ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΑΝΑΓΙΩΣΟΥΛΗΣ

Τα Αγγελούδια

Κάθε βράδυ ήταν η ίδια νύχτα, μας έφεγγε  το ίδιο χλωμό  φως, που δεν ήταν φεγγάρι, αλλά αιχμαλωτισμένος λαμπτήρας στο ίδιο δωμάτιο,  τα ίδια θρανία, στο ίδιο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας.  Όταν  γελούσε στα μάγουλά της δίπλα απ τα χείλη της σχηματιζόταν δυο λακκάκια, δεν ξεκολλούσα τα μάτια μου, πάνω της έκανα  όνειρά, ήταν ο ήλιος μου, τα χτυποκάρδια της καρδιάς ακουγόταν σε όλη την τάξη. Κοκκίνισα, σάστισα, μπερδεύτηκαν τα λόγια μου όταν βρεθήκαμε μόνοι στην αυλή, ήταν Ιούνιος κάναμε εξετάσεις. Ήταν η κοινωνία μου, ήταν τα πρώτα σκιρτήματα…

Αναπάντεχα  ήρθε ο κυκλώνας, δεν τον περίμενα,   ένα απότομο  φύσημα αέρος με πέταξε μακριά της, έτσι όπως συνεπαίρνει μια σκεπή τόσο μακριά ώστε δεν ξαναγύρισα. Μετά  έτρεχα να πιάσω την οπτασία της, δεν βαριέσαι η οπτασία χλόμιασε και χάθηκε στην απεραντοσύνη του σύμπαντος λες και ήταν το αστέρι της Αφροδίτης, αυτό που αν και από μακριά μου δώρισε  το χάρισμα να γνωρίσω αυτό που δεν πρόλαβα, την ηλιαχτίδα. 

Έτσι  βρήκα την ηλιαχτίδα της αγάπης  μες στην απλότητα,  αυτή  μου τάδωσε όλα, με άφησε να αισθανθώ την γλυκιά  αγαλλίαση, που φέρνει ο έρωτας…   Χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη συντροφιά της βροχής,  χόρτασε να χορεύουμε μαζί κάτω απ’ τα  τσίγκινα κεραμίδια ερωτευμένοι το χορό της αγάπης, χόρτασε η ψυχή μου  να στροβιλιζόμαστε  αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που  τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην στάχτη, αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα, οι στάλες   έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν ζαχαρωτά  αυτά που μας πέταγαν τα αγγελάκια της αγάπης… 

_______________________________________

Μαρκάτα, Δεκαετία 1940

Οι Δήμιοι  αποφάνθηκαν πρέπει να φύγει απ’ την Κεφαλονιά Δεν είναι ένας από εμάς, αυτός ξέρει γράμματα, ξέρει να διαβάζει, βρήκαμε αποδείξεις τα βιβλία του…

Ο πατέρας ξαπλωμένος στην κουκέτα βογκούσε από τους πόνους…

Τρέξε να πεις του γιατρού νάρθει γρήγορα, μούπε η μάνα…

Έφυγα τρέχοντας      

Μέσα στο δωμάτιο είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, άναψαν την λάμπα του ακάθαρτου πετρελαίου. Μια μαύρη καπνιά ανέβηκε ίσα στο ταβάνι, αφήνοντας πίσω της μια μυρωδιά καμένου πετρελαίου. 

Η μάνα έτρεξε στην κουζίνα κι έφερε  το λυχνάρι, έτσι θα έχει πιο πολύ φως ο γιατρός όταν θα έρθει, είπε.

Οι δυο φλόγες έλαμψαν στο σκοτάδι σαν δυο μάτια θεϊκά που κοίταζαν από ψηλά απορώντας για την ανθρώπινη κτηνωδία.

Ποδοβολητό αλόγου ακούστηκε.

Ο γιατρός, ο γιατρός, ανοίξτε δρόμο φώναξαν.

Οι χωριανοί που είχαν μαζευτεί στην είσοδο χωρίστηκαν στα δυο άνοιξαν στη μέση και πέρασε ο γιατρός όπως ο Μωυσής την ερυθρά θάλασσα.

Η μάνα γέμισε με νερό το κανάτι που ήταν στο λαβομάνο για να πλύνει τα χέρια του ο γιατρός.

-Πως τον βλέπεις γιατρέ θα ζήσει; Θα μπορεί να ταξιδέψει;

Ο γιατρός έβγαλε έναν αναστεναγμό και είπε:

-Τι να σας πω, ο Θεός είναι μεγάλος.

Έπλυνε τα χέρια του  με σαπούνι πράσινο στον λαβομάνο, τα στέγνωσε με πετσέτα που μύριζε λεβάντα κι έφυγε… 

Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα.   

Το άλογο ένα περήφανο κανελί χρώμα τραβούσε την άμαξα. Δυο τεράστιες ρόδες με σιδερένιο στεφάνι, με τις κόκκινες ακτίνες τους στερεωνόταν στον άξονα που μύριζε κατράμι. Μπροστά καθόταν ο καροτσέρης, πάνω στην καρότσα πέταξαν ένα αχυρένιο στρώμα, εκεί ξάπλωσαν τον πατέρα, η μάνα  κάθισε δίπλα του σε ένα ξύλινο κιβώτιο. Εγώ ακολουθούσα πηγαίναμε  στο λιμάνι της Αγίας Ευφημίας, η απόσταση περίπου 4 χιλιόμετρα.  Είχαμε μάθει ότι το καΐκι του Ζάβαλη θα περνούσε απέναντι στην Πελοπόννησο, μας  είχαν υποσχεθεί χώρο για ένα σώμα ακόμα.

Μια σανίδα  ένωνε το καΐκι με την στεριά, ο πατέρας  την πέρασε με τη βοήθεια του πληρώματος. Σωριάστηκε στο κατάστρωμα, εκεί κατάχαμα και ακούμπησε την πλάτη του στην κουπαστή.

Ξεχώριζε η σκούφια του και τα μαύρα γυαλιά του που φορούσε για να κρύψει το παραμορφωμένο από τις χτυπιές πρόσωπό του, χωρίς να κινείται, χωρίς ούτε ένα αντίο να μπορεί να φωνάξει.

Το καΐκι έβαλε μπρος καθώς   έπλεε προς τον προορισμό του, η ματιά της μάνας   έμεινε  καρφωμένη στο καΐκι που απομακρυνόταν μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα. 

Η μάνα μου κι εγώ καθόμαστε σαν μαρμαρωμένοι, ο ήλιος είχε πάρει την κατηφόρα προς την δύση, πάμε μάνα  πριν μας πιάσει το σκοτάδι ψιθύρισα. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού, τούτη τη φορά περπατώντας,

Σωτήριον έτος 1947………..  

 

Η άμμος και ο λύχνος:

Ένα κόκκινο όνειρo:

Κόκκινα φορούσε ο παπάς, κόκκινη ήταν και η νεκροφόρα, κόκκινο το φέρετρο,

κόκκινα φορούσαν οι πενθούντες.

Εγώ όταν είδα την κηδεία ν’ άρχετε καταπάνω μου έτρεξα και κρύφτηκα στο σπίτι.

Απ’ τα παντζούρια του παραθύρου, έβλεπα την κηδεία χωρίς αυτοί να με βλέπουν.

Φώναξα και τους άλλους να έρθουν να δουν, κανένας δεν ήρθε.

Περνώντας απ’ έξω οι πενθούντες μου έριχναν χούφτες άμμο.

Ένα τούβλο τόσο δα μικρό, πέρασε τον τοίχο κι έπεσε στα πόδια μου.

το σήκωσα στα χέρια μου, ήταν γεμάτο άμμο.

Αφού πέρασε η κηδεία βγήκα έξω στην αυλή, ο τοίχος του σπιτιού μου γεμάτος άμμο.

 Το  κορίτσι ανάλαφρα ανέβηκε στο πρεβάζι του παραθύρου κι ακόμα πιο πάνω

κι άρχισε να καθαρίζει την άμμο.

Της φώναξα να προσέχει, δεν με άκουσε, έπεσε όρθια μες την αυλή, απαλά ανάλαφρα σαν πουλί και στάθηκε δίπλα μου.Άρχισα να μαζεύω την άμμο, απ’ το παράθυρο του υπογείου που είχε καλυφθεί, την έβανα σε χάρτινα κουτιά από παπούτσια, μα ήταν τόση πολύ!

Απ’ την αυλή μου κοίταζα το δρόμο, το κορίτσι δίπλα μου ντυμένη στα γαλάζια,

κομψή όμορφη κοίταζε εμένα.

Ένιωθα ευτυχισμένος, δεν ξέρω γιατί;

«Δεν ήξερα ότι στις κηδείες πετούν άμμο;» της είπα.

Αυτή με κοίταξε, μου χαμογέλασε χωρίς ν’ απαντήσει.

Μετά ξύπνησα, είχα αποκοιμηθεί.

Σηκώθηκα, μηχανικά πήγα να βρέξω το πρόσωπό μου λίγο νερό.

Σταμάτησα, φοβήθηκα την κρυάδα του νερού.

Εις μάτην αναζήτησα τη γυναίκα.

Έψαξα στο βάθος της ψυχής μου, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω τ’ όνειρο.

Άρχισα να κλαίω, αισθανόμουν απελπιστικά μόνος.

Κοίταξα τα ερείπια του σπιτιού μου, στα Μαρκάτα Πυλάρου απ’ έξω στην αυλή κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρο του υπογείου αυτού που είχε καλυφθεί με άμμο, μια μισό-ξηραμένη τριανταφυλλιά άνθιζε λευκά τριαντάφυλλα σε χρώμα αγνότητας περιμένοντας τον γυρισμό μου, έμοιαζαν της κοπέλας, έσκυψα και τα φίλησα.

Άνοιξα την καταπακτή και κατέβηκα στο κατώι    τα πόδια μου μπερδεύτηκαν, τράβηξα το σύρμα ένα σκουριασμένο τσαλακωμένο λυχνάρι, ‘αυτό που ήταν παρών όταν γεννήθηκα,’ κειτόταν πεταμένο σε μια γωνιά μισό-σκεπασμένο με άμμο, έμοιαζε εμένα.

Γονάτισα, έχωσα τα χέρια μου στην άμμο, πήρα στα χέρια μου το λυχνάρι, το κοίταξα με λαχτάρα, άρχισα να μετρώ τις περιπέτειες της ζωής μου σε κόκκους, μέσα απ’ αυτούς φάνηκε το χρώμα της θάλασσας, έμοιαζε σα το ντυμένο στα γαλάζια κορίτσι, δάκρυσα για τα χαμένα όνειρα, κατάλαβα ότι είχα αργήσει, νικητής ήταν η φθορά του χρόνου…

________________________________________

Ο Πελαργός

Δεν θυμάμαι αν το έχω ξαναδημοσιεύει Είναι κάτι διαφορετικό

Καλοκαίρι στα Μαρκάτα Κεφαλονιάς είχα έρθει από Νέα Υόρκη όταν χτύπησε το τηλέφωνο, παραξενεύτηκα.

Από το ακουστικό ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, παραξενεύτηκα. ο Γαβριήλ είσαι;

Μα ναι, εγώ ο ίδιος.

Τότε άρχισε μια μακρά εξομολόγηση, θα πρέπει να με θυμάσαι είμαι η Μαρία Γ.., η αδελφή του Πέτρου η κόρη του Μανώλη, του Μπακάλη της γειτονιάς και συνέχισε σε θυμάμαι που είχες έλθει καινούργιος στην γειτονιά και ακουμπισμένος στον τοίχο έξω από το μπακάλικο – ταβέρνα του Ι. Τρίχα, -Θυμήθηκα ήταν εκεί όπου με έστειλε η θειά μου να αγοράσω ένα ροκέλο μαύρο κι έγινε ολόκληρο ζήτημα μέχρι να καταλάβουνε ότι ήταν κουβαρίστρα- να στέκεσαι με το ένα ποδάρι σηκωμένο να το πατάς προς τα πίσω πάνω στον κίτρινο χρωματισμένο τοίχο και να παρατηρείς χωρίς να μιλάς. Κάθε μέρα στην ίδια θέση.

Πράγματι ήμουν καινούργιο-φερμένος απ’ το χωριό στην Αθήνα χωρίς γνωριμίες, παρατηρούσα τους ανθρώπους της πόλης, μετρούσα τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν, μου έκαναν εντύπωση οι νοικοκυρές που πήγαιναν ταψιά στον φούρνο για ψήσιμο, (τότε τα σπίτια δεν είχαν φούρνους παρά γκαζιέρα.) ήμουν ντυμένος με κοντά παντελονάκια, μένοντας ακριβώς απέναντι σ’ ένα ημιυπόγειο μαζί με την θεια μου.

Η σκηνή στην οδό Ηρακλέους και Μεγίστης στην Καλλιθέα, εποχή της αθωότητας άνοιξη του 1949. Η φωνή εξακολουθούσε απ’ το τηλέφωνο: Εγώ σε παρατηρούσα χωρίς να σε ξέρω, ίσως να έπλαθα και όνειρα σε είχα βαφτίσει ο Πελαργός μου και μετά μια μέρα έτσι απότομα εξαφανίστηκες. Τώρα μένω στην Κερατέα κι άρχισε να μου εξιστορεί την ιστορία της οικογενείας της, ότι ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες το πως βρέθηκαν στην Καλλιθέα.

Η αλήθεια είναι ότι την θυμήθηκα, αλλά έπεσα απ’ τα σύννεφα το πως με βρήκε. Την ρώτησα από περιέργεια, μετά από τόσα χρόνια πως με βρήκες; Που ξέρεις ότι είμαι εδώ στην Κεφαλονιά; Εκεί πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε πάλι να εξιστορεί: θυμάσαι τον αδελφό μου Πέτρο πέθανε, στα υπάρχοντα του που είχε αφήσει υπήρχε ένα βιβλίο δικό σου το Αχ Νάξερα το οποίο πήρα εγώ και το διάβασα, με μιας σε ξανάφερα μπροστά μου στην παιδική μου ηλικία αυτή που ήταν γεμάτη όνειρα, εσένα τον Πελαργό μου έτσι όπως σε είχα βαφτίσει έλυσα το Αίνιγμα της εξαφάνισης σου, πάνω στο βιβλίο σου ήταν γραμμένο το τηλέφωνό σου, έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω και πέτυχα.

Τι να πω το ότι ήταν απίστευτο, μετά από τόσα πολλά χρόνια, οι παιδικές αναμνήσεις δεν σβήνουν, όχι μόνο οι δικές μου αλλά και όλων των ανθρώπων πάντως για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη ίσως και μια ρομαντική επαναφορά, της πέτρινης εποχής ναι μεν τότε τα χρόνια ήταν δύσκολα αλλά ήταν χρωματισμένα με τα χρώματα της νιότης της άγνοιας, του ρομαντισμού, της αθωότητας, της φαντασίας και των πολύχρωμων ονείρων, από αυτά που πολύ δύσκολα πραγματοποιούνται.

 

__________________________________

Το Λιτρουβιό

Είχε   ένα χρώμα βυσσινί- μωβ κάτι προς το μαύρο  και μια παράξενη μυρωδιά, ήταν μια από τις φλέβες όπου κυκλοφορούσε το λιόζουμο του κατηφορικού μονοπατιού αυτό που χρωμάτιζε με μοναδικό τρόπο τα χαλίκια και τις πέτρες. Ακολουθώντας  το σε έφερνε στην πηγή εκεί όπου χτύπαγε η καρδιά της ζωής, μιας ζωής ανθρώπων αυτών που εργαζόταν νυχθημερόν στο λιτρουβιό  του Αγίου Σπυρίδωνα στο διπλανό χωριό τα Βαλλιανάτα. .  Μια εποχή που συνέθλιβαν τις ελιές δυο κυλινδρικά λιθάρια που τα γύριζε ένα άλογο, γινόταν πολτός έμπαινε σε τσόλια τα δίπλωναν,  τα έβαναν το ένα πάνω στο άλλο και τα έστυβαν με μια χειροκίνητη πρέσα. Το λάδι έτρεχε μαζί με το λιόζουμο στο ποδόχι, από εκεί το μετέφεραν σε ασκιά από τομάρι γίδας στις πλάτες οι λιτρουβιαρέοι στα σπίτια των νοικοκυραίων όπου το αποθήκευαν συνήθως σε πιθάρια πήλινα, σαν αυτό που είχε ο Διογένης.

Το δε λιόζουμο χυνόταν στις άκρες του χωματένιου δρόμου σχηματίζοντας μαύρες ρυτίδες που μύριζαν μούχλα. Η φωτιά πάντοτε σε έξαψη εκεί σε μια άκρη του λιτρουβιού όπου την τροφοδοτούσαν με λιοκόκκια, πάνω στην πυροστιά έβραζε καζάνι με νερό όπου το έχυναν πάνω στα τσόλια με τον πολτό πριν το δεύτερο στύψιμο με την πρέσα. Λυχνάρια από δω κι από εκεί κρεμασμένα στον τοίχο έδιναν ένα ημίφως όπου με το ζόρι μπορούσες να διακρίνεις τις κινούμενες οπτασίες των εργατών, μα και την αναπνοή του αλόγου…

Πιτσιρικάς παρακολουθούσα την κίνηση πάντοτε νύχτα συνήθως χαράματα, η ευτυχία μου αν είχα καμιά φέτα ψωμί, έστω και μπομπότα να την πυρώσω στην φωτιά και να την βουτήξω στο λάδι, αυτό το παρθένο προϊόν που με έπιανε στο λαιμό να με πνίξει από την δύναμη της αγνότητάς του. Όπως κάθε ανέγγιχτο παρθένο πνίγει με την ανυπομονησία της πρώτης δοκιμής.

Ένας κόσμος αγνός αλλά και σκληρός, ωμός, σα να ζούσαμε σε μια εποχή χιλιάδες χρόνια πριν, ίσως την του Οδυσσέα, μα το κυριότερο χωρίς σκουπίδια.

Κόσμος ξεκομμένος από παραισθήσεις, γεμάτος όμως όνειρα για εμάς τους μικρούς, σαν τα παραμύθια αυτά που διαβάζαμε στο χίλιες και μια νύχτα όπου περιμέναμε να βγει κανένα Τζιν σαν καπνός από μια μπουκάλα ή  κολοκύθα αυτή που έπιναν κρασί οι εργάτες να μας ρωτήσει τι θέλουμε ώστε να ικανοποιήσει κάθε μας επιθυμία…

Δεν βαριέσαι,  ποτέ δεν φάνηκε καπνός ο μόνος ήταν από τα λιοκόκκια όπου έκανε τα μάτια μας να τρέχουν δάκρυα…

Σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του λιτρουβιού  παρατημένα στο έλεος του καιρού, μέχρι και αυτά να πέσουν να χαθούν από το βάρος του χρόνου… 

_____________________________________

Το κλειδί,

Κάποτε γύρισα στα Μαρκάτα,

Πιστός σύντροφος με περίμενες  όπως κάναμε παλιά, έτσι όπως έγινες  σήμερα        σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση να με περιμένεις!

Σε κοίταξα καλύτερα  φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους, θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτής που άνοιγες στη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό εξακολουθείς να με περιμένεις, μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα

Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει μια  σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σύμφωνα με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης.

Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, και τ’ άγρια τα ζώα, απ’ τους άλλους τους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα.

__________________________

Άρωμα Ρέγγας


Στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς τίποτε δεν έμενε κρυφό, προπαντός στα πέτρινα χρόνια, την εποχή του πολέμου, της πείνας. 
Είχε βγει λοιπόν η φήμη ότι παραγγελιοδόχος είχε έρθει από την Αθήνα κρυφά με καΐκι (απαγορευόταν οι μετακινήσεις) και είχε φέρει ένα δέμα με τρόφιμα στην κυρά Ευδοξία που ζούσε με τον γέρο άνδρα της, μόνοι τους οι δυο με το αίσθημα μοναξιάς να τους αποκαρδιώνει. Αφού οι γιοι τους ήταν έμποροι σαλαμιών και ζούσαν στην Αθήνα.
Στο χωριό ήμουνα ένας από τους λίγους που ήξερε το μυστικό της κυράς Ευδοξίας, ότι δεν ήξερε γράμματα. Πήγα λοιπόν έναν περίπατο προς τα εκεί προσποιούμενος ότι κυνηγούσα κοτσύφια με μια (λαστικέρα) κρατώντας την στο δεξί χέρι έτοιμος για δράση όταν εμφανιζόταν ένα οποιοδήποτε πουλί. Στην άκρη του χωματένιου δρόμου συνάντησα τον μπάρμπα Παναγιώτη Α. που λιαζόταν στις ξασπρισμένες πέτρινες καθίστρες, που είχαν γίνει έτσι από τις βρόχινες ρονιές των κεραμιδιών, από το σπίτι της Σοφίας της παραμυθατζούς. 
Αυτής που έλεγε στα μικρά παιδιά παραμύθια καθισμένα δίπλα στη φωτιά με τα κούτσουρα για να ζεσταθούν, μέσα στην τσίγκινη παράγκα, που ο καπνός τους, τούς έτσουζε τα μάτια, τους έκανε να βήχουν, αλλά τους άρεσαν τα παραμύθια και οι ιστορίες του Ναστρεδίν Χότζα.
Ήταν κι αυτό μια φυγή στην πολυτέλεια των ονείρων, απ τη μονότονη ζωή του χωριού .
Ο μπάρμπα Παναγιώτης με το πηγούνι του να ξεκουράζεται ακουμπισμένο πάνω στο χέρι του που κρατούσε το μπαστούνι, έμοιαζε σαν φιλόσοφος που προσπαθούσε να μάθει γιατί γυρίζει η γη.
Μου έπιασε κουβέντα μου εξηγούσε τα σημάδια των καιρών, το τι εννοούσε το κάθε συννεφάκι που ταξίδευε μόνο του στην απεραντοσύνη του ουρανού. Ήξερε τι καιρό θα έκανε την επόμενη μέρα παρατηρώντας αυτά τα σημάδια μα και το νυχτερινό φεγγάρι ανάλογα με τον αν είχε κύκλο. Μιλούσε ακόμα και για τα πουλιά πώς να τα πιάνει με ξόβεργα, μα και για τις κουκουβάγιες, τι εννοεί το λάλημά τους τη νύχτα, μα και γιατί τα κουκουβαόπολα ήταν άσπρα σαν το χιόνι.
Σε μια στιγμή κατάλαβα ότι όσο ήταν ήλιος στο στερέωμα και ο Μπάρμπα Παναγιώτης απολάμβανε την ζεστασιά του ήλιου δεν θα ερχόταν η καλή μου τύχη.
Έτσι έφυγα, αλλά μετά από λίγο ξαναγύρισα, περπατούσα κάνοντας τον αδιάφορο, ευτυχώς ο Μπάρμπα Παναγιώτης είχε φύγει απ’ το λιαστήρι του. 
Με την λαστιχέρα στο χέρι σα να παίζω κομπολόι πήγα και κάθισα κάτω από το μεγάλο πουρνάρι που ήταν στην άκρη της αυλής από εκεί ξεκινούσε ένας διάδρομος προς το σιδερένιο πορτόνι. Χαρμόσυνος θόρυβος έφτασε στ’ αυτιά μου καθώς το άνοιγε και οι μπετούγιες του πορτιονιού έτριξαν από την σκουριά. 
Η κυρά Ευδοξία με ένα καφέ χρώματος τσεμπέρι δεμένο στο κεφάλι της φάνηκε να κοιτάζει δεξιά αριστερά. Η ματιά της σταμάτησε πάνω μου.
-Έλα μέσα παιδί μου- μου είπε. 
Έκλεισε πίσω της τη σιδερένια πόρτα της αυλής, μπήκαμε και οι δυο μαζί σταμάτησε στην είσοδο του σπιτιού. 
Δεν μου είπε να κάτσω σα να φοβόταν κάτι το αόρατο, αλλά βασιζόταν στην παιδική αθωότητά μου. Έχωσε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα φυλαχτό, το ξεδίπλωσε και μου το έδωσε.
-Είναι από το γιο μου, τι μου γράφει; Είναι καλά;-
Άρχισα να διαβάζω την επιστολή, τα μάτια της κοκκίνισαν, η ανάσα της κοβόταν σε κάθε μου λέξη. Αφουγκραζόταν και τον παραμικρό θόρυβο που έβγαινε από τα χείλη μου, κρεμόταν κυριολεκτικώς από αυτά. Στο τέλος της ανάγνωσης έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Δόξα τω Θεώ ψέλλισε, είναι όλοι καλά, με το ρυτιδωμένο χέρι της πήρε την επιστολή, τη έβαλε ξανά στον κόρφο της.
-Περίμενέ με εδώ- μου είπε και χάθηκε μέσα στο άλλο δωμάτιο. Ήξερα ότι κάτι θα με φίλευε, σε λίγο παρουσιάστηκε με μια ρέγκα καπνιστή, από αυτές που της είχαν στείλει από Αθήνα.
-Να την πας σπίτι σου- είπε.
Λίγα άχερα, αυτά που φυλάγαμε στον στάβλο για να τρώει το δανεικό γαϊδουράκι όταν μας το έδιναν για να κουβαλούμε ξύλα, ήταν το προσάναμμα μια και δεν υπήρχε χαρτί. 
Στην άκρη της αυλής με τον πυριόβολο άναψα τ’ άχυρα, στη φλόγα τους έψησα τη ρέγκα, η μυρωδιά έσπασε τη μονοτονία του λαχανόζουμου, το σάλιο άρχισε να υγραίνει στα στόματα των γειτόνων κι αυτοί μακάριζαν τους τυχερούς που θα έτρωγαν τη ρέγκα.
Κι όλα εμείς τα παιδιά μαζευτήκαμε γύρω απ’ τον καπνό του ψησίματος της ρέγκας, γεμίζοντας τα πνευμόνια μας, με το εξωτικό σπάνιο άρωμά της.

 

ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Η μάνα του Μάκη μοδίστρα στα Μαρκάτα έραβε για όλο το χωριό, ήταν κι αυτό μια εργασία επιβίωσης όλης της οικογενείας στις μαύρες μέρες της κατοχής, αν και χρήματα δεν υπήρχαν εν τούτοις η πληρωμή ήταν πάντα σε είδος, όσπρια, ή λάδι, ή καλαμπόκι, ή τυρί, ή ανταλλαγή εργασίας, ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο χωριό.

Ο Μάκης έπαιζε με άλλα παιδιά καραμπάνα με αμάδα από ένα κομμάτι βίσαλο.

Έπαιζε και κλώτσαγε την αμάδα με το ένα πόδι χωρίς να αγγίξει τη διαχωριστική γραμμή του παιχνιδιού αυτού που ήταν χαραγμένο στο χωματένιο δρόμο του χωριού. Η μάνα του πάσχιζε να τελειώσει ένα φόρεμα μιας κάποιας χωριανής που το ήθελε την Κυριακή να βγει περίπατο στο νυφοπάζαρο του χωριού. Τι κι αν ήταν ιταλική κατοχή; τι κι αν υπήρχε πείνα; αυτή είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Ήταν Σάββατο είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η επιτακτική φωνή της μάνας ακούστηκε.

«Μάκη! Ε! Μάκη έλα σπίτι.»

Το παιχνίδι διαλύθηκε, έμεινε εκεί χαραγμένο στον χωμάτινο δρόμο σαν αθώες ξένοιαστες παιδικές ρυτίδες, που με την πρώτη βροχή θα εξαφανιζόταν.

«Έλα παιδί μου να πας το φόρεμα στην κυρία τάδε. Είναι έτοιμο.»

Ξέρεις αυτής που μένει στα Πνευματικάτα, της οικογένειας των τυρεμπόρων

Ο Μάκης άπλωσε το δεξί του χέρι, εκεί επάνω κρέμασε η μάνα το φόρεμα, διπλωμένο για να μην αγγίζει το έδαφος.

«Πρόσεξε να μην σου πέσει, να της πεις με γεια σας.»

Το χέρι τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, η χαρά του ήταν μεγάλη, θα τους έλεγε με τις υγείες σας και θα τον φίλευαν κάτι. Μόνο που ο σκύλος τους ήταν το εμπόδιο, τον φοβόταν τόσο, από μια φορά που τον είχε δαγκώσει ένας στον πισινό δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Αλλά θα φώναζε από μακριά, έτσι να ξεσηκώσει όλη τι γειτονιά στο πόδι. Με το δεξί του χέρι πάντα τεντωμένο να ξεκουράζετε πάνω του το φόρεμα, ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει πριν σκοτεινιάσει. Στην πλατειούλα έξω απ΄ το σχολείο συνάντησε τα παιδιά του διπλανού χωριού. Έπαιζαν ‘γουρουνούλα’.  Ο κάθε ένας τους είχε ένα ραβδί και όλοι χτυπούσαν ένα ζαρωμένο πικιόνι  προσπαθώντας να το βάλουν στη μεσαία λούμπα, χωρίς όμως να αφήνουν για πολύ ελεύθερη τη δικιά τους λούμπα εκεί όπου έχωναν τη μύτη του ραβδιού τους. Ο Μάκης στάθηκε και τους χάζευε, η σκόνη του χωματένιου δρόμου απ’ τα χτυπήματα των ραβδιών σηκωνόταν σα μικρό σύννεφο, σκέφτηκε ότι θα βρώμιζε και το φόρεμα. Για να πάει πιο γρήγορα βάδισε για το μονοπάτι, βγήκε πάλι στο δημόσιο δρόμο, εκεί πάνω στη στροφή ήταν και το σπίτι. Στα αριστερά του, φάνηκε η μεγάλη πόρτα της αυλής, πήγε σιγά, σιγά κοντά για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστή, κόλλησε πάνω της κι άρχισε να φωνάζει τ’ όνομα της γυναίκας. Γαυγίσματα σκύλου ακούστηκαν, ήρθε πίσω απ’ την πόρτα κι έκανε σαν τρελός αλυχτώντας, ο Μάκης κρατούσε το πόμολο σφιχτά και δεν το άφηνε. Απ’ το θόρυβο πήρε χαμπάρι η γυναίκα, μισάνοιξε την πόρτα.

«Τι θέλεις;»

«Σας έφερα το φόρεμα και με γεια σας.»

Έδιωξε το σκύλο, κι άνοιξε διάπλατα.

«Έλα μέσα,» είπε, ο Μάκης μπήκε στηv αυλή, αυτή πήρε το φόρεμα απ’ το χέρι του, το σήκωσε όρθιο, το έβαλε μπροστά της, περπάτησε μισό βήμα, γύρισε δεξιά αριστερά, κοίταξε στα μάτια τον Μάκη να δει αν του έκανε εντύπωση, τέλος του είπε να περιμένει και χάθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού, μετά σα ν’ άλλαξε γνώμη βγήκε πάλι έξω και το ρώτησε:

«Πεινάς;»

Ο Μάκης δεν απάντησε, μόνο έγνεψε με το κεφάλι. Ναι.

Ξανά μπήκε μέσα, ο Μάκης αισθάνθηκε ότι θ’ άνοιγαν οι ουρανοί, ποιος ξέρει τι αμβροσία θα του έφερνε;

Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό του, ένα όνειρο να μπορούσε χορτάσει κάποτε, να φάει όσο ήθελε, και το φαγητό που ονειρευόταν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύει ψωμί μέσα, να το τρώει και να γελάει, με κάθε μπουκιά ψωμιού που βουτούσε να ξεχειλίζει το πικιόνι, να χύνεται το γάλα γύρω του, να σχηματίζει ένα γαλαξία, σα να ήταν το αθάνατο γάλα, αυτό που έτρεχε απ’ τα στήθη της θεάς Ήρας, να γίνεται ποτάμι στη σκεπή του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός να πλέει, τυλιγμένος μέσα σε πουπουλένιο γαλακτικό αφρό, συνεπαρμένος από ευτυχία, χορτάτος, κάνοντας συντροφιά με τ’ άστρα.

Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε η γυναίκα να κρατά κάτι στα χέρια της.

«Να, πάρε», του λέει και του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, η γλώσσα του άρχισε να υγραίνει, το σάλιο του έτρεχε απ’ τα άκρα των χειλιών του, η ανάσα του κόντευε να κοπή απ’ την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινε στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσε τα δόντια του, έκοψε μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ’ ολίγο να πνιγεί, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος στα μάτια του, στην αρχή του φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο Σαχίμπ.

Το κοίταξε καλλίτερα, ήταν μούχλα. Ο Μάκης το έφαγε επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Του φάνηκε σα να είχε βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο.

Ο σκύλος από κάπου είχε ξεφύγει, τον πλησίασε, τον κοίταζε και κουνούσε την ουρά του περιμένοντας να του πετάξει ένα κομμάτι απ’ το μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Ο Μάκης κατάλαβε ότι είχαν γίνει φίλοι.

Στο γυρισμό τα παιδιά που έπαιζαν ‘γουρουνούλα’ σταμάτησαν το παίξιμο και τον κοίταζαν με ζήλια, καθώς αυτός αναγλυφόταν απ’ τα μπλε τρίματα του ψωμιού, αυτά που είχαν μείνει στις άκρες των χειλιών του.

________________________________

 

Στην Κεφαλονιά της κατοχής

Σήμερα δεν έχει σχολείο…

Σήμερα δεν έχει σχολείο, πέρασαν αεροπλάνα ‘στούκας’ ερχόταν από την μπούκα του Μύρτου, απ’ την Θηνιά  και ακούγαμε ότι πολυβολούσαν τους Ιταλούς στον κάμπο της Πυλάρου  ή  μπορεί να ρίξουν βόμβες.

Εποχή της Ιταλογερμανικής σύρραξης στην Κεφαλονιά ΄Σεπτέμβρης 1943

Ποιος είπε, ότι το σχολείο είναι κλειστό;  

Να, λέγανε ότι  και ο Μπαμπίνης (Δελλαπόρτας) το  είπε ότι θα ήταν επικίνδυνο για τα παιδιά μα και ο γραμματικός ο Λέντζερης της κοινότητας.

Α! τότε θα πάμε στο βουνό για άγριο-λάχανα.

Ξέρεις μπορεί να σας πιάσουν οι Γερμανοί.

Λένε ότι απαγορεύεται να πάτε στο βουνό,     είναι γεμάτο πτώματα Ιταλών, όπλα, μπαλάσκες, ρούχα, κράνη.

Μα θα πρέπει να βρούμε κάτι να φάμε.

Ναι αλλά αν σας πιάσουν οι Γερμανοί θα έχουμε πρόβλημα.

Μα εμείς θα πάμε πάνω από την εκκλησία της Ανάληψης προς την Αγία Δυνατή   μόνο για αγριόχορτα, αυτά που γλύτωσαν από τις γίδες.

Και πήγαμε εφοδιασμένοι με ένα φοκότο εκεί προς τον Άη Παντελεήμονα και με ένα σκουριασμένο σουγιά κολοκοτρώνη να ξεριζώσουμε ότι υπήρχε.

Οι Γερμανοί ήξεραν ότι οι αντάρτες αγοράζουν όπλα, έδιναν για το κάθε οπλοπολυβόλο 30 λίτρες καλαμπόκι, λιγότερο για τις κοντές αραβίδες… το χωριό είχε γεμίσει από Ιταλικά λάφυρα όλοι τρέχανε προς την Φάλαρη, στο Μονοδέντρι, να βρουν μπαλάσκες για να κάνουνε πέδιλα, μα και μπαρούτι από οβίδες κανονιών μακριά σαν μακαρόνια μαύρα, ή πλακουτσές ξανθές πλάκες οι χωριανοί τις χρησιμοποιούσαν για προσάναμμα… γέμισαν τα χωριά από δεσμίδες σφαίρες βγάναμε την σφαίρα αδειάζαμε την μπαρούτι από τον κάλυκα και μετά χτυπάγαμε τον κάλυκα στο κεφάλι σιγά κι ελαφρά να βγει το καψούλι. Ήταν και μερικές σφαίρες μυτερές με καπάκι μπλε όταν το βγάναμε έβγαινε μια μικρή φλόγα, το χρησιμοποιούσαν και σαν τσακμάκι.

 

Ήταν ακόμα θαμποχάραμα όταν χτυπήματα και αγριοφωνάρες ακούστηκαν στην πόρτα, η φλόγα του καντηλιού μετά βίας έριχνε ένα ημίφως μπρος στην κεντητή εικόνα του Σταυρού που η μάνα μου είχε κεντήσει με αγριολούλουδα στην βάση του, και την Λεζάντα (Έχει ο Θεός) αυτή που κρεμόταν πάνω από το κεφαλάρι του κρεβατιού.

Ο πατέρας σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι άνοιξε το σπίτι γέμισε Γερμανούς, έβγαλα το κεφάλι μου έξω απ’ τα σκεπάσματα να δω. Κοιμόμασταν και τα τρία αδελφάκια στο ίδιο κρεββάτι, ο Γερμανός μούκανε νόημα να σηκωθώ να πάω μαζί τους. Πετάχτηκα πάνω έτρεμα απ’ το κρύο, απ’ τον φόβο, με το που είδε το κορμί μου αδύνατο μπακανιάρικο με έστειλε πίσω στο κρεβάτι…

Ο Πατέρας μου έβαλε μια φέτα ψωμί την έκρυψε μες στην τσέπη του τον έβαλαν μπροστά οι Γερμανοί κι έφυγαν. Μετά από λίγο ακούστηκαν να χτυπούν οι καμπάνες του Αγίου Σπυρίδωνα από το διπλανό χωριό Βαλλιανάτα…

Οι Γερμανοί έμασαν όλους τους άνδρες στην εκκλησία εκεί τους έβγαλαν λόγο για να πουν ότι τώρα που κατατρόπωσαν τους Ιταλούς αυτοί ήταν τα καινούργια αφεντικά που έκαναν κουμάντο… Είπαν δεν θέλουμε να μας πειράζεται ούτε να μας πολεμάτε….Έτσι άκουσα που λέγανε την άλλη μέρα….

Ήταν η αρχή της Γερμανικής κατοχής…

__________________________________

Ιστορίες του χωριού
ΟΣΑ ΔΕΝ ΣΒΥΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ


Ιταλική Κατοχή, Μια τυπική μέρα στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας: 
Στο χωριό μαθεύτηκε το χαρμόσυνο γεγονός, η Πυλαρινή βάρκα αυτή που έτρεμε στο πέλαγος από τον πυρετό της ελονοσίας κι έκανε κρυφά ταξίδια στη μεγάλη στεριά, είχε γυρίσει στο λιμάνι της Πυλάρου απ’ το Ξηρόμερο, Νιοχώρι, Κατοχή, γεμάτη καλαμπόκι και αλάτι, σε αντάλλαγμα με λάδι Πυλαρινό, αυτό της εκκλησίας του Αγίου Σ., τι κι αν είχαν βρει στο πιθάρι ποντικό… 
Ο πατέρας φώναξε τον Μάκη.
-Να, πάρε τούτο το φακότο και πήγαινέ το στο τάδε σπίτι, αυτοί ξέρουν, τους έχω μιλήσει.- ήταν από αυτούς με τη Βάρκα. 
Ο Μάκης με το φακότο στον ώμο σταμάτησε εκεί σε μια γωνιά στο αυλάκι κι άνοιξε το πακέτο. Μέσα ήταν ένα ύφασμα μπλε σεβιότ που είχε φέρει από το εξωτερικό, αυτό που προόριζε να κάνει κουστούμι ο πατέρας. 
Φώναξε και άνοιξαν το πράσινο στρογγυλό πορτόνι της αυλής, πήραν το φακότο και πήγαν μέσα, του είπαν να περιμένει, μια γυναίκα φώναξε να το δοκιμάσουν μήπως είναι ξύλινο, εξέτασαν το ύφασμα με προσοχή, μετά απ’ τη θράκα της φωτιάς άναψαν ένα ριγανόξυλο στη φλόγα του έκαψαν μια–δυο κλωστές του υφάσματος, για να δουν αν ήταν γνήσιο. Ικανοποιημένοι είπαν.
Άντε φύγε τώρα πες του πατέρα σου να έρθει αύριο να πάρει το καλαμπόκι. 30 λίτρες και μια φούχτα αλάτι χοντρό. Με αυτό τον τρόπο άδειασαν τα συρτάρια του κομμού, από πετσέτες, σεντόνια κι από όλα τα πράγματα που είχε φέρει απ’ το εξωτερικό. Η μάνα σε μια γωνιά έκλαιγε για την κατάντια, για την αγοροπωλησία αλλά το φάσμα της πείνας είχε προτεραιότητα. Έτριψε το αλάτι πάνω στο τραπέζι με μια μπουκάλα άσπρη της μιας πίντας και καρτεζί, το καλαμπόκι αλέστηκε στον ανεμόμυλο η πουλέντα ξαναήρθε στην παδέλα, η μπομπότα στην τσερέπα. Τ’ όνειρο όμως παρέμεινε όνειρο, πότε θα ερχόταν μια μέρα που θα έτρωγαν πουλέντα από αλεύρι σταρένιο, αυτό με τα καφέ χρώματος πίτουρα, αυτό που φάνταζε στο μυαλό τους σαν θεϊκή αμβροσία, αυτήν που έτρωγαν οι Θεοί του Ολύμπου…
Μ’ ένα χιλιοκτυπημένο εμαγιέ πικιόνι στο χέρι ο Μάκης πήγαινε στο σπίτι του διπλανού χωριού σε μια οικογένεια που είχε λίγα προβατάκια να του το γεμίσουν τυρόγαλο, το είχαν υποσχεθεί στον πατέρα. Ήταν ένα κιτρινωπό υγρό που μόλις του το έδιναν το έφερνε στα χείλη του και έπινε σχεδόν το μισό έτσι όπως ήταν χλιαρό.
Στο γυρισμό συνάντησε στο δρόμο τη γυναίκα με το μαύρο τσεμπέρι τυλιγμένο στο κεφάλι που εξακολουθούσε να γράφει με κάρβουνο τους φανταστικούς εχθρούς της, σε τοίχους και χαλέπεδα. Τον πλησίασε και του μίλησε φιλικά, ήταν θεια του, 
-είναι οι εχθροί μου, παιδί μου, γράφω τα ονόματά τους για να το μάθει όλος ο κόσμος. Έλα αργότερα απ’ το σπίτι, έχω μαμαλίγκα.
Ο Μάκης δεν απάντησε, αλλά συνέχισε το δρόμο του.
Άφησε το πικιόνι στο τραπέζι, η μάνα κοίταξε το τυρόγαλο και ψιθύρισε.
«Μα δεν το γέμιζαν τουλάχιστον οι Χριστιανοί.»
Βγήκε μόνος στο χωματένιο δρόμο να τρέξει στεφάνι, αυτό που ήταν από βαρέλι τυριού. Εκεί είδε τον θείο του τον μελισσοκόμο που άνοιγε το πορτόνι της αυλής του. Κοιτάχτηκαν και οι δυο σα συνωμότες, γύρισαν το κεφάλι δεξιά, αριστερά μήπως τους βλέπει κανένα μάτι κι αφού βεβαιώθηκαν τον φώναξε κοντά του μέσα στην κουζίνα και τον ρώτησε αν πεινά. Του έκοψε μια φέτα κριθαρένιο ψωμί από ταψί τσερέπας, ο Μάκης το έφαγε κρυφά επί τόπου και μετά πήγε στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου υπήρχε ένας σίκλος με διάλυση σουμπλιμέ και βούτηξε τα χέρια του να τα απολυμάνει, να μην κολλήσει χτικιό, μια και είχε πιάσει τη φέτα ψωμί που του έδωσε ο άρρωστος θείος του ο μελισσοκόμος. Η φωνή της μάνας ακούστηκε, ελάτε για φαγητό. Το βραδινό φαγητό στο σπίτι μπομπότα κάπως ξερή τηγανητή και μια κούπα λαχανόζουμο με λάδι, έφαγαν, έσβησαν το φως του λύχνου, άναψαν το καντήλι και πήγαν για ύπνο.
Άλλη μια μέρα πέρασε, για αύριο έχει ο Θεός είπε η Μάνα κι έκανε το σταυρό της…

 

___________________________________________

 

Η Απλάδα

Είχα   ένα  σουγιά κολοκοτρώνη με μια λάμα που σκούριαζε συνεχώς λες και ήταν φτιαγμένη από βαρελίσιο  στεφάνι, την τρόχιζα με ένα βύσαλο και νερό έτσι άσπριζε, λαμποκοπούσε σαν καθρέφτης.  Μ’ αυτόν σαν όπλο έβγαινα στο βουνό να ξεριζώσω τίποτα άγριο-λάχανα, όσα είχαν μείνει από τα γίδια.  Μαζί μου έσερνα κι ένα στενό φακότο, να τα βάνω μέσα.  Ήταν εποχή άνοιξη  που έβρισκα παπανούρια και καφκαλίδες αυτά θα τα μαγείρευε η μάνα μου τσιγαρίδια, ή αν ήταν αρκετά μαζί και με κάτι από τον κήπο θα μας έκανε πίτα, λαχανόπιτα στην τσερέπα.

Κατεβαίνοντας συνάντησα στον χωματένιο δρόμο τον Μπάρμπα Νικόλα, φορούσε ένα παλιό σακάκι ξεχειλωμένο έσκυβε και μάζευε βρουβοβλάσταρα  από τις άκρες του δρόμου (τι κι  ας τις είχανε κατουρίσει   οι σκύλοι)  και τις έβανε στην τσέπη του. Το πρόσωπό του είχε φουσκώσει, είχε  κιτρινίσει λέγανε από την αβιταμίνωση.  Απ’ το δρομάκι που περνούσε απ’ το αυλάκι ανέβαιναν δυο γυναικούλες με τα τσεμπέρια τους της μιας ήταν καφέ της άλλης άσπρο και φώναζαν ‘κομαντατούρα’   σταμάτησαν μπροστά από το σπίτι μας αυτό που είχαν επιτάξει οι Ιταλοί κι άρχιζαν να φωνάζουν Δυο Ιταλοί στρατιώτες μπήκαν στην αυλή της και της πήρανε δυο κότες.

Αγκάλιασα κι έσφιξα πάνω μου  το φακότο με τα χόρτα  και  έτρεξα σπίτι. Θάταν τέλη του 1941 αρχές 1942…

Η μάνα έφτιαξε το φύλλο γέμιση αλλά δεν υπήρχε ρύζι  για να έβανε λίγο να αυγατίσει  η λαχανόπιτα.  Είχαμε να το δούμε πολλά χρόνια, τα έρημα τα χόρτα όσα και να βάνεις δεν φτάνουν.       

Την τσερέπα την είχε φτιάξει η μάνα  με πηλό από το χωράφι μας στο ξεροπόταμο και μαλλιά γίδας, της είχα φορέσει κι ένα στεφάνι από βαρέλι τυριού που φάνταζε σαν δαχτυλίδι.

Εκεί στη άκρη  στην γωνιά άναβε κούτσουρα με προσάναμμα έβανε τις δυο πυροστιές στις άκρες σήκωνε την τσερέπα και την έκαιγε. Μια φορά την ρώτησα πως ξέρεις πότε είναι έτοιμη, μόλις ασπρίσει μούπε.  

Ένα στρογγυλό ταψί εμαγιέ  μπλε απ’  έξω άσπρο από μέσα Ταβάς το έλεγε ο πατέρας, το γέμισε και το έβαλε να ψηθεί. Εμείς παιδάκια είχαμε ανακατέψει καλαμποκάλευρο,

«ΛΕΓΑΝΕ ότι ο Μουσολίνη είχε αρνηθεί βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού  προς τους κατοίκους της Κεφαλονιάς καθότι ήταν ξεχωριστό κράτος,  αποικία ή κάτι τέτοιο, μετά από αυτό ήρθε ένα αυτοκίνητο Ιταλικό και μας μοίρασε καλαμποκάλευρο, αν θυμάμαι καλά 8 ουγκιές το άτομο ήταν λίγο πικρό λέγανε ότι είχε βραχεί από θάλασσα»   με νερό  το κάναμε σαν κουρκούτι κάναμε μια τρύπα στην χόβολη που σκέπαζε την τσερέπα και το ρίξαμε εκεί πάνω. Το σκεπάσαμε με ζεστή στάχτη, μετά από λίγο αφού είχε ψηθεί το ξεθάβαμε το φυσάγαμε να φύγουν οι στάχτες βγάζαμε με το νύχι μας κάνα καρβουνάκι και το τρώγαμε  έτσι ζεστό ήταν το περίφημο πιτοπούλι.   (Μια αμβροσία)

Περιμέναμε με αγωνία να ψηθεί και η πίτα, εκεί ήταν που έμπαινε στην μέση  η απλάδα, την βάζαμε στην μέση του τραπεζιού εκεί αναποδογύριζε την πίτα την άφηνε λίγο να κρυώσει και μετά την έκοβε μερίδες. Όλοι κοιτάγαμε εκστατικοί, τι κοιτάγαμε μα την απλάδα. Στον κήπο είχαμε φυτέψει πατάτες, κλέφτες μπήκαν νύχτα και ξέχωσαν μερικές, μαζέψαμε τις υπόλοιπες, χαρά εμείς τα παιδιά θα τρώγαμε πατάτες, η μάνα τις έβρασε τις καθάρισε ένα αχνιστό κιτρινόασπρο χρώμα  τις έβαλε στην απλάδα και τις έφερνε στο τραπέζι, κρύφτηκα από πίσω της  και της έκλεψα μια πατάτα  την έβαλα στο στόμα και σφηνώθηκε παραλίγο να πνιγώ.  

Αχ! Αυτή η απλάδα τι μυστικά έκρυβε.

Σήμερα ξαναβρήκα την απλάδα είναι η ίδια που είχε και η νόνα μου,   δεν άλλαξε, έμεινε και αυτή σαν ένα μνημείο να μας θυμίζει την γενιά μας, το μέρος που γεννηθήκαμε, μα και  τον τρόπο που μεγαλώσαμε…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

___________________________________

 

Το Ξενύχτι:

Ένα διήγημα χωρίς εικόνες, που είναι γεμάτο εικόνες

Η καμπάνα του Αγίου Δημητρίου Μακρυωτίκων σήμαινε λυπητερά. Οι χωριανοί αναρωτιόταν ποιος να πέθανε άραγε;

Τα παιδιά έτρεχαν να μάθουν τα νέα ώστε να προλάβουν να καπαρώσουν τα εξαπτέρυγα για την κηδεία, έτσι να κερδίσουν το δώρο τους συνήθως ένα μικρό χρηματικό ποσόν.

Ο παπάς περνούσε απ’ την πλατεία με τα καφενεία πηγαίνοντας στο σπίτι του, που βρισκόταν ακριβώς κάτω απ’ το δημόσιο δρόμο. Εκεί σε μια γωνιά κρατούσε φυλαγμένα και τα δημόσια έγγραφα γεννήσεων, θανάτων γάμων κλπ. Ένα ολόκληρο ληξιαρχείο. Άκουσε κι αυτός την καμπάνα που σήμαινε λυπητερά.

«Άλλη μια διόρθωση στα εκκλησιαστικά μητρώα,» σκέφθηκε.

Σα νύχτωσε το φως του λύχνου μετά βίας φώτιζε τις γυναικείες σκιές που καθόταν ξαγρυπνώντας γύρω απ’ το φέρετρο του νεκρού που κείτονταν στη μέση της σάλας του σπιτιού,  με τα λυτά τσεμπέρια τους σιγοκλαίγανε  και μοιρολογούσαν.

Η  μοιρολογίστρα η κυρά Ευανθία ήταν σπίτι της έξαινε μαλλί προβάτου να το έχει έτοιμο για να γνέσει, όταν άκουσε την καμπάνα να σημαίνει λυπητερά,   τα παράτησε και πήγε στο ξενύχτι  έλυσε τις πλεξούδες των μαλλιών της σε μια μάζα ψαρών κατσαρών φουντωτών μαλλιών και άρχισε να τα τραβάει ένα, ένα,  να κλαίει  και να οδύρεται για την συμφορά που μας βρήκε.

Έμοιαζε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Ο γείτονας ο Αντώνης  είχε φέρει μερικά φύλλα χαρτιού  από το βιβλίο με τις προφητείες του Αγαθάγγελου, το χρησιμοποιούσαν για τσιγαρόχαρτο, το γέμιζαν με χοντροκομμένο ταμπάκο, αυτόν που έκοβε ο πατέρας με μαχαίρι της κουζίνας κι έστριβαν τσιγάρο. Ο πυριόβολος με το φυτίλι, άλλαζε χέρια συνεχώς.

Η μεγάλη πόρτα της αυλής άνοιγε κι έκλεινε, οι άνδρες καθόταν πάνω στα λιθάρια σιγοψιθυρίζοντας, ο Θεός να τον συγχωρέσει κι έκρυβαν την καύτρα απ’ τα τσιγάρα τους στην κλειστή παλάμη τους, μην τυχόν και περάσει εχθρική Ιταλική περίπολος.

Εγώ έτρεχα ανάμεσα στα τόσα καινούρια πρόσωπα, άκουγα συζητήσεις. Όλοι το περίμεναν ότι θα πέθαινε, λέγανε μάλιστα ότι άργησε, αφού έκανε το λάθος να παντρευτεί. Δεν είχε το δικαίωμα να αγαπήσει ούτε ν’ αγαπηθεί, το χτικιό δεν το επέτρεπε.

Λέγανε και για το κορίτσι άφοβά της δέχθηκε να τον παντρευτεί, δική της πρωτοβουλία  αγαπιόντουσαν,  πίστευε τόσο  στην αγάπη, πίστευαν και οι δυο τους στο μεγαλείο του έρωτα, πίστευαν στην ανωτέρα δύναμη στην ευλογία του Θεού, χωρίς να υπολογίζουν ότι το χτικιό δεν συγχωράει.

Θυμάμαι τη στιγμή που η ψυχή του πάλευε να παραμείνει λίγο, λιγάκι ακόμα κάτω εδώ στη γη, να χαρεί την αγάπη τη ζωή, καθιστός στο κρεβάτι με μια κατάσαρκα μάλλινη φανέλα να προσπαθεί να αναπνεύσει,  η νιόπαντρη  να κλαίει  και να του φτιάχνει μια λεμονάδα, δεν υπήρχε τίποτε άλλο.  Τίποτε άλλο από ένα  κρεβάτι ο άρρωστος ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, δυο καρέκλες, ένα κομό,  μια λάμπα πετρελαίου πάνω στο κομό κι ένα λυχνάρι κρεμασμένο στον τοίχο.

Άφωνος  μην ξέροντας τι να πω κοίταζα,  από ένα παράθυρο που έβλεπε προς τη δύση. Μια  ηλιαχτίδα μπήκε στο δωμάτιο κρυφά σαν κλέφτρα, φώτισε τη  γυναίκα του, που  τα δάκρυά της έπεφταν μέσα στην λεμονάδα που κρατούσε στο χέρι, στύβοντας το χλωμό λεμόνι και προσθέτοντας μια κουταλιά μέλι το ανακάτευε λες και ήταν η πανάκεια της ζωής, να το πιει ο άρρωστος πριν είναι αργά. Οι  άλλοι περίμεναν απ’ έξω, δύοντας ο ήλιος πήρε μαζί του την ηλιαχτίδα κι αυτή πήρε και  την ψυχή του, έσβησε το φως του ήλιου, έσβησε και η ψυχή του.

Τα μάτια μου είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι. Κατά τα μεσάνυχτα πήγα στο διπλανό σπίτι. Εκεί ξάπλωσα πάνω στο αχυρένιο στρώμα του καναπέ.

Ο ύπνος με πήρε στην αγκαλιά του. Με μετέφερε στον ουράνιο θόλο, περίμενα να δω ψυχές να πετούν στο στερέωμα, αντί αυτών είδα  ένα μονοπάτι όπου χανόταν στο άπειρον, σε ένα  γαλάζιο χρώμα, με μια επιγραφή:  το μέλλον σου.

 Από μπροστά μου χανόταν το χωριό μου, ο τόπος μου. Τρόμαξα, δεν μου άρεσε, διαμαρτυρήθηκα ζήτησα τη βοήθεια του Θεού. : «Το πεπρωμένο σου είναι γραμμένο, θα χαθείς από το χωριό σου, απ’ τον τόπο σου» ακούστηκε μια φωνή. 

Ξύπνησα, είδα ότι είχε ξημερώσει, κοίταξα  τον ουρανό μήπως είχε ανοίξει καμιά πόρτα με προφητείες, περιμένοντας να δω τον θρόνο του Θεού. Δεν βαριέσαι τίποτα το καινούργιο.  Τι παράξενο όνειρο σκέφτηκα, ευτυχώς που ήταν μόνο όνειρο. Οι  περισσότεροι επισκέπτες είχαν φύγει απ’ το ξενύχτι, οι υπόλοιποι ετοιμαζόταν για την κηδεία.

Οι καμπάνες του Αγίου Δημητρίου τώρα χτυπούσαν  λυπητερά, η κηδεία είχε αρχίσει, ο παπάς με το θυμιατό στο χέρι, τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα είχαν έρθει στο σπίτι να συνοδέψουν το νεκρό στην τελευταία του κατοικία.  Τέσσερις φίλοι συγχωριανοί σήκωσαν στους ώμους τους, το φέρετρο με το νεκρό ιδιοκτησία της εκκλησίας, ακολουθώντας τις νεκρώσιμες ψαλμωδίες του παπά, από πίσω η νιόπαντρη χήρα,  σιωπηλά, οι πενθούντες συγγενείς, ο υπόλοιπος κόσμος του χωριού, ακολουθούσα κι εγώ ήθελα πολύ ν’ ακούσω το «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα…»

Στην στροφή του δρόμου φάνηκαν τα πρώτα κοράκια, πετούσαν χαμηλά κι έκρωζαν. Απ’ το έρημο παλάτι του Ροή, αυτού που είχε πλουτίσει και χαθεί στην Ρουμανία  αναδινόταν μια βρώμα κοπριάς προβάτων, κάποιος τσοπάνης, χρησιμοποιούσε το υπόγειο του αρχοντικού  για μαντρί.

Στη ρεματιά μέσα φάνηκε το κουφάρι ενός γαϊδάρου, τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους. Η κηδεία προχωρούσε, ο παπάς έψαλλε, οι κατακτητές Ιταλοί μαζεμένοι  κοίταζαν απ’ το παράθυρο του  σπιτιού που είχαν επιτάξει και γελούσαν.

Στην εκκλησία μετά τον τελευταίο ασπασμό, έφεραν το φέρετρο, δίπλα στο μνήμα, σήκωσαν με το σεντόνι το νεκρό, τον πίθωσαν στο στόμα της γης, ξαναέβαλαν το φέρετρο στην εκκλησία για τον επόμενο. Ο παπάς έριχνε λίγο χώμα, άπλωσα το χέρι μου κι έριξα μια χούφτα χώμα, μια τιμητική συνήθεια από τα Ομηρικά χρόνια, μόνο που τότε έριχναν τον κονιορτό πριν την ταφή, ο γέρο Μπάμπης έφτυσε στις παλάμες του έπιασε το φτυάρι στο χέρι κι άρχισε να γεμίζει με χώμα τον τάφο, στα αυτιά μου ηχούσε ακόμα ο αντίλαλος των ψαλτών αιωνία αυτού η μνήμη…

Γυρίσαμε σπίτι. Περνώντας από τη ρεματιά είδαμε που  τα κοράκια είχαν ξεγυμνώσει απ’ τις σάρκες τα κόκαλα του γαϊδάρου, φάνταζαν σαν σταυρόλεξο   από κόκκινα τριαντάφυλλα.

Την επόμενη μέρα ήρθε η σειρά της φωτιάς, έβαλαν φωτιά στα  ιμάτιά του νεκρού, έκαψαν το κρεβάτι του, έκαψαν τα βιβλία του, έκαψαν το βιος του, έκαψαν ότι αγαπούσε, έκαψαν τα πάντα. Ο καπνός πήγαινε κατευθείαν προς τα πάνω σαν στήλη που πάνω της κρεμιόταν ο ουράνιος θόλος, ίσως να ζητούσε ένα άνοιγμα να συναντηθεί με τον θεό. Τα  αδέλφια του νεκρού έστειλαν την νιόπαντρη χήρα  πίσω στην Μάνα της…

Μετά την φωτιά, οι  χωριανοί  ανάσαναν πιο ελεύθεροι, φαινόταν σα να χαιρόταν, ψιθύριζαν επιτέλους έφυγε από δίπλα τους το μίασμα ο φόβος το να κολλήσουν τα παιδιά τους χτικιό.

Δεν έμεινε τίποτα εκτός από τη μνήμη, αυτή που άθελά του άφησε μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτή που δεν είναι κολλητική αυτή που δεν πεθαίνει, αυτή που με γεμίζει, ότι κάποτε είχα ξαναζήσει  μια ζωή αυτή που πέρασε και μου άφησε ανεξίτηλες μνήμες, αυτές που τροφοδοτούν το σημερινό είναι μου, τόσο διαφορετικού από του τότε.

Μια   μνήμη που μου το υπενθυμίζει:

Την βραδιά εκείνη το χτικιό είχε νικηθεί!  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Νέα Υόρκη

____________________________

Η Συναυλία των βατράχων

 Δεν είχα τίποτα, όμως τα είχα όλα:

Η αιώρα  κρεμόταν  κάτω απ’ το σκεπαστό της βεράντας, εκεί έκανα τη σιέστα μου τα μεσημέρια  απολαμβάνοντας την ελαφρά θαλασσινή αύρα αυτή που προσπαθούσε να σπάσει την αποπνικτική ζέστη των τροπικών.      

Όταν  νύχτωνε οι βάτραχοι άρχιζαν να τραγουδούν και ήταν εκεί δίπλα μου στα χαντάκια του δρόμου, ήταν η παρέα μου, μια ομοιόμορφη  συναυλία κουάκ, κουάκ βρεκεκέξ λες κι έπαιζαν προς τιμή μου, μετά τους συντρόφευαν το ζουζουνιτό των πτερωτών τροπικών ζωυφίων, αυτών που είχαν καταλάβει την φθοριούχα λάμπα της κολόνας του δρόμου. Όλα αυτά προς τιμή μου. Σαν νύχτωνε τα  κουνούπια ορμούσαν σα να ήταν καταδιωκτικά αεροπλάνα, ο ιδρώτας έβρεχε το κορμί και το άφηνε με μια υγρή δροσιά λες και ήταν θαλασσινή αρμύρα.

Στης νύχτας την σιγαλιά ακουγόταν  η σειρήνα του μόλου για αλλαγή βάρδιας όπου φόρτωναν τα βαπόρια μπανάνες, ανακατευόταν με τις υπόκωφες σφυριξές βαποριών που τελείωναν την φόρτωση και αποχαιρετούσαν το λιμάνι σε ένα παντοτινό αντίο. Οι γυναίκες όσες πίστευαν στις υποσχέσεις των ναυτικών γύριζαν στα μπαρ πίνοντας για να ξεχάσουν.

Από κάπου μακριά ακουγόταν μουσική, με γυναικεία γέλια και φωνές μεθυσμένων ναυτικών.

Η αποπνικτική ζέστη της νύκτας  προμήνυε βροχή.

Άρχισε να βρέχει, μπήκα μέσα στο σπίτι, εκεί μια ανοιχτή αγκαλιά με περίμενε, η φωλιά μας όπως πάντα ζεστή υγρή κοίλη, η βροχή  ακουγόταν σαν ο Θεός να μας ρίχνει κουφέτα στα κεραμίδια, ένα  ακομπανιαμέντο ευτυχίας, οι βάτραχοι με την συναυλία τους μας νανούριζαν μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.    Ένας  άνδρας, μια γυναίκα μια αγάπη, μια συνέχιση της ζωής.

Σήμερα  τα έχω όλα, ακόμα και τριανταφυλλιές, με πλούσια όμορφα   κίτρινα τριαντάφυλλα, που  είναι γεμάτα αγκάθια.

Όμως μου λείπει η γαλήνη, το περιβάλλον, αυτό που συνόδευε η συναυλία των βατράχων, ήταν τόσο  καταδεχτικοί, τόσο ιδεαλιστές ώστε  δεν μου παραπονέθηκαν ποτέ τους για τίποτα… 

______________________________

Εντυπώσεις από το καλοκαίρι του 2017 στο χωριό που γεννήθηκα Μαρκάτα, Καφελονιάς

Σήμερα ξαναπέρασα…

Ήταν διώροφο, το υπόγειο γεμάτο βαρέλια κρασιού, μπροστά απ’ την πόρτα του υπογείου μια στέρνα με αλώνι, στην αυλή είχε και κούνιες για τα κορίτσια, περνούσα κάπου, κάπου και κατέβαινα κι εγώ, με φώναζαν να παίξουμε, η κυρία στο επάνω πάτωμα πάντα παρφουμαρισμένη κάπως στρουμπουλή, ο άνδρας της επιχειρήσεις στάνες στο εξωτερικό. Δεν έμεναν όλο τον χρόνο στο χωριό, ταξίδευαν το χρησιμοποιούσαν για εξοχικό τους.

Σήμερα ξαναπέρασα απ’ το δρομάκι αυτό των Μαρκάτων, με τρόμαξα τα ερείπια, η θύμηση και η νοσταλγία για τα παλιά φούντωσαν πάλι,  θυμάμαι που θαύμαζα τα σπίτια και τους κατοίκους του, η μάνα μου  μοδίστρα τους έραβε κι εγώ ήμουν που παρέδινε το φόρεμα στην  δικαιούχο, περιμένοντας να με φιλέψουν κάτι… ήταν η τεράστια ανισότητα της κοινωνίας μας

Η διαφορά μας αυτοί είχαν να φάνε ενώ εμείς δελτίο, μια φέτα ψωμί στην καθισιά μας, κι αυτό αν υπήρχε. Ήταν αυτά τα σπίτια που λέγανε ότι είχαν και εσωτερική τουαλέτα μέσα σε ντουλάπα αλλά την έκρυβαν από ντροπή…στο χωριό το ψιθύριζαν κρυφά ότι το τάδε σπίτι έχε τουαλέτα μέσα…μια μέρα από περιέργεια άνοιξα την ντουλάπα και την είδα ήταν χρώματος κόκκινου σα να λέμε ένας κάνταρος.

Μετά έφυγα και πήγα σπίτι μου, η μάνα μου είχε μια κοπέλα  σπίτι και της έκανε πρόβα σε φόρεμα, μπήκα απότομα, πρόλαβα και  είδα το στήθος της, η κοπέλα ντράπηκε, εγώ κοκκίνησα βγήκα στον δρόμο πήρα το ραβδί μου και έψαξα να βρω παιδιά να παίξουμε γουρουνούλα, είχα και το πικιόνι. (Τενεκεδένιο κουτί)

Από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν παιδικές φωνές και θόρυβος από στεφάνια που κυλούσαν στον χωματένιο δρόμο.

Ο πατέρα είχε βγει βόλτα στο καφενείο…

Μια σκηνή της εποχής του λύχνου, αυτού που μας έφεγγε το βράδυ όταν δεν τούτρωγαν το φυτίλι οι γάτες.                                  

Σήμερα, ο λύχνος έπαψε να φωτίζει, φέρανε το ηλεκτρικό, νερό τρεχούμενο, Έφυγαν οι άνθρωποι ερήμωσε ο τόπος, τα ερείπια το μαρτυρούν είναι μνημεία ότι κάποτε υπήρχε ζωή, ότι κάποτε υπήρχαν άνθρωποι…

στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

____________________________

 

Η ηλικία της Αθωότητας στα Μαρκάτα Πυλάρου!

Ο παπάς ήταν ο άξονας του χωριού όπου γύρω του στροβιλιζόταν ολόκληρη η γη. Γύρω του ζούσε κι ανάπνεε η κοινωνία του χωριού. Ήταν ένα κινητό ληξιαρχείο, κρατούσε σε τετράδιο τις γεννήσεις, βαφτίσεις και θανάτους των πιστών, όταν γέμιζε το πέταγε σε μια γωνιά, υπόγραφε τα πιστοποιητικά γεννήσεως κάτω από το (ο εφημέριος). Το καλοκαίρι σε ανομβρία με την εικόνα της Παναγίας έβγαινε σε λιτανεία στους χωματένιους δρόμους του χωριού παρακαλώντας την να βρέξει. Και πολλές φορές γύριζαν λασπωμένοι απ’ τη βροχή. Οι πιο παλαιοί λέγανε ότι διάλεγε τις μέρες που ήταν νέο φεγγάρι και υπήρχε η πιθανότητα ν’ αλλάξει ο καιρός. Τα πιτσιρίκια λέγανε ότι όταν πεθάνει ένας παπάς τον βάζουν στο φέρετρο καθιστό, ποτέ ξαπλωμένο όπως τους κοινούς θνητούς.

Το χωριό ετοιμαζόταν, θα γινόταν η βάφτιση της μπέμπας κόρη της Πηνελόπης, ειδοποίησαν τον παπά, έφεραν την κολυμπήθρα στο σπίτι, σε όλες τις γωνίες του σπιτιού ήταν κρυμμένα παιδιά και περίμεναν ν’ ακούσουν το όνομα αυτής ώστε να τρέξουν να δώσουν τα συχαρίκια στη μάνα που κρυβόταν στο διπλανό δωμάτιο κάνοντας τάχα ότι δεν ήξερε τι όνομα θα έδιναν στο παιδί της ο νονός. Αυτός που θα έφτανε πρώτος και θα φώναζε τ’ όνομα θα έπαιρνε, και το δώρο. Το μυστήριο της βάφτισης άρχισε, τα παιδιά σπρώχνονταν να δουν το θέαμα, μα και ν’ ακούσουν και το όνομα αυτής, ώστε να δώσουν τα συχαρίκια στην μάνα.

Ένας πιτσιρικάς ο γιος του Μεμά έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς ο παπάς βουτούσε την μπέμπα στην κολυμπήθρα, φωνάζοντας και το όνομα αυτής;

Με μιας ξέχασε γιατί είχε πάει, ξέχασε να τρέξει να φωνάξει το όνομα στη μάνα, απόρησε, γύρισε το κεφάλι του και ρώτησε τα άλλα παιδιά, μα καλά γιατί το μωρό δεν έχει κότα; (πουλάκι)

Η γριά Ευανθία, που ήταν και μοιρολογίστρα έστεκε παρέκει κι άκουσε την συζήτηση πετάχτηκε σα σπίθα και είπε: Μα της την έκοψε ο παπάς.

Της την έκοψε ο παπάς, της την έκοψε ο παπάς επαναλάμβαναν σα (χορωδία) τα πιτσιρίκια του χωριού.

Ο γιος του Μεμά έμεινε αποσβολωμένος, σκέφτηκε ότι έχει πολύ δύναμη ο παπάς, αφού ο ίδιος εκτός του να κόβει κότες, χτυπούσε την καμπάνα το πρωί για σχολείο, το απόγευμα για το απογευματινό, μα και πριν κάτσει ο ήλιος για βράδυ, στις εορτές για να πάει ο κόσμος στην εκκλησία. Στους θανάτους ο χτύπος της καμπάνας συντροφεύει τους νεκρούς ως την τελευταία τους κατοικία, λες και μπορούσαν να την ακούσουν. Έτσι ο γιος του Μεμά πήγε ως παπαδοπαίδι στο ιερό, φύσαγε τα καρβουνάκια κι έβανε λιβάνι στο θυμιατό, έβαζε σε καμινέτο το ζέον, ακολουθούσε με τα εξαπτέρυγα την περιφορά του ευαγγελίου και φιλούσε το χέρι του παπά. Πολλές φορές έλεγε και το πάτερ ημών. Συντρόφευε τον παπά στα σπίτια παραμονή φώτων για τον απαραίτητο αγιασμό και σιγο- έψαλλε μαζί του το «εν Ιορδάνη…»

Έβανε  λιβάνι στο σκανταλέτο με τα’ αναμμένα κάρβουνα, κρατούσε και το θυμιατό στα τρισάγια πάνω από τους τάφους. Κατά κάποιον τρόπο ο παπάς αντιπροσώπευε τη μόνη «εναπομείνασα γνήσια ελληνική» αρχή, στα μαύρα χρόνια της ξένης κατοχής, της σκλαβιάς.

Επιτέλους ήρθε η μέρα που οι καμπάνες σήμαναν χαρμόσυνα για την απελευθέρωση, έφυγαν οι κατακτητές. Χαράς ευαγγέλια.

Ο γιος του Μεμά βρέθηκε έξαφνα μπρος στο χάος που ενέσκηψε στην ελληνική ύπαιθρο απ’ το κενό εξουσίας, μα και την πάλη προς απόκτησή της από διάφορες ομάδες ελλήνων. Πρόσφεραν όλοι τους τη δική τους δικαιοσύνη και την σερβίριζαν σε πιάτο με κομμένες κεφαλές αντιπάλων σαν να ήταν το κεφάλι του Αϊ Γιάννη. Αυτό ήταν το τέλος της παιδικής του ηλικίας, σαν εκεί να σταμάτησε το τρέξιμο του χρόνου, και με μιας βρέθηκε ενήλικας στον αγώνα επιβίωσης, με παιδική όψη, ποτισμένος με του χωριού την αθωότητα, μουσκεμένος με θαλασσινή αρμύρα να ζητιανεύει σε ξένα μέρη για μια θέση κάτω απ’ τον ήλιο και το χειρότερο χωρίς παπά.

ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΑΝΑΓΙΩΣΟΥΛΗΣ

__________________________

Από τα Μαρκάτα, της αγάπης μου.

Αυτά που έπλασαν τον χαρακτήρα μου, ένα βιωματικό υπόβαθρο της ζωής, μια πληγωμένη πηγή υποσυνείδητου, είναι η αιτία δημιουργίας του λόγου.


Τα κλαριά των δένδρων στάλαζαν υγρό, ήταν από την ομίχλη, αυτή που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και μας καταπλάκωνε την καρδιά. Ερχόταν από την νότια Αδριατική και περνούσε στο Ιόνιο
Οι πέτρες στους λίθινους τοίχους γεμάτες μια πράσινη γλίτσα σαν βελούδο, αυτή που κατά- κάθετε από την υγρασία. Λιγοστό το χώμα κι όπου υπήρχε ήταν άγονο. Οι πετρο-χωματένιοι δρόμοι γεμάτοι λακκούβες βρώμικου νερού. Στις άκρες τους ξεφύτρωναν οι Μαρτιάκοι με τα κίτρινα λουλουδάκια τους, μετά ερχόταν οι παπαρούνες, οι βρούβες, αυτές που εμάζωναν οι κάτοικοι και τις έτρωγαν, τι κι αν τις κατούραγαν οι σκύλοι! Το χαμομήλι άγριο ταπεινά έκανε την εμφάνισή του στις άκρες της χωματένιας αυλής. Οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί στα άσπρα, μια θεϊκή μυρωδιά αγνότητας ξεχυνόταν στον αέρα. Ερχόταν η άνοιξη.
Η μάνα καθάριζε το γυαλί της λάμπας από την κάπνα με ένα αδράχτι χωρίς σφοντύλι που μπροστά είχε δέσει ένα πανί, η νόνα είχε μια ρόκα με μαλλί κι έγνεθε, κάνοντας γνέμα μαζεύοντας το στο αδράχτι. Σαν σουρούπωσε η μάνα πήγε να ανάψει τον λύχνο τούχαν φάει το φυτίλι οι γάτες.
Η θεια κεντούσε πετσετάκια, για το τραπεζάκι της σάλας, με κλωστές μουλινέ και η γειτόνισσα έπλεκε τσουράπια για τον άντρα της όπου ήταν στα βουνά κι έκαιγε καμίνι για κάρβουνα.
Τα μικρά παιδιά έτρεχαν στεφάνι στους χωματένιους δρόμους, τα όρνια πετούσαν, μάλλον έπλεαν στον αέρα κοιτάζοντάς μας. Τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους ψάχνοντας να βρουν κάνα ψοφίμι. Στο καναπεδάκι της εισόδου ένα αχυρένιο στρώμα εκεί πάνω του, ήταν η φάτνη των ονείρων μου τα βράδια που κοιμόμουν και ήταν τόσο πολλά; Με συντρόφευε του γκιώνη η λυπητερή λαλιά. Εκεί στο αχυρένιο στρώμα ξάπλωνα ώρες ακίνητος από πόνους αρθριτικών με ακάθαρτου αλοιφή πετρελαίου, το μόνο που υπήρχε, έλεγε ο πατέρας φταίει το κλίμα, είναι υγρό. Η Αγγέλα γέννησε κι άλλη κόρη, έτσι είπε η μαμή, συμφορά της, τόσα θηλυκά!

Βρήκαν ποντίκια στα πιθάρια με το λάδι, αυτό του αγίου. Το αντάλλαξαν με καλαμπόκι που έφερνα καΐκια απ’ το Ξηρόμερο. Κάποιος είπε ότι στην Αγγλία βρέθηκε το φάρμακο της φυματίωσης, αλλά πολύ αργά ο άνθρωπος πέθανε.

Ο δάσκαλος μας μάθαινε τον εθνικό ύμνο, το στοίχιση και ζύγιση, κάθε Κυριακή μας πήγαινε στην εκκλησία όπου λέγαμε το πάτερ ημών, οι αντάρτες κατέβαιναν απ’ τα βουνά, οι χωροφύλακες έβαζαν πολίτες σκοπούς έξω από το κτίριο της χωροφυλακής, κι αυτοί οι ίδιοι κοιμόταν μέσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

______________________________