ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΑΝΑΓΙΩΣΟΥΛΗΣ

 

Απόμαχος Ναυτικός,

Κάθε δάκρυ του γέρου που πέφτει,

ένα μπλε τριαντάφυλλο ανοίγει,

κάθε του ροδοπέταλο ένας καθρέφτης,

π’ αντανακλά μια ναυτική ιστορία.

                 *

Σκύβει ο γέρος να μαζέψει δάκρυα

με αρώματα της νιότης ποτισμένα,

φουρτούνες, αγάπες, αναμνήσεις

σε ροδοπέταλα τυλιγμένα.

                 *

Μιλιά δεν βγάζει, τι να πει;

Τα’ ασήμια στους κροτάφους το γνωρίζουν,

άπιαστα όνειρα περασμένα,

σε μπλε τριαντάφυλλα μαραμένα.

__________________________________

Το Δωμάτιο

Ο ντουκουμάνης*  της μηχανής,

είχε χρόνια στα βαπόρια,

χωρίς ποτέ να παντρευτεί.

στου λιμανιού τις αγκαλιές,

ζητούσε παρηγόρια.

 

Την κάθε μια που έκανε παρέα,

ρωτούσε αν είχε χρόνια στο κλαρί,

ελπίζοντας να βρει,

 

της μοναξιάς του τη συμπόνια.

«-Μάνα φτωχή» του έλεγε αυτή

«και άνδρα εκμεταλλευτή».

 

 Του  ζήταγε να της πληρώσει τον αέρα,

ένας αέρας μια φυγή,

ένα δωμάτιο όλο κι όλο,

μόνο αυτόν να περιμένει,

όταν το καράβι τους θα ξαναρθεί.

 

 

Κι έλεγε ο ντουκουμάνης δακρυσμένα,

«–Μου τόπε, θα κάνουμε παρέα,

ένα δωμάτιο όλο κι όλο

αυτό μας λείπει, για να χαρώ,

μια ευτυχία στην καρδιά μου

για να την έχω όσο ζω».

 

Βαθιά στο πέλαγος,

τα κύματα χτυπούσαν το βαπόρι,

το σκάντζα βάρδια ακούστηκε,

το μπότζι είχε αρχίσει.

 

Με το μαντήλι της φωτιάς

εις τον λαιμό δεμένο,

τις γραδελάδες** ανέβαινε

με βήμα κουρασμένο.

 

Κόκκινα μάτια πρόδιδαν,

καρδιά που αιμορραγούσε.

για ένα δωμάτιο ζεστό

αυτό π’ αναπολούσε.

*Ντουκουμάνης = Αρχιλιπαντής της μηχανής του καραβιού

**Γραδελάδες= σχάρες, μηχανής 

 

 

 

ΕΝ ΠΛΩ

Το βαπόρι γλιστρά σε ασημένιους αφρούς,
συνοδευόμενο από τους βόγγους των κυμάτων.
το φεγγάρι φωτισμένο ρολόι τ’ ουρανού
ξεγυμνώνει τους πόθους της νύχτας.

Εγώ στα βάθη του ωκεανού,
εκείνη στο μικρό λιμάνι,
οι ματιές μας συναντώνται μόνο
στον ολόφωτο καθρέφτη του φεγγαριού.

_________________________

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Πλέω στο ποτάμι του χρόνου,
ψάχνοντας να βρω,
την αληθινή αγάπη.
Αυτή που δεν πουλιέται.

Περνώ στην απέναντι όχθη,
βρίσκω τον αέρα π’ αναπνέω,
το φως του ήλιου,
το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Αυτά που δεν πουλιόνται.

Στην απλοχεριά του τοπίου,
στην παρθενία της ζούγκλας,
στο φιλί της γυναίκας,
βρίσκω την αληθινή αγάπη.
Αυτή που δεν πουλιέται.

Πλέω στο ποτάμι του χρόνου,
το ρεύμα της φθοράς,
παρασύρει την αληθινή αγάπη.
Αυτή που δεν πουλιέται.

_____________________

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ

Η ανάσα της φάλαινας

ακουγόταν σαν τη

βουτιά της πλώρης

σε φουσκοθαλασσιά.

 

Τα χελιδονόψαρα πετούσαν

στην κουβέρτα ξεψυχούσαν

Τα δελφίνια τούμπες κάναν

Απ’ την πλώρη μας περνούσαν.

 

Ο γαλάζιος ορίζοντας

μου χάριζε τον ήλιο.

Η αγκαλιά των λιμανιών

κοπέλες της μιας νύχτας.

 

 Τα απόνερα της προπέλας

έγραφαν τα πλάτη και τα μήκη.

Οι πολύχρωμες παντιέρες

τις ανθρώπινες κουλτούρες.

 

Η σφυρίχτρα εν πλω

το καρδιοχτύπι του πούσι.

Η γαλακτώδη θάλασσα

το φόβο της φουρτούνας.

 

Το καμπανάκι

της σκάντζα βάρδιας,

ναυτική αδελφοσύνη.

 

Μέσα σε αυτά μεγάλωσα,

από παιδί έγινα άνδρας.

Όλα αυτά τα’ αντάλλαξα

για το φιλί μιας γυναίκας.

____________________________

ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ

 

Απ’ το ιερό  φυτό των Μάγια,

το λευκό και κίτρινο καλαμπόκι,

δειλά, δειλά  ξεφύτρωσε

το μπουμπούκι της αγάπης.

 

 Καράβι αγκυροβόλησε

μπρος στο κλειστό μπουμπούκι

ο ναυτικός το μύρισα

κι άνθισε λουλούδι.