γράφω για να μ “ακούσεις”
να πω με το δικό μου τροπο
αυτά που θα χάνονταν στα λόγια.
Οι λέξεις μου είναι το βάδισμα
της ψυχής μου πάνω στην άβυσσο,
η χαμένη μου μνήμη που βρίσκει
κάποια ασφοδελιά μονοπάτια ν’
ανασάνει.
Γράφω γιατί έτσι οι λέξεις μου
περπατούν πάνω στην ελπίδα και
στην παρηγοριά, βρίσκουν ένα
στήριγμα.
Είναι γιατί με σαγηνεύει το υπερλογο
απ τα βάθη του χρόνου και μοιάζει σα να μαντεύω το αθεατο.
Ένα ελλιπές πλάσμα είμαι, κι ολα
μου τα υπάρχοντα οι λέξεις μου,
μπερδεμένες στο χθες και στο σήμερα.
Στις στάχτες των αγγέλων μου περπατώ,
εκεί που ανοίγει ένα μαγικό παράθυρο
στον κόσμο του ονείρου και της γνώσης,
και με καλεί να ταξιδέψω μαζί σου,
προς το αθέατο, το αμίλητο, το αδύνατο
__________________________
 
Πέρασα τις συμπληγαδες
και τους δρόμους της θάλασσας,
για να σου χαρίσω τι λέξεις μου,
που δε βολεύονταν πάρα μόνο στον ήλιο,
σ ένα Μάη που ξεχάστηκε στις μέρες μου.
Πέρασα ξυστά απ του κεραυνού την κόψη,
τα λόγια μου, σα συλλαβές στο φως, η
καρδιά κρατούσε ακόμα τα σημάδια κι
οι μνήμες δεν είχαν το γνώρισμα του
γκρεμού.
Άπλωσα το χέρι, στου ήλιου το χορό
να μπούμε, να ξεφύγουμε απ το “ποτέ”
και το “πάντα”, ιστός που φυλακίζει
τις στιγμές.
Απαραδοτη η ψυχή, δεν έμαθα ν’ αγαπώ
γονατιστή σου είπα, να μην μας προλάβει η νύχτα, το ενθύμιο της πρώτης νιότης να κρατήσουμε, τα χρώματα του Μάη να μη
χασουμε.
Ασωματη κι αναμαρτητη αγάπη, φυγάς
του χρόνου, εδώ μας κράτησε σ ένα
ανεξοφλητο χρέος, εδώ που τρέμει
ο ορίζοντας στο πέταγμα των γλάρων,
δώσε μου το χέρι σου πριν μας προλάβει
η νύχτα.
____________________________
 
Θέλω να θυμηθώ τον καιρό
που ήμουν παιδί και… μια βαθειά λύπη
έρχεται απ το μάκρος των οριζόντων…
Όνειρα που κράτησα για μένα και
ποτέ δεν εμπιστεύτηκα σ’αλλη ψυχή,
κι εκείνη η σπατάλη των ημερών μου
στους μεγάλους φωτεινούς κήπους,
η αισιοδοξία κι ύστερα η ταπείνωση….
γιατί είχα ζηλέψει την ομορφιά των
μεγάλων δένδρων.
Τα μονοπάτια μου, εκεί, στον ανεμοστρόβιλο
του χρόνου και τώρα οι στιγμές
μου να ανεμίζουν στη λησμονιά.
Κάποια λουλούδια στην άκρη του
κήπου, ζήτημα ζωής ήταν, και πάντα
η ευκαιρία μου να επιστρέφω, πριν
περάσει γρήγορα ο καιρός, πριν ξεχάσω
και ξεχαστώ.
Όταν χάνομαι στους καθρέφτες της μνήμης,
ο χρόνος χωράει ξανά στο σήμερα, κι εκείνη
η ξεχασμένη μελωδία που έρχεται
απ την άκρη της θάλασσας, με κάνει να
νοιώθω ότι ποτέ δε μεγάλωσα.
Κάθε τέτοια εποχή, που απ τ ανοιχτό
παράθυρο μπαίνουν οι ραγισμένες νότες,
φωνάζει ο καιρός της δοκιμασίας,
ο καιρός που ο ουρανός μας οδηγεί
στις ταπεινώσεις , αφήνοντας στο δρομο
μας ανθισμένα λουλούδια
____________________________________
 
Πάρε της ψυχής σου
τα όμορφα, αυτά που
μοσχοβολουν αγάπη κι αλήθεια και
χάρισε τα, σ αυτή τη νέα μέρα που ήρθε.
Δώσε όση αγάπη μπορείς και
μη φοβηθείς, όση ξοδεύεις,
τόση γυρναει ξανά σε σένα.
Αγάπα μ όλη σου την ψυχή και
τίποτε δε θα χάσεις,.
Θα δεις χαμόγελα ν ανατελλουν
και βλέμματα να φεγγοβολουν.
Αγάπα όσο πιο πολύ μπορείς
είναι το μόνο μεγάλο θαύμα στη
σύντομη ζωή μας.
____________________
 
Τα κύματα αφριζαν ο ανεμος
λυσομανουσε, φοβήθηκες….
ν αγκαλιαστουμε να μη σκορπίσουν τα όνειρα
να μη χαθούν οι σκέψεις μας.
Τα χρωματα άλλαζαν, ο άνεμος αγριευε
Δεν κινδυνεύει η αγάπη απ την πνοη
του , απ την παγωμενη καρδιά πεθαινει,
απ τα δάκρυα του ουρανού λιώνει.
Απ τα μαύρα σύννεφα που μαζεύουν βροχή
μπορεί να σκορπίσει
Μη φοβάσαι τον άνεμο, τη ροτα που αλλάζει να προσέχεις, τα κρυμμένα βράχια στα σκοτεινά νερά να αποφεύγεις.
Μία πορεία που θέλει πυξίδα ειν η αγάπη,
αλλοίμονο αν χάσεις το δρόμο.
_________________
 
Όσο ένα χαμόγελο, τόσο
κρατάει κι η ζωή μας,
ένα μισογεμάτο ποτήρι
που αν διψάς , το πίνεις
μονομιάς.
Αν πεις να κάψεις
στα καμίνια της ζωής τις ερημιές,
τότε θα στριμώξεις στις ώρες της
μόνο αληθινές στιγμές.
Δεν υπάρχει τόση μοναξιά όση
σε φοβίζει, μόνοι γεννηθήκαμε
μόνοι θα πορευτουμε ένα μακρύ δρόμο,
μα οι χαρές παραμονεύουν σκόρπιες μέσα στους ίσκιους.
Να ζεις, όπως εσύ ορίζεις, όπως το κύμα
που ξεθαβει το πετρωμένο φως, που δυναμώνει όσο ταξιδεύει, μονάχο, μέσα στην
τραχιά μοναξια της άρμης και της σιωπής.
Να σκέφτεσαι το δρόμο που περπατάς,
η μικρή ζωή σου να μη δέχεται θάνατο,
πάρα μόνο χαμόγελο κι αγάπη .
Θα κριθείς μόνο για ότι απόμεινε
απ το πέρασμα σου, για το πόσο
φως σπαταλησες και πόσο ξεδίψαγες
τις μέρες.
Μόνο για τα χαμόγελα και την αγάπη
που απλόχερα σκόρπισες, μόνο γι αυτά
θα κριθείς, χωρίς καμία ψευδαίσθηση.
 
______________________________

 

Ένα ταξίδι στη γαλήνη….. μακριά απ
τις άχαρες μέρες των θορύβων,
χωρίς την αγωνία των δειχτών
του ρολογιού.
Εκεί που το νόημα του κόσμου
απλώνεται πάνω στο κύμα και
στους ήχους των πουλιών, εκεί
που η ομορφιά συνηγορεί για
το νόημα της ζωής.
Η γαλήνη δίνει νόημα στον κόσμο,
η ομορφιά θα τον σώσει, κι εσύ που
χάνεσαι στις αθόρυβες νύχτες και
στις πολύχρωμες αναμνήσεις, ξέρεις
πως θα σε κερδίσει το άγνωστο.
Ποιος ξέρει… αν θα ξεφύγουμε
απ τις μέρες της πλάνης, απ τα
ξοδεμένα χρόνια της νιότης μας…
Ποιος ξέρει αν οι γέφυρες που στήνουμε
θα κρατήσουν το βάρος της ματαιότητάς
μας…
Ενα είναι το σίγουρο, ακόμα
κι αν κερδίσουμε ένα γαλήνιο ταξίδι,
θα εξοφλησουμε με την ψυχή μας, για
την ανάμνηση των ονείρων, για κάθε Άνοιξη
που αργήσαμε ν’ αγαπήσουμε.

____________________

Πέφτει η νύχτα , σ ένα σιωπηλό ουρανό,
στους καθρέφτες, στις ατέλειωτες προσμονές.
Κάποιοι μοναχικοί τούτου του κόσμου
στέλνουν τις υποσχέσεις τους στ άστρα.
Άραγε τι ν’ απομένει από τόσες προσδοκίες
και όνειρα, από τόσα λόγια που ξεστομίσαμε
και τόσες υποσχέσεις που πήραμε?
Ένα δάκρυ, θυμός η μήπως ένας καινούργιος
δρόμος που θα χαράξει ο καιρός???
Μας το λέει ένας” κουρασμένος οδοιπόρος”
που προτιμά να παραμένει Ανώνυμος.

Χωρίς ανάσα, οδοιπόρος βιαστικός
με τα προβλήματα στους ώμους προχωράω,
χωρίς ελπίδα επιμένω δυστυχώς
όλα και όλους γύρω ν’ αγαπάω.

Βλέπω στον άνθρωπο μονάχα το καλό,
κι αν κάποιος κάνει κάτι που με θίγει,
τόσο του κόβει λέω το μυαλό,
-οι ηλιθιοι ποτέ δεν ήταν λιγοι-.

Όμως κουράζεσαι κι ο χρόνος σε γερνά,
η υπομονή κι η ανοχή σου λιγοστεύουν,
σαν πλησιάζουνε τα χρόνια τα στερνά
τα δάκρυα θαρρώ δεν περισσεύουν.

Και τότε ο πόνος γίνεται θυμός,
δεν έχεις άλλα δάκρυα να δώσεις,
τα αισθήματα όλα γίνονται σεισμός
μα την καρδιά σου μην ισοπεδώσεις.

Ηρέμησε, και σκέψου την αυγή
που η μέρα θα χαράξει με γαλήνη,
και δέξου ότι τελειώνει στη ζωή
ακόμη κι η δική σου καλοσύνη.

_______________________

Ουρανέ, κάτω απ τη σκέπη
σου, όλη η ζωή μου, τούτη
η μικρή μου ύπαρξη, σε μια
ασίγαστη αναζήτηση, που
προσπερνούσε την παγωνιά.
Όνειρα ξεχασμένα σε παιδικές
παλάμες, τραγούδια και συλλαβές
πάνω στη σκόνη του χρόνου.
Παραθύρια ανοιχτά στον άνεμο
κι η αγάπη απέναντι μας, αδέξια τραγούδια
και μια ατελείωτη υπομονή, για το
χθες που μας πλήγωνε και το αύριο
που υπάρχουμε σα νότες μιας
ουράνιας μουσικής.
Ουρανέ, σκέπασες τη μακρινή μου
διαδρομή, μέχρι να νοιώσω το
στεναγμο του Θεού στις λέξεις μου,
έκανες αθόρυβα τα βήματα μου, εξ αλλου
η ματαιότητα δε βρίσκει δρόμο
στ ανθισμένα περιβόλια της αγάπης.
Κουρασμένος διαβάτης τούτου του
κόσμου είμαι, όμως, αγαπώ τα βράδια
το φως των αστεριών που τρεμοσβήνει
σαν τη χαρά της αβέβαιης ελπίδας,
αγαπώ το φως του φεγγαριού και
τις ασημένιες διαδρομές του που
με γλυτώνουν απ την αιχμαλωσία.

___________________
 
Πως να δω καθαρά την
εικόνα σου μέσα σε τόση βουή?
Λίγη σιωπή…. αυτή η μοναχική
αλήθεια, που κάνει τα πάντα
να φαίνονται καθαρά, σαν το
ζωηρό χρώμα των δέντρων μετά τη βροχή.
Πολλά τα λόγια, ξοδεύουν άσκοπα
την ψυχή, ελάχιστες οι σιωπες για
να μιλήσουν τα ουσιώδη.
Μιλάμε πολύ γιατί δεν έχουμε να
πούμε κάτι αληθινό, γιατί οι στιγμές
μας είναι λαβύρινθοι.
Χάσαμε τη σιωπή που ξεγελά τα
αδιέξοδα, ζούμε το ψεύτικο και
θαρρείς μας είναι αρκετό.
Η σιωπή πίσω απ τα κλειστά παράθυρα,
η σιωπή των τυραννισμένων δρόμων,
των πληγωμενων παιδιών,
των άστεγων ανηλίκων,
των αληθινών συναισθημάτων
και της ουσιαστικής ζωής, αυτή η
σιωπή δεν έχει ανταλλάγματα.
Ο δρόμος μέσα απ τα βλέμματα,
η απόλυτη γνώση στη θεωρία που
πιστεύεις ότι δεν έχασες τίποτε, ενώ τα χεις
χάσει όλα, ο πολύτιμος ήχος της σιωπής,
το αντίδοτο στη μάστιγα και το
απόλυτο κενό της άσκοπης φλυαρίας. 
_____________________
 
Έρχεται το βράδυ, κι εμείς
είμαστε εντελώς απροστάτευτοι
…. σα γιασεμί μες το χειμώνα.
Εχουμε ανάγκη κάποιες “ζεστές” λέξεις,
λίγη λήθη η μία χαρά, έχουμε τελειώσει
με τις προσδοκίες της μέρας, με την αγωνία
των θαυμάτων η έστω με την αθωότητα
και την ηλικία της δικαιοσύνης.
Το βράδυ πέφτει ανελέητο πάνω
στις στιγμές μας, κι εμεις, θύματα
μιας αιώνιας περιπλάνησης.
Πριν σβήσει κάθε φως, θαρρείς
έχουν περάσει όλα μας τα χρόνια, ίσως να
φταίει το σκοτάδι που μεγενθυνει
τις ώρες, σβήνει τα χαμόγελα κι η λήθη
φαντάζει σαν τεράστια σκιά στους
τοίχους που ταξιδεύει η νύχτα.
Στους ώμους μας στέκεται το
βάρος του χθες, και τ άστρα λάμπουν
σαν την ανάμνηση μιας χαράς που χάθηκε.
Είναι κι αυτοί οι στεναγμοι, που μας
κρατούν μακριά απ τον παράδεισο,
κι οι φανοστάτες που πεισματικά
φωτίζουν τη θλίψη.
Σε λίγο πέφτει η νύχτα, ένας νέος αγώνας
ανάμεσα στα αμετάφραστα όνειρα
και στην ελπίδα που ξεκινά στο κενό
του χρόνου.
Το φεγγάρι πάντα εκεί ψηλά σα μια
υπόσχεση μελλοντικής ευτυχίας, για να
φωτίζει το άγνωστο που τρομάζει
τη ζωή μας.
Μη φοβάσαι το βράδυ, πάντα κάτι καλο
φέρνει….. σαν τα γιασεμιά μες το χειμώνα.
_______________
 
Μια διαδρομή απ την αυγή
στο δειλινό η ζωή μου.
Κάθε πρωί μια πορεία πάνω
στα μονοπάτια του ήλιου, το
βράδυ τα βήματα, σαν τα λόγια
της προσευχής στην έρημο.
Γευτηκα χαμόγελα που σκέπασαν το κρύο
της ζωής μου, δάκρυα σαν την εξομολόγηση
των αθώων, πότισαν τις μέρες μου.
Όλη η ζωή, μικρά βήματα πάνω σε μεγάλα
όνειρα, χωρίς βεβαιότητα, χωρίς καμία
υπόσχεση, απλά βήματα πάνω στους
φαγωμένους δρόμους.
Με κράτησαν χέρια μακριά απ την αθάνατη θλίψη κι άλλα με οδήγησαν σε μέρες
που μ έκαναν ακόμη πιο θνητή.
Έζησα μέσα σε βλέμματα με μια μυστηριώδη
ανησυχητική λάμψη, σαν απόκρυφη δικαιοσύνη.
Μια τόσο σύντομη διαδρομή η ζωή μου όλη,
απ την αυγή ως τις πυρκαγιές του δειλινού,
γεύτηκα ηλιοβασίλεματα που μου έδωσαν τη χάρη ν’ αγνοώ τη ματαιοτητα αλλά και τη δύναμη να δραπετεύσω απ την εφήμερη κατοικία των φόβων μου. 
__________________
 
Οι λέξεις σου να χουν
μια κρυμμένη άνοιξη, κι
οι σκέψεις σου να ναι γεμάτες
χρώματα όταν μιλάς στους
ανθρώπους.
Οι ψυχές αγγίζονται με λόγια γεμάτα φως,
με ευωδιές αγάπης, υπάρχουν
βαθειά “ηλιόλουστα” σκοτάδια
που θα δεις, να απλώνονται
σαν υγρασία.
Μα εσύ να κρατάς μιαν άνοιξη
στις λέξεις σου, ολισθηρό τοπίο οι μνημες
της ψυχής, πρέπει να ξέρεις να
περπατάς στα μονοπάτια των ανθρώπων.
Φτάνει πια το ψεύτικο, τα λόγια να
ναι καθαρά, να πηγαίνουν κατευθείαν
στον ουρανό, σαν τα κλαδιά της
κεράσιας, ν αγγίζεις με την άνοιξη της σκέψης σου τις ψυχές των ανθρώπων.
 
________________
 

Θέλω να γράψω ένα ποιημα
για σένα, να βρω λέξεις
ξεχασμένες.
Ένα ποίημα για τη γαλήνη που
δεν εξαγοράζεται,
για τη μοναξιά των ανθρώπων,
που μοιάζει με καράβια που σαπιζουν
χρόνια αραγμένα.
Θέλω να σου γράψω για την αγάπη
που δεν είναι τίποτα άλλο
απ τον τρόμο που η ζωή μετράει
το ανάστημά της.
Να βρω λέξεις ξεχασμένες να σου
γράψω ότι όλα κρύβονται
μέσα σε ίσκιους και ψεύτικα είδωλα.
Για τα λυπημένα βλέμματα που συναντάς
μέσα στο αδέξιο πλήθος, όταν
το σούρουπο σέρνεται στους δρόμους.
Θέλω να σου γράψω ένα ποιημα γιατί
σε βλέπω σαν πηλό και θέλω να
σου δώσω το σχήμα της αγάπης μου. (Ν. Φ)

Για ολους εσάς που κάθε μέρα
συναντιομαστε… έστω κι έτσι!!!
Χρόνια Πολλά, καλή σας μέρα!!!!

__________________

 

Χτυπούν οι Καμπάνες
Ανάσταση, χαρά, της ψυχής
οι δρόμοι φωτισμένοι.
Η θλιμμένη επίμονη σκέψη….
Κύριε της αγάπης, την παρηγοριά
ζητώ, να πιστέψω στην αγάπη
του ανθρώπου, τώρα που γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Δεν θέλω την πλάνη της χαράς,
αλλά την Ανάσταση, όχι, δε θέλω
πια το χαμηλό φως των κεριών που
σπαταληθηκε, για να φωτίζει τις
σκοτεινές μέρες μου, αλλά τη
φωτεινή έκσταση, που θα με βγάλει
απ τη δίνη της άρνησης.
Ήρθε ο καιρός να εκδικηθούν τα
όνειρα βουτηγμένα στο φως.
Κύριε της αγάπης, να μοιράσω
την απροστάτευτη ψυχή μου ζητώ,
να λυτρωθω…. γιατί θέλω να
χωρέσω στο θαύμα της αγάπης . 

Καλή Ανάσταση!!!!

___________________

Σε λίγο θα κλείσουν οι πόρτες.
Πως θα χωρέσουν τα όνειρα
μέσα σ ένα σπίτι, πως θ ανασαίνει η ψυχή
τριγυρισμενη από τοίχους?
Ίσως να θελήσουν απόψε να
ξαποστασουν, μακρύ το ταξίδι της μέρας,
άλλα γύρισαν πανω σε τσακισμενα φτερά,
άλλα πέρασαν θάλασσες άγριες.
Πως να φυλακιστω όμως στο πραγματικό?
Θα χάσω την κουβέντα με τ άστρα,
θα μαραθω εκτεθειμένη στη μοναξια
του χρόνου.
Σε λίγο θα κλείσουν οι πόρτες, ίσως
να μείνει απ έξω η ελπίδα για λίγο φως.
Μου φέρνει πόνο η νύχτα, μοιάζει με τη θλιβερη στιγμή ενός χωρισμού,
σαν κάποιος να σβήνει τα φώτα και ν αναβει όλα τα σκοτάδια.
Πίσω απ τις κλειστές πόρτες, η ζωή
συνεχίζει το παιχνίδι της, συμπληρώνει
τις μέρες που χάθηκαν, συμμαζεύει
το χρόνο και με μια αγνωστη
τελετουργία παραδίδει στη λήθη το
μεγάλο πόνο μας

__________________________

Κι ήρθε η μέρα που γιορτάζει ο πόνος,
ο πόνος κι η αγάπη, μαζί, συνοδοιποροι
στον ίδιο Γολγοθά.
Σταυρώθηκε η αγάπη, σταγόνες
απ το αίμα της πότισαν το χώμα.
Δε φταίνε αυτοι που σ οδηγούν στο
Σταυρό, η αγάπη που είναι πολύ
και τρομάζει.
Η αγάπη που πολεμάς, που κυνηγάς και
ζητιανεύεις, αυτή η αγάπη δεν το ξέρεις,
αλλά μέχρι το σταυρό οδηγεί, θα γειρεις
πια το κεφάλι, όταν θα χεις δώσει και
την τελευταία πνοή σου.
Ας σε τρυπήσει η λόγχη, η αγάπη
πάντα εκεί θα ναι, να φωνάζει,
κι η κραυγή της να σειει τη γη,
να λάμπει και τα ουράνια ν’ ανοίγουν,
να δακρύζει και τα δάκρυα της να παίρνουν
το χρώμα του κεραυνού.
Η αγάπη πάντα εκεί θα ναι, εμείς όμως
φτιάχνουμε το σταυρό, εμείς τη θυσία,
απόδειξη στη μικρή μας ψυχή, που δεν τη
χωρά.

____________________

Θ ανοίξουν οι πύλες τ ουρανού…

ο μεγάλος κατακλυσμός πλησιάζει, ατέλειωτα τα δάκρυα.
Μα ένα δάκρυ θα ξεχωρίσει, το πιο
καυτό, της μάνας.
Ειν η μέρα του πόνου, των απελπισμένων,
ειν’ η μέρα που οι κραυγές σιωπούν
και γίνονται δάκρυα, πόνος πίσω απ τα
μαύρα σύννεφα της απελπισίας.
Οι πύλες τ ουρανού άνοιξαν διαπλατες,
να χωρέσει η λύπη, οι αρχαγγελικές
φωνές σωπασαν.
Πως να περιμένει το θαύμα, την άνοιξη
μετά το καλοκαίρι, κοιτώντας το γερμένο
κεφάλι, χάθηκε κι ο ήλιος κι ο καημός
βούτηξε στη συντέλεια.
Ο πόνος εκείνης της μάνας, της κάθε μάνας
που σήμερα βλέπει τον εαυτό της
στα θεία δάκρυα, βλέπει το δικό της Χριστό
στο “τετελεσται”.
Ο βουβός πόνος της κάθε μάνας
που ζει την αδυναμία η τη διαφορετικότητα
του δικού της παιδιού.
Κάθε φορά οι ουρανοί θ ανοίγουν μπροστα
σ αυτά τα δάκρυα, κάθε φορά η συντέλεια
θα ακολουθεί την τελευταία λέξη, κι η
μάνα απαρηγόρητη, θα δίνει λίγο απ
τον πόνο της στη γη, για να μπορεί
ν’ αντέξει την πιο μεγάλη απώλεια.

__________________

Αν θες ν ανάψεις ένα κερί,
άναψε το πρώτα στον
πρίγκιπα των ρόδων που
γευτηκε την υπέρτατη θυσία για
μεγάλα ιδανικά.
Κι ύστερα, άναψε ένα κεράκι για όλους
εκείνους που σηκώνουν ένα βαρύ Σταυρό στην πλάτη
κι ανεβαίνουν έναν ατελείωτο Γολγοθά.
Αναψε για κεινον που μετράει τις μέρες
ρουφωντας το φως του ήλιου, που
ξέρει ότι ο χρόνος συντομευει και
δε μπορεί να σβήσει τη δίψα του για ζωή.
Αναψε για κείνα τα παιδιά που δεν έχουν
ουρανό, που δεν τ αναζητά κανενας,
γιατί είναι οι αόρατοι περαστικοί αυτής
της ζωής.
Για τη μάννα που παλεύει μόνη σ εναν
άνισο αγώνα και πρέπει οπωσδήποτε
να τα καταφέρει, για τους απελπισμένους
τούτης της ζωής που δεν πιστεύουν
στη δύναμη του ήλιου.
Αν θες ν ανάψεις ένα κεράκι, κάνε το
και θυμήσου κι αυτούς που γράφουν πορεία
μέσα σε βαθειά σκοτάδια, αρνούμενοι
το φως, γιατί ακόμα και μέσα απ το μίσος τους,
αναζητούν κι αυτοί γαλήνη,
ένα βλέμμα του Θεού της αγάπης
που θα ναι η λύτρωση τους.
Άναψε ένα κερί με την ευχή να παραμείνουμε

______________________

Εκπτωτοι άγγελοι,
ξυπόλητοι στη βροχή.
Σ ένα χορό μετάνοιας, καθώς
οι σταγόνες πέφτουν ολοένα
στο πλακόστρωτο.
Τα φτερά βρεγμένα κι αυτοί χορεύουν
στο ρυθμό των δακρύων τους…
Πως να λυτρωθεις αν δε βρεις τα
βήματα, αν δε σηκώσεις το βλέμμα ψηλά,
αν το ψιλόβροχο δεν ξεπλύνει τη λάσπη.
Χορεύουν στο ρυθμό της βροχής, κι η ψυχή
αναπνέει το φρεσκοβρεγμένο χώμα.
Στη λάμψη του κεραυνού θα καεί το χτες,
αρκεί να πέφτει αυτή η λυτρωτική βροχή,
κάπου να ταξιδεύουν οι πλάνες, καπόυ
να κλαίνε τα φεγγάρια.
Σε μάτια ικεσίας θα δεις την ένοχη
συγγνώμη, στην αμαρτία τη μετάνοια.
Άρχισαν το ταξίδι οι λέξεις κι οι
ψιχάλες αθόρυβα, εσύ, μην τρομάζεις
και μην κρύβεσαι, σε λίγο όλοι οι ίσκιοι θα
ντυθούν στο φως.

______________

Έρχεται Άνοιξη και μου λες να γελώ,
Μα δεν έμαθες ακόμα, η ομορφιά
σπαταλιεται γιατί θέλει να στολίζει
πολλά βλέμματα.
Αυτή την αργοπορημένη άνοιξη να
μοιραστώ ζητάω, να φέρω πίσω όλα της νιοτης
τα μαγικά, να διακρίνω τη σκιά σου
στους δρόμους του αύριο.
Μα δεν ονειρεύεσαι σκυμμένος, αν
δεν φυσήξει τ αγερι τη σκέψη σου,
πως θα δεις τη ζωή σε άλικα χείλη,
πως η Άνοιξη θα περάσει απ τα
τραχιά μονοπάτια για να σε συναντήσει.
Κι όταν νυχτώνει, τότε που ο αέρας μυρίζει βροχή,
τότε, θες δύο χέρια που
να υπόσχονται ζωή, ένα βλέμμα που να
σε σκεπάζει στην παγωνιά.
Έτσι μοιράζεσαι την Άνοιξη,
έτσι ονειρεύεσαι, μέσα από ένα χαμογελο
που θυμίζει όαση στις ερημιές του χρόνου.
Στις σκοτεινές μέρες και στις ρωγμές της ζωής,
πάντα παραμονεύει μια Άνοιξη!!!!

_______________

Το χρώμα της λύπης, η μυρωδιά της θυσίας.
Ποτέ δεν πίστεψα ότι το μαύρο
δείχνει τη θλίψη, μόνο τούτο δω, το μωβ
που μοσχοβολαει, έτσι, για να ανακατεύει
τις μνήμες, να μην τις αφήνει σε ησυχία,
να θυμίζει δρόμο ανηφορικό μ ένα σταυρό
στην πλάτη, πορεία με μετρημένα βήματα
λίγο πριν την απόλυτη σιωπή, λίγο πριν
το μεγαλύτερο ανθρώπινο λάθος.
Δεν ευωδιάζουν τυχαία, μαγνητίζουν
το βλέμμα και γεννούν απορίες.
Μία θυσία που πήγε χαμένη? Το βάρος
ενός σταυρού που κανένας δεν ένοιωσε?
Σε μια Βαβέλ χάθηκαν οι μέρες μας,
το άρωμα όμως της θυσίας ταράζει
κάθε σκέψη ματαιοτητας.
Η θλίψη δεν έχει μαύρο χρώμα, έχει
ευωδιά, έχει ομορφιά, για να χωρά στο
σιωπητήριο του χρέους, στην πιο
αμετανόητη ψυχή, γιατί πρέπει να μη
μείνουμε αθάνατοι, να χωρέσουμε σε μιαν
ανασταση, να μοιράσουμε δωρεάν την ψυχή
απ το έρεβος μέχρι τα όρια τ ουρανού.

______________

Το άρωμα της γης μου,
αποζηταω, τις ομορφιές
της που με ταξιδεύουν.
Το νησί μου, η γη μου, ολος
μου ο κόσμος περιτρυγυρισμενος
από θάλασσα.
Τα λουλούδια του τα πιο φωτεινά,
παντού μοσχοβολουν Θεό,
ο ήχος των κυμάτων του μια
ατελείωτη φλυαρία, ένα τραγούδι
που όμοιο του δεν έχει.
Το άρωμα της γης μου αποζηταω,
όταν τα μάτια σηκώνω ψηλά,
το δικό της ουρανό, που έχει κλέψει όλα
τα γαλάζια.
Εκεί που ο Θεός υποσχέθηκε μιαν Άνοιξη,
για κάθε μας γέλιο, κι εμείς ολο γελάμε.
Εκεί που χαμηλώνει τις νύχτες το φεγγαρι
για να δικαιώσει τις προσδοκίες μας,
κι η γαλήνη απλώνεται παντού.
Εκεί που ο αέρας ανακατεύει όνειρα κι
ελπίδες και τα δίνει στον ήλιο
για να κρατησει την υπόσχεση ότι
πάντα θα ταξιδεύουν σε μια ατέλειωτη
Άνοιξη.
Εκεί…. θέλω να μαι!!!

_________________

Οι αυριανές μας μέρες κρύβονται
σε φωτεινές διαδρομές, αθόρυβες,
δίχως κουβέντα, δίχως κίνηση κι εμείς
ξέρουμε πως φεύγουν.
Ένας χαρτοπολεμος οι λέξεις, σκόρπιες
εδώ κι εκεί, σε μια πορεία που δε θέλει
τίποτε περιττό, με μόνη σκέψη να νικηθεί
ο χειμώνας.
Κουράσαμε τα χρώματα, μας είναι τόσο
δύσκολη η παρέα των αυθεντικών
πραγμάτων, μας αρκεί μια νίκη χωρίς κόπο,
την ώρα που το ταξίδι, μας χαρίζει ολο
το φως, που ο ήλιος ανοίγει νέους
δρόμους, μόνο ν’ αγναντεψουμε λίγο
στ ανοιχτά.
Να εξαργυρωσουμε τις φωτιές και
τα παγωμένα χαμόγελα που μας απειλούν,
να μη χωρέσουν ξανά σε καμία στιγμή μας.
Ας γίνουμε οι καλύτεροι, να νικησουμε και
την τελευταία υποψία χειμώνα. 

________________

Είναι λίγα αυτά που ζητάω,
ενα κομμάτι γαλάζιου ουρανού,
ν απλώσω τα όνειρα μου, να
μη στριμωγνονται, να χουν θέα,
και λίγες αχτιδες ήλιου, να περνά
μέσα τους το φως και να τα τους δίνει ζωή.
Να χουν ένα δικό τους τόπο, να μην είναι πια
αποστάτες, να σφετεριστώ λίγο γαλαζιο
ακόμα και να τους δώσω χρώμα.
Στο ξαφνιασμα του κεραυνού, να φέγγουν
της λήθης τα περάσματα, να θερίζουν
τα χρώματα του ουράνιου τόξου και να
τρέχουν πάνω απο ακούρσευτες θάλασσες.
Να μην τα τυλίγει πια το περιττό πεπλο
του ανεκπλήρωτου έρωτα, να μην μυρίζουν
το παμπάλαιο άρωμα της άρνησης.
Ώσπου ένας άγγελος να ζηλέψει τις αντοχές
και να τα βάλει πάνω στα φτερά του.
Ώσπου, σε μιαν αληθινή παράσταση, να
τα δω στην αντανάκλαση των άστρων,
μακριά πια απ τις ρωγμές της ψυχής.

________________

Μιαν άνοιξη καρτερούμε… π’ολα θα ανθίζουνε
στη γη… και μεις απ την αρχή θα ξεκινήσουμε.
Μέτοικοι λοιπόν, μιας καινούργιας εποχής,
μιας Άνοιξης όλο ομορφιές με το βλέμμα
πάντα στραμμένο στα ακριβά της ζωής.

____________

Σαν ένα φεγγάρι που ξεχάστηκε
στον πρωινό ουρανό,
ένα απομεινάρι της νύχτας,
έτσι μενουν τα όνειρα που
ξεχνάμε.
Ζητάνε δικαίωση στο φως, μα
μένουν για πάντα θαμπά, στης ψυχής μας
το στερέωμα.
Ένα ξεχασμένο φεγγάρι που ακόμα λάμπει,
μα λίγο το φως του στην ανελέητη μέρα
που ήρθε, ίδιο με τις προσδοκίες
που αφήσαμε να σκεπάσει η ομίχλη του χρόνου.
Και στέκει εκεί, προσμενοντας, μια νύχτα πάλι, μια νύχτα και μιαν ευκαιρία στον
κύκλο της μέρας.
Όνειρα και προσδοκίες στο χάδι του χρόνου,
στέκουν καρτερικα, για λίγο φως
στον ασωτο ουρανό.
Λίγη λάμψη όλο το μυστικό, λίγη λάμψη
για να φανούν όλα αληθινά.

________________

Κάθε μέρα μας ένα ταξίδι,
καθένας από μας, ένα μικρό θαύμα
στα δίχτυα της αιωνιότητας.
Με πηλό, από φως και σκοτάδι,
παλεύουμε και ξαναγυρνάμε στο
παλιό ρούχο του εαυτού μας.
Μεγάλες παραλείψεις τυλιγμενες με
τη μετάνοια, παραδομένοι στο κυνηγητό
της σιγουριάς με τους γκρεμούς να
χάσκουν στις άκρες της λήθης.
Πόσα ζούμε, πόσα αναζητάμε κι αφηνουμε
στην τρέλα των δρόμων, βγαίνοντας
με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις αφυλακτες
διαβάσεις της ζωής.
Ξεχάσαμε να συγχωρούμε, μας φαίνεται
δύσκολο κι αφεθήκαμε στα εφήμερα που
δε μας πληγώνουν, ζούμε ανυποψίαστα
ακούγοντας τους ποιητές να σκυλεύουν
τους στίχους.
Όλοι χρωστάμε μια συγγνώμη, σ ότι
ραγίσαμε στολίζοντας το “εγώ” μας,
σ ότι βαφτίσαμε “λιγότερο”, γιατί περίσσεψαν
τα σκοτάδια μας.
Η συγγνώμη είναι η εξίσωση μας με τον άλλον, μια μεγάλη στροφή στο φως του πηλού
μας, ένα σκαλοπάτι ψηλότερα στην αγάπη.

________________

 

Ήταν κάποτε Απρίλης κι
εγώ ήμουνα παιδί… κι αυτό
το άρωμα σου, συνόδευε
τα χρόνια μου, είχε ποτίσει
για τα καλά τις μνήμες μου.
Ένα ολοκληρο παρελθόν, μοσχοβολουσε
πίστη στην άνοιξη που θα ‘ρχοταν,
γεμάτο σιγουριά ότι η ομορφιά και
τα χαμόγελα δε θα μ εγκατέλειπαν ποτέ.
Ένας Απρίλης πάντα κάνει την αρχη, κι
ίσως να ξεκινάει μ ένα αθώο ψέμα, αλλά
φέρνει γέλιο και λιώνει το χιόνι της
μοναξιάς.
Ήταν κάποτε Απρίλης κι εγώ ήμουνα
παιδί.. τώρα οι μνήμες μοσχοβολουν
απ την άλλη άκρη του χρόνου, τα όνειρα ρυτιδιασαν,
κι εγώ λαχταρώ εκείνο το αθώο ψέμα,
που έφερνε στα χείλη όλα τα χαμόγελα
τ ουρανού και γέμιζε τα μάτια με τα ταξίδια
της θάλασσας.
Ένας Απρίλης… μια ολόκληρη ζωή,
μ ένα αύριο μες τις ονειροπαγιδες,
Ένας Απρίλης… θυμηση κι επιθυμία όσων
καρτερούν μιαν ανάσταση

____________

 

Μια ανοιχτή θάλασσα, να
χαθούμε μέσα σ όλα τα μπλε,
να εναλλάσσεται ο χρόνος
με την ταχύτητα των πουλιών,
να ξεχαστεί το χθες και να υπάρχει
μόνο το τώρα.
Οι σκλαβωμενες μας ζωές φτερά
ονειρεύονται, σαν τους αετούς, αυτούς
τους αλαζόνες των ουρανών, να ταξιδεύουν.
Να κερδίσουν χρόνο γεμάτο ελευθερία,
να γευτούν την ξενιτιά των οριζόντων,
περνώντας απ τις φωτιές του δειλινού.
Στην ανταύγεια της μέρας, να χαράξουμε δρόμους,
κι ο ήλιος να λάμπει ξανά για
τη μεγάλη απόδραση των περιπλανημένων.
Τώρα που δε φοβόμαστε τα μεγάλα λόγια,
τώρα θέλουμε αυτό το όνειρο
να μας πάει μακριά, τώρα, που μπορούμε
ν αντέξουμε, αυτήν την απειλητική
ευωδιά των γιασεμιών, τη στιγμή,
που το ουράνιο τόξο έγινε η γέφυρα ανάμεσα στο
σκοτεινό χθες και σε μια καινουργια
αυγή.

_________________

Kαθε στιγμή μαζί με το
πεπρωμένο μου ανατέλλω,
μα ζητώ, εκείνο το μοναδικό
λεπτό στο χρόνο για ν αντικρίσω
την αιωνιότητα, την πιο ψηλή
κορυφή του βουνού και το πιο
πελώριο κύμα.
Ένα λεπτό στο χρόνο που Θα μου δώσει
την ελευθερία να κοιτάζω κατάματα
τη μοίρα, χωρίς να περνούν σκιές απ
το βλέμμα μου,.
Να σταθώ πάνω απ τη μεγάλη άγνωστη έρημο
εκεί που βρίσκονται χρόνια τώρα, τα κουφάρια των ονείρων,
εκεί που διανυκτερευουν οι λησμονημενοι να σταθώ,
χωρίς ν ακολουθώ πια τις νύχτες.
Ένα λεπτό στο χρόνο ν ανακαλύψω τις αιτίες
του μοιραίου, να σταθώ εκεί που
συνωστιζονται οι ταπεινοι, κρατώντας
ψηλά την ελπίδα.
Εκεί που οι άγιοι δεν καταφεύγουν πια
φοβισμένοι κι οι λέξεις δεν πονουν
σαν άγρια εγκλήματα.
Είναι αυτή, η μία μικρή στιγμή στο χρόνο,
που μπορεί ν αλλάξει όλους τους δρόμους
και τους προορισμούς, να κάνει τα λόγια ασυνήθιστα,
ν’ ακούγεται το σιγανό
κλάμα της ευγνωμοσύνης και το γλυκό
γέλιο απ την ευτυχία που θα μαστίζει
τον κόσμο, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ
άλλοτε.

‘_____________

Ήταν κάποτε Απρίλης κι
εγώ ήμουνα παιδί… κι αυτό
το άρωμα σου, συνόδευε
τα χρόνια μου, είχε ποτίσει
για τα καλά τις μνήμες μου.
Ένα ολοκληρο παρελθόν, μοσχοβολουσε
πίστη στην άνοιξη που θα ‘ρχοταν,
γεμάτο σιγουριά ότι η ομορφιά και
τα χαμόγελα δε θα μ εγκατέλειπαν ποτέ.
Ένας Απρίλης πάντα κάνει την αρχη, κι
ίσως να ξεκινάει μ ένα αθώο ψέμα, αλλά
φέρνει γέλιο και λιώνει το χιόνι της
μοναξιάς.
Ήταν κάποτε Απρίλης κι εγώ ήμουνα
παιδί.. τώρα οι μνήμες μοσχοβολουν απ την άλλη άκρη του χρόνου, τα όνειρα ρυτιδιασαν, κι εγώ λαχταρώ εκείνο το αθώο ψέμα,
που έφερνε στα χείλη όλα τα χαμόγελα
τ ουρανού και γέμιζε τα μάτια με τα ταξίδια
της θάλασσας.
Ένας Απρίλης… μια ολόκληρη ζωή,
μ ένα αύριο μες τις ονειροπαγιδες,
Ένας Απρίλης… θυμηση κι επιθυμία όσων
καρτερούν μιαν ανάσταση.

____________

Mονο όταν εγκαταλείπεις τις
προσδοκίες μπορείς να δεις
τη λυπημένη όψη του φεγγαριού.
Μπορείς ακόμα να διαβάσεις τις λέξεις
που γράφτηκαν στον άνεμο,
και τα όνειρα που έφυγαν απ τις
ανοιχτές πόρτες.
Τούτο το αβέβαιο της ζωής ολο
και συρρικνώνει τις προσμονές,
θαρρείς, άγραφο χαρτί ο κόσμος.
Πως μας έκαναν οι μεγαλες μας
σκέψεις, να νοιώθουμε μέσα στα όνειρα
μοναξιά, να στεκόμαστε στις προκυμαίες
και ακόμα και το παρελθόν μας να
μοιάζει αινιγματικό.
Τι άραγε δεν καταλάβαμε απ τα σημάδια
της ζωής και μας άφησε στη θύελλα
της αβεβαιότητας, σαν ξεστρατισμενους
άγγελους να ψάχνουμε το δρόμο….
Ακόμα και στους καθρέφτες δεν είμαστε πια
ίδιοι, σαν ταξιδιώτες που ζητάνε εξιλέωση
στο βάθος της νύχτας.
Ίσως κοιτάζοντας τ αστρα τα βράδια
να βρουμε το δρόμο, ίσως εκεί
να κρύβεται η ανταπόδοση για κείνους
που η μόνη τους προσμονή, είναι ο
ήλιος…. ακοίμητος φρουρός των ημερών τους.

____________________

Λαβωμενα πουλιά τούτος
ο κόσμος….χτυπούν τα φτερά τους,
ένα σήμα κινδύνου εκπέμπουν, τελειώνουν οι δρομοι
τ ουρανού, να βρουν μέρος να ξαποστάσουν.
Ένας κόσμος που ζει μες τ ανειπωτο..
κάποιος κλαίει λίγο πιο μακριά σου,
δεν τον ξέρεις, αλλά το βράδυ κάνατε
κι οι δυο όνειρα.
Διψασμένος για λίγη σιγουριά, για μια
αγκαλιά, στέκεται μπροστά στα
παλιά αγάλματα, αλλά κι αυτά
εκτεθειμένα στη λησμονιά μένουν .
Όλα θα εξηγηθούν μια μέρα, όλα ενας
εφιάλτης είναι κι ας κρύβεις με τις παλάμες
την άκρη του, ας μας άφησαν κληρονόμους του φόβου.
Πάγωσε ο κόσμος, κάτι να τον σκεπάσει ζητά,
μα η βροχή φτάνει ως το κόκκαλο, κάτι
να σβήσει το παρελθόν του, να φτιάξει
καινούργιες μέρες από Άνοιξη, με ένα
αεράκι που να ρχεται απ τους κήπους.
Να χει καινούργιες μνήμες, σα να γράφει
απ την αρχή την παιδική ηλικία,
και να μπορεί να τα βγάλει πέρα,
σ αυτή τη δύσκολη, σκοτεινή ζωή.

__________________

 

Στο χρόνο να κοιτάξω
να βρω τις στιγμές που
μου ξέφυγαν, που γιναν πουλιά
ταξιδιάρικα.
Χάθηκαν σε ταξίδι μακρινό
κι έφταιγα μόνον εγώ, που
δεν πρόλαβα, δεν κοίταξα, φοβήθηκα.
Τις άφησα στο έλεος της μνήμης,
κι είπα θα τις προφτασω….
Μα ότι δεν προφταινεις η ζωή δε
στο ξαναδινει.
Πως ν’ ανοίξω τώρα της καρδιάς τα πανιά
που φόβοι έδιναν στους φόβους μου
κουράγιο, που ο έρωτας κι ο θάνατος
χωρίστηκαν στα δυό, πως να κοιτάξω τον ήλιο
που παλιωσε το φως του,
όλα στριμώχτηκαν στο μέλλον ενός φθινοπώρου.
Άφησα τις στιγμές μου στην απληστία
του κενού κι αυτές περιμένοντας με,
λιποτακτησαν, ναι λιποτακτησαν,
γιατί άργησα…
γιατί ασφυκτιουσαν στη λίγη μου θέληση

_________________

Βάλαμε τον ήλιο στο τραπέζι
κι η ματιά μας τρέχει μακριά,
χωρίς να ξέρουμε τι θέλει και
τι ψάχνει.
Σταθήκαμε απέναντι και μιλάμε,
αβέβαιο το αύριο, ανασαίνουμε
στο τώρα, ακούω το κλάμα σου,
κι εσύ το παράπονο μου.
Όμως κι οι δυο μας ονειρευομαστε ένα
χωράφι στάχυα, ένα κομμάτι ζεστού
καλοκαιριού, ξαφνικοί περιπατητές
σ ένα δύσκολο παρόν.
Σου μίλησα για νύχτες αγρύπνιας,
για το λίγο νερό που κράτησα να
ξεδιψάσεις, για τη στάχτη της σιωπής
που σκεπάζει τα λόγια μας, κι όμως
δε σου κρατώ το χέρι, πίσω απ το θολό
τζάμι συνεχίζω να σε βλέπω.
Πως άλλαξαν οι καιροί, σκεπάσαμε
με το χέρι τα χαμόγελα, σα να ηταν
αμαρτίες ανεξοφλητες, απομακρύναμε
τα χέρια και σώθηκαν οι αγκαλιές.
Πίσω απ τα κλειστά παράθυρα οι μνήμες μας
περιμένουν, μέσα μας φουσκώνουν
ποτάμια, έτοιμα να ξεχειλίσουν να
ποτίσουν τα διψασμένα περιβόλια
της αγάπης.
Πως ήρθαν τόσο σκοτεινές μέρες,
να πάρουν το φως απ το βλέμμα μας,
να πάρουν το φως του κόσμου.
Τα ζητούσαμε όλα και τώρα θέλουμε
μόνο λίγο αύριο για να χωρέσει η ανάσα μας,
για να βρεθούμε πάλι σε μια αγκαλιά,
λίγο αύριο που να διώξει όλες τις
μοναξιες και τα χέρια μας ν’ απλωθούν
σα βροχή να χωρέσουν έναν κόσμο.
Τώρα που είδαμε την καταιγίδα
στα σταυροδρόμια του κόσμου, θα νικήσουμε
το λίγο, την ανυπαρξία του χώρου μεταξύ μας,
κι απ τις φωτιές να δούμε μια άλλη γη
γεμάτη αγριολούλουδα.

_________________

Καθόμαστε σκεφτικοί,
κουβαλώντας ένα κομμάτι της
νύχτας στους ώμους μας.
Μιλάμε, μέχρι το φως να χαθεί,
για την άγνοια της ματαιότητας,
τις αποδείξεις της αγάπης, για
τα πάθη που δε νικήσαμε.
Είναι κι εκείνη η ερώτηση που
πλανιέται σαν απειλή κάτω απ το
φως, ξεπερνώντας το ανάστημα μας,
πως μας ξέφυγε ο χρόνος.
Κι όλο θέλαμε να γίνουμε καλύτεροι
κι όλο μας προλάβαινε ο χειμώνας,
θύματα μιας ατέλειωτης ψευδαίσθησης
υπήρξαμε, μπορούσαμε, αλλά δεν πραξαμε.
Ξέραμε τους δρόμους, αλλά τους χάσαμε,
και σαπιζαν τα σχοινιά που κρατούσαν
τα όνειρα, κι η λάσπη που ήρθε εξαφάνισε
το άλλοθι μας,
Συντηρούμαστε απ τον ήλιο και
παγιδευτήκαμε στο σκοτάδι, κάτι υπήρξαμε
και πια δεν είμαστε.
Αν μαντέψουμε τη βροχή, αν σβήσει
την παλιά ταυτότητα των “θέλω” μας….
μακρύς ο δρόμος απ την επιθυμία στην πράξη,
δυνατή κι η βροχή για να ξαναβρούμε
τη φωνή μας.
Ανεξάντλητα όμως τα κοιτάσματα του χρόνου,
ας κρατήσουμε σφιχτά το τελευταίο
φως, μ αυτό θ ανοίξει ο θόλος τ ουρανού.

______________________

Νόμισες τάχα τόσο σοβαρη
υπόθεση είναι η ζωή.
Είναι μικρά καθημερινά θαύματα,
που αν κρατάς τα μάτια ανοιχτά,
θα δεις να σ αγκαλιάζουν.
Είναι λίγη αρμύρα, ένα κομμάτι ξαστερος
ουρανός, ένα χαμόγελο ολο φως.
Είναι να βάφεις στα χρώματα της αυγής
την ελπίδα και στα μενεξελια του δειλινου,
τα όνειρα.
Είναι τ αστέρια που τις νύχτες χαμηλώνουν
για να φωτίσουν τη λύπη σου.
Είναι το δάκρυ κι η χαρά μαζί,
έτσι που να μπερδεύονται και κανένα
να μην κρατάει πολύ.
Είναι αγάπη, μια σπατάλη αγάπης όλη
η ζήση μας, να τη χαρίζεις απλόχερα
κι αυτή να γυρίζει πάλι σε σένα.
Είναι δύο χέρια που ξέρουν καλά
να κεντουν την τέχνη της καλοσύνης,
είναι το αύριο
που ξημερώνει, κουβαλώντας την έκπληξη,
το απρόβλεπτο, είναι η μαγεία και ενα
ασταμάτητο ψιλόβροχο μικρών θαυμάτων.

___________________

Πόρτες σφαλισμενες στο
χρόνο, στη ζωή, στις φωνές.
Πως έγιναν όλα βιαστικά
παρελθόν…
Μόνο οι μνήμες ακόμα ζωντανές,
αφημενες στου ήλιου το φως,
να σεργιανούν νύχτα μέρα
απ τα ντουβάρια στα κλειστά παράθυρα.
Τι πληγωνει το χρόνο περισσότερο?
Η σιωπή που απλώνεται,
η ή νοσταλγία που ντύνει τις μνήμες?
Πονάει αυτό που αφήνεις και κλεινοντας
την πόρτα κρατά κομμάτια ζωής,
πονάει το κενο που δεν γεμίζει κι οι
στιγμές που περιπλανιώνται σε αέναο
ταξίδι.
Πονάει η σιωπή που τα βράδια ακούγονται
παντού οι κραυγές της, πονάει το χθες
που βαραίνει περισσότερο απ το τώρα.
Ίσως ακόμα να πονάει ο γυρισμός στο
βουβό κομμάτι της ζωής κι ο χρονος
που μετριέται με μνήμες της ματαιοτητας.
Ίσως και το φως που χτυπάει τα συναισθήματα
και παραπέμπει σε μια ξένοιαστη εποχή .
Πονάνε όλα εκείνα που δε θα γυρίσουν
ποτέ πίσω

____________

 

Όλα φωνάζουν Άνοιξη, όλα έχουν
αφεθεί στο ανελέητο φως της,
της ομορφιάς το απλησίαστο,
έσπασε όλες τις σιωπες του χειμώνα.
Κράτησε τα σημάδια κι άνοιξε φτερά,
να πετάξεις να μη χάσεις ούτε μια
στιγμή, δεν ξέρεις πόσος δρόμος ειν’ ακόμα,
επειδή ο χρόνος έχει αθωωθει,
δεν ξέρεις πόσο θ αργήσει η επόμενη Άνοιξη.

_______________________

 

Μέσα απ όλες τις μοναξιες
ένας ήλιος θα φανεί, να
φωτίσει με μεγαλοπρεπεια
όλες τις σκιές, να περάσει από μνήμες
κι απ του φόβου τα δίχτυα.
Να ρίξει φως σ αυτό που λες παρόν και
ν’ αφήσει ξεχασμένο το χθες.
Ν ακουμπήσει απαλά σε πληγές
και να ξεκινήσει της ζωής το πανηγύρι.
Ένας ηλιός ζεστός είναι το μυστικο
της κάθε αυγής, όσο μόνος κι αν είσαι.
Θα σταθεί ψηλά για να μην του ξεφύγει
ούτε ένα παράπονο, ούτε το πιο διάφανο δάκρυ.

____________________

Μείναμε μόνοι και τώρα μας παιδευουν
οι μνήμες, κάποιες φωτογραφίες
με χαμόγελα που πάγωσαν στο χρόνο,
κάποια γράμματα που ποτέ δε γράψαμε
τον παραλήπτη, μια άνοιξη που ήρθε
τόσο θλιμμένη, σα να ορκίστηκε
χειμώνα στις μέρες της.
Η ελπίδα ριζωσε για τα καλά στις ζωές μας,
και στα δωμάτια που ξαναγεννιόμαστε,
κρύβουμε τα παλιά σφάλματα, έτσι για να
μη χάσουμε μια ακόμα ευκαιρία ν’ αλλάξουμε.
Ονειρευομαστε, μα δεν πιστεύουμε πολύ,
τι να τα κάνεις τα όνειρα χωρίς πίστη?
απλές ζωγραφιές γίνονται στα
υγρά βλέμματα.
Είναι κι εκείνες οι ευωδιές των κήπων,
που φέρνουν τόσα ερωτήματα,
που ζωντανεύουν ξανά
τόσα ανείπωτα λόγια, χρεωμενοι
με ένα αμαρτωλό χθες ζούμε,
γυροφέρνουμε το πεπρωμένο στις κάμαρες
που εξαντλείται η αιωνιότητα.
Προλαβαίνουμε ακόμα, μέσα απ τις
χαμένες εξεγέρσεις μας να βρούμε τον
άλλο μας εαυτό, μέσα απ τις ατέλειωτες
νύχτες, να δούμε το παιδικό φεγγάρι.
Αποδημητικά πουλιά είμαστε, που περνάμε
απ τη φευγαλέα στιγμή στην αιωνιότητα,
σπαταλωντας όλα τα φλουριά
μιας πολύτιμης ζωής.

____________________

Σε κάθε δειλινό βρισκει
καταφύγιο η νοσταλγία,
οι λέξεις που κρεμαστηκαν
απ τα χείλη, τα χρόνια που
γέμισαν λυπη γιατί δεν τα ζήσαμε.
Τα δάκρυα βάφονται στα χρώματα του,
είναι η μετάνοια για τη ματαιοτητα,
για τη ζωή που αφήσαμε στη δινη
του φόβου.
Το δειλινο κρατάει πάντα μια θλίψη,
για τα μεγάλα όνειρα που δεν χώρεσαν
στις μικρές μέρες μας, μα πως ν’
αγκαλιάσεις τους εφιάλτες, πως
να κρύψεις νότες απ τη μουσική
της καρδιάς?
Πως να παραδώσεις στη δύση τις
ανεξοφλητες μέρες σου, τη λαχτάρα
να προλάβεις λίγη ακόμα ζωή?

_________

Μπερδεύτηκαν οι πυξιδες,
τα όνειρα φτερούγισαν, κι
εσύ στάθηκες τρομαγμένος
στη λάμψη του κεραυνού.
Πόσα πιο δύσκολα πέρασες, ήδη
το χεις ξεχάσει, οι φουρτούνες
που πάλευες σ ακυβέρνητο καράβι,
οι άνεμοι που φυσούσαν με λύσσα
και παρασερναν στο πέρασμα τους
κάθε ελπίδα, τίποτε δε θυμάσαι.
Μία καταιγίδα ακόμα, θα ζυγίσεις τα φτερά
και θα πετάξεις ξανά σε καθαρό ουρανό,
μονο να μου κρατάς το χέρι, στις μπόρες
θες την αγάπη, να μείνεις άνθρωπος, να
μη νικήσει ο φόβος, ούτε το” εγώ”.
Όταν θα βγεις στο ξεφωτο να μπορείς
να με κοιτάς στα μάτια, με την ανθρωπιά
που φτιάχτηκε ο πηλός σου, κάτι σίγουρα
θα χει αλλάξει, αλλά θα μπορείς να
καμαρώνεις, πάλι κάτι διακινδύνευσες.
Μιά δυνατή καταιγίδα οι μέρες μας, κι εσύ
θα βρεις τώρα, μες το σκοτάδι ότι δεν
κυνήγησες στο φως, ένα ανεξιχνίαστα όνειρο
είναι οι καιροί μας και θα φύγουμε απ
αυτό, μόνο για να αγκαλιαστούμε,
μονο με τις “λέξεις” της σιωπής.
Όλα θα γίνουν, όσα καρτεράς, αρκεί
να μη νικήσει ο φόβος.

______________________

Τα κύματα αφριζαν ο ανεμος
λυσομανουσε, φοβηθηκες,
ν αγκαλιαστουμε να μη σκορπίσουν τα όνειρα
να μη χαθούν οι σκέψεις μας.
Τα χρωματα άλλαζαν, ο άνεμος αγριευε
Δεν κινδυνεύει η αγάπη απ την πνοη
του , απ την παγωμενη καρδιά πεθαινει,
απ τα δάκρυα του ουρανού λιώνει.
Απ τα μαύρα σύννεφα που μαζεύουν βροχή
μπορεί να σκορπίσει
Μη φοβάσαι τον άνεμο, τη ροτα που αλλάζει να προσέχεις, τα κρυμμένα βράχια στα σκοτεινά νερά να αποφεύγεις.
Μία πορεία που θέλει πυξίδα ειν η αγάπη,
αλλοίμονο αν χάσεις το δρόμο.

Ήρθε ίσως ο καιρός να μάθουμε ν’ αγαπάμε.

__________________________

 

 

Ίσως ευθύνεται το βλέμμα
μας που δεν χανοταν όσο
μακριά θα πρεπε, στα όρια
του πόνου και της ανθρωπιάς,
μπορεί και τα χέρια μας που δεν
απλώθηκαν στην ανάγκη και δεν είχαν
πάνω τους κεντημένη την τέχνη της καλοσύνης.
Η απόδειξη της αγάπης ήταν πολύ κοντά,
την κουβαλούσαμε στους ώμους, σαν
πληγωμένο στρατιώτη.
Κι ήρθαμε να σωθούμε με την ποίηση,
όμως δε γίνεται, οι στίχοι είναι γεματοι δάκρυα, οι ποιητές δε μπορούν
μόνοι τους να σπαταλησουν το φως
στις διψασμένες μέρες.
Μπροστά στη θάλασσα, κάποιο πρωί
θα ζητήσουμε την αθώωση, θα
χρειαστούμε λέξεις σωτηρίας, για να
έχουμε ένα άλλοθι, γιατί πλέον
δε θα είμαστε για τίποτε σίγουροι, παρά
μόνο για το χρόνο που σπαταλήσαμε,
στο εφήμερο και ανούσιο.
Τότε μ’ άλλα μάτια θα σταθούμε
απέναντι στη ζωή, μακριά απ τους
μεγάλους θορύβους, με θέα στο
αμίλητο, γνώστες πιά… πάνω στο
κύμα η ζωή κι ο θάνατος. 

——————————–

Όλοι βρισκόμαστε εδώ,
στην άκρη του χρόνου, τρομαγμενα
πουλιά που κρύφτηκαν απ
τη λάμψη του κεραυνού.
Ο ήλιος χωρά μόνο απ τα θολά τζάμια,
ο αέρας περνά με δυσκολία απ τους
δρόμους των ονείρων κι η σκέψη
μας πλανιέται στην ομίχλη.
Εκεί έξω να κοιτάξουμε, εκεί που
καταρρακώσαμε την ανθρωπιά, στους
δρόμους της πείνας και του πόνου.
Άνθρωποι που περιφερουν τη ζωή τους
στα αζήτητα, που τρέμουν πια το φως
και την αυγή, εκεί που η ελπίδα έχει
αφήσει την τελευταία της πνοή.
Κάτω απ το βλέμμα τ ουρανού, κάποιοι
δεν περιμένουν το αύριο, δεν ξέρουν
ούτε το σήμερα, και να σκεφτείς είναι
ότι εσύ κι εγώ, μόνο που δακρύζουν
κάτω απ τ’ αστέρια.
Σαν τα τρελά πουλιά τούτος ο κόσμος,
δεν ξέρει πια που πάει, κάποιοι τριγυρνούν
με το πεταμένο ρούχο του εαυτού τους,
στους άδειους δρόμους της μοναξιάς.
Συρρικνωμένα πρόσωπα, χέρια που
ψηλαφούν το κενό κι εμεις
που διχοτομήσαμε τη φωνή τους.
Τα ίχνη μας πάνω στην άμμο γρήγορα
θα σβηστούν, η ανθρωπιά όμως, στο
χέρι που θ απλώσουμε, αντέχει στο χρόνο
κι ίσως, ποιος ξέρει, αυτή να ναι κι
μεγάλη στροφή απ τα σκοτάδια
αυτού του παραλόγου κόσμου.

_________________

Σε μια σκέψη έλιωσαν οι
μνημες, άναψαν τα σκοτάδια
να σκεπάσουν το ψέμα.
Δύσκολα κρατιούνται τ ακριβά,
στους πάγκους ξεπουληθηκε η αγάπη,
η αλήθεια… φτηνή πραμάτεια
Αναψαν όλα τα φώτα, πανηγύρι η ζωή
κι εσύ στην αιχμαλωσία της σιωπής,
στέκεσαι στην άκρη, εκεί που παραμονεύει
η στιγμή, αυτή που ραγιζει το ψέμα.
Ανεξίθρησκος αγγελος, σήκωσε τη ρομφαία,
στο κατώφλι της μετανοίας θα τρέξεις,
μα δεν μπορείς να εξαργυρωσεις με μια
σταγόνα αληθειας, το άσκοπο.
Βγήκε το ουράνιο τόξο, η ελπίδα της μέρας,
η υπόσχεση της καταιγίδας στο φως,
ίσως σ αυτό να κρυφτείς, να σκεπάσει
τα σκοτάδια της ψυχής σου, η μόνη σου
ελπίδα.

______________________

Όλοι βρισκόμαστε εδώ,
στην άκρη του χρόνου, τρομαγμενα
πουλιά που κρύφτηκαν απ
τη λάμψη του κεραυνού.
Ο ήλιος χωρά μόνο απ τα θολά τζάμια,
ο αέρας περνά με δυσκολία απ τους
δρόμους των ονείρων κι η σκέψη
μας πλανιέται στην ομίχλη.
Εκεί έξω να κοιτάξουμε, εκεί που
καταρρακώσαμε την ανθρωπιά, στους
δρόμους της πείνας και του πόνου.
Άνθρωποι που περιφερουν τη ζωή τους
στα αζήτητα, που τρέμουν πια το φως
και την αυγή, εκεί που η ελπίδα έχει
αφήσει την τελευταία της πνοή.
Κάτω απ το βλέμμα τ ουρανού, κάποιοι
δεν περιμένουν το αύριο, δεν ξέρουν
ούτε το σήμερα, και να σκεφτείς είναι
ότι εσύ κι εγώ, μόνο που δακρύζουν
κάτω απ τ’ αστέρια.
Σαν τα τρελά πουλιά τούτος ο κόσμος,
δεν ξέρει πια που πάει, κάποιοι τριγυρνούν
με το πεταμένο ρούχο του εαυτού τους,
στους άδειους δρόμους της μοναξιάς.
Συρρικνωμένα πρόσωπα, χέρια που
ψηλαφούν το κενό κι εμεις
που διχοτομήσαμε τη φωνή τους.
Τα ίχνη μας πάνω στην άμμο γρήγορα
θα σβηστούν, η ανθρωπιά όμως, στο
χέρι που θ απλώσουμε, αντέχει στο χρόνο
κι ίσως, ποιος ξέρει, αυτή να ναι κι
μεγάλη στροφή απ τα σκοτάδια
αυτού του παραλόγου κόσμου

_________________________

 άδεια χέρια δάκρυσε
η ψυχή σου, σ άδεια χέρια
αποκοιμήθηκαν τα όνειρα,
σ έναν ύπνο βαθύ, που ξεγελούσε το θάνατο.
Γυμνά χέρια παντού, αναβάλουν τη ζωή,
κάνουν ναυάγιο τις στιγμές, σε ραγιζουν
και κρύβουν το θεό.
Άδεια χέρια, σαν πονεμένη πορεία, η
αποδοχή της τραγικότητας.
Στο αύριο η ελπίδα, στο αύριο το φως,
πόσο μακριά είναι ρωτάς…
Μία μέρα μόνο, ίσως και μια αιωνιότητα
να φαντάζει, το σίγουρο είναι πως θα ρθει,
κι εσύ θα στέκεσαι εκεί, διαφορετικός
πια.
Ισως γιατί η τωρινή μοναξιά
πέρασε τα σύνορα του αχώρητου, ίσως
γιατί κοίταξες πιο χαμηλά κι είδες τα μικρά,
αυτά που πέταξες όταν άρχισες
να κυνηγάς τις χίμαιρες.
Γιατί νοστάλγησες εκείνο το απαλό
αεράκι που περνάει απ τις φυλλωσιές
της ελπίδας, γιατί η αγκαλιά που τώρα στερείσαι,
ξέρεις ότι μπορεί να χωρέσει
όλο τον πόνο και τα δάκρυα.
Ίσως γιατί χρεωθηκες τόση παγωνιά…και
ζητάς το πιο πολύτιμο… μιαν αγάπη
να σκεπασεις τις πληγές, υψωμένη
πάνω απ’ το εφήμερο, απεριόριστη
σε χρόνο.

___________________

Έσβησε το φεγγάρι ν’ ανάψει ο ήλιος,
να πετάξουμε από πάνω μας όλη τη μοναξιά,
με άλλα μάτια να δούμε τη ζωή
με καινούργιο, άφθαρτο φως να
λάμψουν οι στιγμές μας.
Είναι ο ήλιος που με τοσο
αλαζονικό τρόπο παίρνει τα σκοτάδια,
που με τόσο θράσος ξεπερνάει τα σύννεφα,
για να μπει σ όλες τις ρωγμές της ζωής μας.
Να ρίξει άπλετο φως, να μην παραπονιομαστε
πια, ν’αγαπησουμε απ την αρχή και
να συγχωρήσουμε, να μην βρίσκουμε δικαιολογια
για τα δικά μας σκοτάδια.

_________________

Ανυπεράσπιστοι του χρόνου
και εγκαταλελειμμένοι των
δρόμων είμαστε.
Εδώ στο τοπίο που τα χέρια μας
λιώνουν στη βροχή, ψάχνοντας την
Άνοιξη στα ασφοδελιά μονοπάτια της
ομίχλης, βρήκαμε το μεγάλο άλλοθι…
“η αγάπη μας για όλα”, αυτή φταίει.
Για το μαρτύριο μας, για την ατελείωτη
περιπλάνηση μας, για τις μάχες της νύχτας που μας οδήγησαν στη μεγάλη ήττα,
όταν ακόμα ο χρόνος ήταν εκκλησιά.
Δε σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή,
πόσο πολύτιμες ήταν οι μέρες, ότι η νιότη
μας δε θα ξαναγυρνούσε, γιατί απλά
δεν γεννιομαστε απ την αρχή.
Δώσαμε σημασία σ αυτά που πέθαιναν
γρήγορα την ψυχή μας, κι ούτε λόγος
για μια ματιά στα φωτισμένα παράθυρα,
που πίσω τους κάποιος ζωγράφιζε τους δρόμους της αθωότητας.
Ούτε κουβέντα για τα Κυριακάτικα
θλιμμένα βλέμματα, που θα μπορούσε να χωρέσει η ανθρωπιά, γιατί δε θυμόμαστε,
ότι η αλλαγή κι αγάπη έρχονται μέσα
απ τον πόνο.
Απλά σκεφτόμαστε… απλά θυμόμαστε.. κι
οι λέξεις μας σα μεγάλες προδοσίες.
Πίσω απ τα κλειστά τζάμια υπάρχουν
δάκρυα, σαν ατελείωτη θλίψη, υπάρχουν
εφιάλτες, μα μέσα απ αυτούς βρίσκεται
πάντα ο δρόμος για την αλήθεια. (Ν. Φ)

Η δική μας διάρκεια κι η δική μας θέση,
με τη δύναμη του ανέμου, αναστρεφουν
την ψυχή.

_____________________

Η θάλασσα κι η λύπη χωρούν
παντού, αλλάζουν σχήμα στα βράχια
και στις πλαγιές της ψυχής.
Κι εσύ ακόμα αναρωτιέσαι πως
απλώθηκε τόση ησυχία στη μέρα,
πως η νύχτα έγινε μεγαλύτερη, γιατί
ερήμωσαν οι δρόμοι κι ούτε μια
παιδική φωνή δε ραγιζει τον ήχο της σιωπής.
Η μοναξιά ξεχείλισε από παντού, όσο
καλά κι αν την κρυβαμε κάτω απ τα ψεύτικα
γέλια μας, και την κακοφτειαγμένη εικονα
της χαράς μας, βρήκε εκείνα τα
αφυλαχτα μονοπάτια που αφήσαμε και
σκέπασε τις στιγμές μας.
Η σκιά της πλανιόταν χρόνια τώρα
στις ζωές μας, απλά τη μνημονεύαμε με τις
λέξεις μας, νικημένοι, ανοίγαμε ασταμάτητα
τις πόρτες και βγαίναμε απ την αλήθεια..
Σταθήκαμε στο σκοτάδι θέλοντας να μάθουμε
πόση μοναξιά αντέχουμε, μας νίκησε μες
την οικειότητα της Άνοιξης,.
Ίσως πολύ έρημοι για να κυνηγήσουμε
τη λήθη, πολύ ανυπεράσπιστοι για να
ξεφύγουμε.
Εκείνα τα ρολόγια που έχουν σταματήσει
στην ώρα της αλήθειας ίσως χτυπήσουν ξανά,
Θ ακουστούν απ τους σταθμούς και τότε
ας μην αφήσουμε τα ανούσια λόγια
να παραπλανησουν το ανειπωτο,
ας μη ναυαγησουμε άλλο, να μας βρει πια
η καινούργια αυγή αθώους, έτοιμους για το φως.

______________________________

Ξέσπασε η καταιγιδα πάλι,
μα εγώ θα δραπετεύσω απ
τα σύννεφα και το γκρίζο
που χρόνια με φυλακιζετε.
Αυτό που ορίσατε για μένα δεν είναι το
χρώμα που θα βάψω τις στιγμές μου,
εγώ είμαι μια ονειροπόλος που στέκομαι
στην άκρη της πόλης και περιμένω
κάθε πρωί να ακολουθήσω την πορεία
του ήλιου.
Φτειαξατε έναν κόσμο μέσα στο μαύρο
και τη βροχή όμως εγώ βλέπω
στις γωνιές των κήπων ανθισμένα
λουλούδια, στους δρόμους πέφτει
ήλιος πάνω στα βήματα μου, και λίγο
πιο πέρα έχει ολανθιστα περιβόλια που
μοσχοβολά η χαρά κι η δύναμη της ψυχής.
Προσπαθειτε να ξεφύγει η αιωνιότητα
και να περάσει απαρατήρητη, με εκτελείτε
κάθε που σκέφτεστε να αλλάξατε πορεία
στον κόσμο.
Μάρτυρες μου όλες οι νύχτες της γης,
ότι όταν έρχονται οι καταιγίδες
εγώ δραπετευω εκεί στην άκρη του κήπου,
που ο Θεός έχει ορίσει για μένα, που
δεν σκύβω το κεφάλι, παρά μόνο
για να προσκυνησω την ομορφιά.
Δε θα με “αντικαταστήσετε”, ούτε
θα κρατήσω την ταυτότητα που εσείς θέλετε,
όσο ακόμα ανθίζουν τα δέντρα, όσο
τα πουλιά βρίσκουν ουρανό κι όσο
η μυρωδιά των λουλουδιών ξεφεύγει
απ τα μικρά σύνορα της δικής μου ζωής.
Όσο θ ακούγεται ένα τραγούδι κι οι
νυχτοφύλακες της ζωής παραμένουν
άγρυπνοι, θα βρίσκω πάντα δρόμο
ανάμεσα σε ξαστερο ουρανό.

______________________

Η αγάπη δεν είναι αφηρημένη έννοια,
έχει πρόσωπο, έχει χρώμα.
Εμφανίζεται σ ένα χαμόγελο, σ ένα
άγγιγμα, στην ανάγκη της κάθε ψυχής
που θέλει να τη νοιώσει.
Η αγάπη καρδιές ψάχνει,
δε ρωτάει πως και γιατί,
καρδιές καθαρές, έτοιμες ν’ απλωθούν
στον ήλιο.
Κι είναι και κάτι αδολες ψυχές που την
αναγνωρίζουν από μακριά, ίσως γιατί
μπορούν να τη χαρίζουν πιο απλόχερα
από κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

________________________________________

Γιορτάζεις λες, κι εγώ σου απαντώ,
σε μια μέρα, δε χωράει ο αγώνας μιας ζωής,
δε χωράει το θαύμα της μητρότητας,
ούτε ο ήλιος της αγάπης να φανεί.
Σε μια μέρα δεν ξεχωρίζουν
όλοι οι δύσκολοι δρόμοι που περπατάς
για να λέγεσαι μάννα, γυναίκα, άνθρωπος.
Μία μέρα δε φτάνει για να μετρήσει
τα λόγια σου, τις μάχες που δίνεις
κάθε στιγμή χωρίς ανταλλάγματα,
το γλυκό και τρυφερό λόγο που χαρίζεις
για να γιατρέψεις πληγές.
Στα χέρια σου κεντημένη η καλοσύνη
κι η ψυχή σου αντέχει τις συννεφιες
με χαμόγελα, τα βράδια ανοίγεις φτερά,
φύλακας άγγελος για ότι αγαπάς κι
αφήνεις στις διαδρομές του προσώπου σου,
να τρέξει η αλμύρα.
Η προσφορά μιας ζωής δε γιορτάζεται,
δε θέλει φωνές και θόρυβο, θέλει μόνο
βαθειά βλέμματα, σαν αυτά που φτάνουν
στην ψυχή, θέλει ένα ζεστό άγγιγμα
κι ένα χαμόγελο όλο ευγνωμοσύνη,
αυτή είναι η δική σου γιορτή, γιατί, τα
θαύματα δεν κάνουν ποτέ θόρυβο.

_______________________________________________

Ν αφήνεσαι στο ψιλόβροχο της χαράς,
ν’ ανοίγεις τα χέρια, και να μαζεύεις
όση ευτυχία μπορείς, οι μέρες μικρές
κι ο χρόνος λίγος.
Σ αυτό το παραμύθι της ζήσης, να κυνηγάς
τις ομορφιές, να ψάχνεις την αγάπη που..
κάποιες φορές θα μοιάζει με φεγγάρι
ξεχασμένο στον ουρανό της μέρας,
η με τον άνεμο που δε βλέπεις.
Εσύ όμως ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι,
ο χρόνος λατρεύει τους ονειροπόλους
και δεν τους συγχωρεί τα δάκρυα.
Τα όνειρα είναι τέχνη ακριβή, είναι
τέχνη που ξέρουν καλά τα παιδιά, γι αυτό…
ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

__________________________________________________

Ο, τι κι αν συμβαίνει ό,τι
κι αν σε πικραινει εσύ να
κρατάς γερά την ασπίδα της
αγάπης.
Ατρωτος δεν είσαι, αλλά οι πληγες
δε σκοτώνουν, απλά το άγρυπνο
ανάστημα σου, το αγκαλιάζει το φως.
Η αγάπη ξέρει καλά από αγρύπνιες,
από φωτιές κι απουσίες σαν λησμονημενα
ευαγγέλια.
Ξέρει να σου διδάξει τις σιωπες, αυτές,
που όταν ξυπνούν η κραυγή τους
αναστατώνει την αυγή, ξέρει να σου
μιλά, σα θεϊκή επιταγή, να σε τυλίγει
με αόρατες φλόγες και να θαμπώνει
τη μνήμη της νύχτας.
Να κρατάς γερά την ασπίδα της αγάπης,
να μη σε καταδιώκει το σκοτάδι,
ούτε να χάνεσαι στο αδράχτι του φόβου,
γιατί έχει τη δύναμη να ταράζει τις
επιθυμίες της ζωής.
Να ντύνεις το βλέμμα σου με φως κι ότι
γύρω σου κοιτάς να μοσχοβολά απ τ’
άρωμά της, να πιστεύεις, πως χωρίς ν’
απλώσεις τα χέρια μπορείς ν’ αγκαλιάσεις
όλον τον κόσμο.
Να μη δακρύζεις, γιατι το δάκρυ είναι
η μελαγχολία της αγάπης, κι ο φόβος
που επιστρέφει σαν τον Εφιάλτη απ το
κρυφό μονοπάτι.
Ν αγαπάς, μ όλη σου τη δύναμη, ότι βλέπεις
κι ότι σε περιβάλλει, για να μπορείς να
ψηλαφιζεις με πάθος τις στιγμές σου,
για να μπορούν να ονειρεύονται οι λέξεις σου. 

_____________________________

Οι μέρες μας έχουν πέσει
σε μια αιχμαλωσία, κι έτσι
μάθαμε πόσο δόλια λειτουργεί
η σιωπή.
Προχωράμε, ζωγραφίζοντας πάνω σε
τοίχους με χρώματα ένα αύριο,
το αύριο που ονειρευόμαστε,
ίσως και τα κάγκελα που φυλακισαν
τη σκέψη μας.
Πάντα ο φόβος παραμονεύει στους δρόμους
κι εμείς σκυμμένοι, κάτω απ τα φτερά
των πουλιών νομίζουμε θα πετάξουμε.
Απλοί ενοικιαστές σ έναν τόπο που τον
πονάμε και μας αρνιέται, γεμίζουμε τις
μέρες μας με λόγια παμπάλαια,
χιλιοειπωμένα, μα σκορπίζονται στον άνεμο.
Ακουμπάμε τις ζωές μας στη νύχτα,
και ξεχνάμε την ευλογία αυτών
που ανάβουν φωτιές,
μιλάμε με τις σκιές, κι η σιωπή των
πλανόδιων εμπόρων της εξουσίας,
ένας αιώνιος υπαινιγμός.
Όλα ίσως να μείνουν άγνωστα, κι εμείς
σκορπισμένοι σε σκοτεινή κατεύθυνση,
ψάχνοντας έναν τόπο άδειο
στις μέρες μας, να μείνουμε γαλήνιοι.
Γι’ αυτήν την πατρίδα σου μιλάω…

_____________________________

Εδώ τα καλοκαίρια της ζωής μου,
της μνήμης και της αλήθειας,
με ταξιδεύουν σε φιλόξενη θάλασσα.
Εδώ ρεμβαζουν οι αναμνήσεις, με
γαλημεμενο βλέμμα στη λιτανεια
των κυμάτων σου.
Στο τέρμα, εκεί μπροστά στη θάλασσα,
η ψυχή αγιάζει στο βαθύ σου μπλε.
Εσύ, ένα παράθυρο ανοιχτό, στον κόσμο
και στις μνήμες, εξαγνίζεις την ψυχή στη δίνη του νόστου.

________________________________

Μέσα σ ένα βλέμμα, μπορείς να δεις
όλη την ανεμελιά και την ευτυχία.
Δε θέλουμε κάτι άλλο, έχουμε τα απλά
και καθημερινά μας.

Η ευτυχία είναι το πιο απλό πράγμα,
Καλη σας μέρα!!!!

____________________________

Καθώς έρχεται το βράδυ
και το φως χωρίς καμία επιείκεια
λιγοστευει, πάντα αφήνω ένα παράθυρο ανοιχτό,
ίσως γιατί ελπίζω στη συμπόνια
της νύχτας, στις ευωδιές των κήπων
που σκεπάζουν τις πληγωμένες μνήμες.
Στέκομαι κι αγναντεύω τα καράβια
που περνούν φωτισμένα, γιατί με σώζουν
απ τη νοσταλγία, για κείνα τα πολύ
μακρινά που δεν έφτασα ποτέ.
Η μοναξιά της κάμαρας, οι ψίθυροι τ’
ουρανού και το φως του δειλινού,
συνθέτουν μια άλλη πραγματικότητα,
με φυγαδευουν απ’ τις θαμπές μέρες,
και νοιώθω σα να μπορώ να
διαπραγματευτώ το πεπρωμένο μου.
Η μακρινή μου νιότη επιστρέφει στο
μουντό δωμάτιο, βυθίζοντάς με στην
αυταπάτη, κι η τύχη με ξεγελά.
Κάποτε ακούω τη φωνή μου να χαράζει απαλά το σκοτάδι..
πως πέρασαν τα χρόνια,αυταπάτες της νόησης
που ανοίγουν παράθυρα στον κόσμο
κι ύστερα το σκοτάδι γίνεται πιο πυκνό.
Θ απολογηθώ κάποια στιγμή για τους λάθος δρόμους
που πήρα, ακόμα και για τα χρόνια
που θα ρθουν, αλλά πάντα κρατώντας
τη δυνατή ανάμνηση μιας παιδικότητας
που με αθώωνει για όλα όνειρα που άφησα
μισά.

_____________________________

Σαν αρχαίος διαβατης,
χάνομαι στ όνειρο και στην
ελπίδα, κάνουν τον κοσμο
να φαίνεται όμορφος, μα είναι
η μεγάλη παραπλάνηση των ημερών μου.
Τ όνειρο μ ανοίγει δρόμους, εκεί που
η καρδιά λυγίζει, η ελπίδα με πάει
μακριά κι ο στεναγμος μου, σα δακρυσμένη
προσευχή στο σύνορο του παραδείσου.
Όλα τα όμορφα τα κρατά ο ύπνος, μια
άλλη ζωή που δε μου δόθηκε, στιγμές
που από καιρό έχουν λησμονηθεί.
Οτι έζησα και ξέχασα, ότι με
προσπέρασε βιαστικά κι αυτοί οι
μεγάλοι αποχαιρετισμοί, πως ξεψυχούν
στο δρόμο των ονείρων..
Ένα ταξίδι κι ο ύπνος, ένα αληθινό ταξίδι
χωρίς το βάρος των αποσκευών,
χτίζω στιγμές λησμονιάς, βλέπω άγνωστους
τόπους, και δραπετευω απ τη θλίψη της
δημιουργίας.
Τα όνειρα κι η ελπίδα, το σιωπηλό αίνιγμα
αυτού του κόσμου, χωρίς λόγια, μόνο
με τη μαγεία της σιωπής.

___________________________

Όλη τη μέρα με κυκλώνουν
οι λέξεις, κάτι σπουδαίο
να φτιάξω μ αυτές, η έστω
να βρω μια φανταστική έξοδο,
να δραπετεύσω απ τις ώρες της
αιχμαλωσίας μου.
Όμως πάντα το δειλινό με βρίσκει
απροετοίμαστη όταν ξεσπά αυτή
η επανάσταση των χρωμάτων στον
ορίζοντα.
Κάποια κομμάτια απ’τ’ όνειρο αναζητώ,
ίσως, λίγο ακόμα χρόνο, απ τη χαμένη μου
παιδικότητα να ήταν το μεγάλο άλλοθι,
ή έστω το φως, στο βάθος της αβύσσου
Πέφτει η νύχτα κι έχω αργήσει,
ίσως μέσα απ τις λέξεις να βρω το δρόμο,
να ξανακερδίσω το χαμένο καιρό, ίσως
μέσα απ τις σκέψεις του χειμώνα να συνεχίσω,
μη με προλάβουν άλλες θύελλες.
Βραδιάζει γρήγορα και πρέπει να
διαβώ το δειλινό, πάλι μπορεί και να νικηθω
ποιός ξέρει;