ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

Κατακτητές και άποικοι: Η Κεφαλονιά κατοικήθηκε στην 10η χιλιετία π.Χ. Έχει ήδη εξακριβωθεί ότι η ανθρώπινη παρουσία στην Κεφαλονιά σημειώνεται από την εποχή του Λίθου.

Οι αρχαιότεροι προϊστορικοί οικισμοί εντοπίστηκαν δυτικά της αρχαίας Κράνης, κοντά στο σημερινό Αργοστόλι. Τείχη κυκλώπειας «τεχνοτροπίας» (βράχια ο ένας πάνω στον άλλο χωρίς πηλό ανάμεσά τους) και τάφοι ακανόνιστου ελλειψοειδούς ή κυκλικού σχήματος μαρτυρούν συνεχή κατοίκηση ολόκληρη την τρίτη χιλιετία π.Χ. Νεκροταφεία στα Κοκολάτα και τα Μαζαρακάτα καλύπτουν ολόκληρη την περίοδο της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας, από την προμυκηναϊκή ως την υστερομυκηναϊκή εποχή.

Στα Μαζαρακάτα, οι τάφοι έχουν λαξευτεί σε βράχια και περιείχαν κτερίσματα όμοια με άλλων οικισμών μυκηναϊκής εποχής. Τα ευρήματα «μιλούν» για μεταφορά εκεί του μυκηναϊκού πολιτισμού από αποίκους που έφτασαν στο νησί γύρω στα 1500 π.Χ. Η μυθολογία τους γνωρίζει:

Κατά μια κυρίαρχη εκδοχή, ο Τάφιος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Ιπποθόης, κόρης του Μήστορα, γιου του Περσέα και της Λυσιδίκης, η οποία ήταν κόρη του Πέλοπα. Με άλλα λόγια, ήταν δισέγγονος του πρώτου βασιλιά των Μυκηνών (Περσέα) και τρισέγγονος του επώνυμου ήρωα της Πελοποννήσου (Πέλοπα). Ο Τάφιος έγινε γενάρχης των Ταφίων και έκτισε την πόλη Τάφο από την οποία πήρε το όνομά του ολόκληρο το νησί που παλαιότερα ονομαζόταν Ταφία και Τάφος (εκτός από μνήμα, η λέξη σήμαινε και θαυμασμό, έκπληξη, αλλά και αγώνες προς τιμή νεκρού).

Ο γιος του Τάφιου, Πτερέλαος (αυτός με την χρυσή τρίχα στο κεφάλι), άπλωσε την κυριαρχία του και στα γύρω νησιά. Του Πτερέλαου οι γιοι, με στρατό από Τηλεβόες (τους κατοπινούς Τάφιους, εκστράτευσαν εναντίον των Μυκηνών και ζήτησαν μερίδιο της εξουσίας ως απόγονοι του Περσέα. Κατά τη μυθολογική άδεια, βασιλιάς στις Μυκήνες ήταν ακόμα τότε ο Ηλεκτρύων, γιος του Περσέα. Στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκαν όλοι οι γιοι του Πτερέλαου κι όλοι του Ηλεκτρύωνα, ο οποίος παρέδωσε το βασίλειό του στον Αμφιτρύωνα, βασιλιά της Θήβας και συγγενή του.

Ο Αμφιτρύων νομιμοποιήθηκε έτσι να εκστρατεύσει εναντίον των Τάφιων. Κυρίευσε την Ταφία και την χάρισε στον Κέφαλο που τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία. Το νησί ονομάστηκε Κεφαλληνία και οι κάτοικοι Κεφαλλήνες. Ήταν χωρισμένη σε τέσσαρες  αυτόνομες δημοκρατίες, την «Κεφαλληνιακή Τετράπολη» (Σάμη, Κράνη, Πάλλη και Πρόννοι). Λόγω των αντιπαραθέσεών τους οι πόλεις απέκτησαν από τους Ελληνιστικούς Χρόνους ισχυρές οχυρώσεις.

Η Πάλη περιλάμβανε ολόκληρη τη δυτική χερσόνησο του νησιού (τη σημερινή Παλλική) και ήταν χτισμένη στο λόφο Ντούρι ή Παλιόκαστρο. Η Κράνη ήταν χτισμένη επάνω στον μυχό της λιμνοθάλασσας του Κουτάβου (μέχρι και σήμερα διατηρούνται ίχνη από τα κυκλώπεια τείχη) και περιλάμβανε το νότιο τμήμα του νησιού στα δυτικά του Αίνου.

Οι Πρόννοι που ήταν στα νοτιοανατολικά της Κεφαλονιάς, καταλάμβαναν το νότιο-ανατολικό τμήμα του νησιού. Σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Πολύβιο, ο Πόρος πρέπει να ήταν λιμάνι της δυσπόρθητης πόλης των Πρόννων που βρίσκονταν στον λόφο πάνω από το σημερινό χωριό Πάστρα και Η Σάμη που ήταν χτισμένη σε δύο λόφους, πάνω ακριβώς από τη σημερινή κωμόπολη και περιλάμβανε όλη τη πρώην επαρχία της Σάμης.

Συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο ως μέρος του Βασιλείου του Οδυσσέα. Έστειλε στρατό και στους Περσικούς Πολέμους και αργότερα εισχώρησε στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Η Σάμη, υπήρξε η σπουδαιότερη και αποίκισε τη Σάμο και ακολούθως τη Σαμοθράκη.

Το 187 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τη Σάμη, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη της Ρωμαιοκρατίας στο νησί. Αυτές και οι τέσσερις ονομάσθηκαν από τους υιούς του πρώτου άρχοντα και ονοματίσαντος την νήσο, του Κεφάλου: Τον Σάμο, τον Κρανίο, τον Πηλέα και τον Πρώννο.

Ο Κέφαλος ήταν γιος του βασιλιά της Φωκίδας Δηιονέως, ο οποίος έφθασε εδώ φυγάς από την Αθήνα και εξεδίωξε μαζί με τον Αμφιτρύωνα τους παλαιότερους κατοίκους της Κεφαλλονιάς, τους Ταφίους (Τηλεβόες). Όταν οι βασιλιάδες της μυκηναϊκής Κεφαλονιάς διεκδίκησαν τη βασιλεία των Μυκηνών, ο Κέφαλος ήταν ο ένας από τους δύο ήρωες που συνόδευαν τον Αμφιτρύωνα στην εκστρατεία των Μυκηνών εναντίων της Κεφαλονιάς.

Αναφέρει το Ετυμολογικόν το Μέγα: «Κεφαλληνία, από Κεφάλου τινός, ος ακουσίως ανελώς Πρόκριν την Ερεχθέως μητέρα, έξεισι της Αττικής, και συν Αμφιτρύωνι στρατεύεται κατά Τηλεβόων. Έπειτα δε εκ Λυσίππης έσχεν Σαμαίον και Κράνεων και Παλαιών, αφ’ ων οι εν τη Κεφαλληνία Πρόνοοι, Σαμαίοι, Κράνειοι, Παλείς προσηγορεϋθησαν. Ούτως Επαφρόδιτος εν υπομνήματι της Οδύσσειας».

Ο Αριστοτέλης στην «Ιθακησίων πολιτεία» αναφέρει: «Τον Κέφαλον οικούντα εν ταις απ’ αυτού κληθείσαις Κεφαληνίαις νήσοις, άπαιδα επί πολύ όντα, ερόμενον τον θεόν, κελευσθήναι ω αν εντύχη θήλει συγγενέσθαι, παραγενόμενον δε εις την πατρίδα και δη εντυχόντα άρκτω, κατά τον χρησμόν συγγενέσθαι, την δε εγκύμονα γενομένην μεταβαλείν εις γυναίκα και τεκείν παίδα, ον κληθήναι από της μητρός άρκτου Αρκείσιον» Αυτός ο εξ άρκτου Κεφαλήν Αρκείσιος ήταν ο ήρως και γνωστός πάππος του Οδυσσέως.

Ο Ηρόδοτος υπήρξε εκείνος που ονόμασε πρώτη φορά το νησί Κεφαλληνία, ενώ ο Όμηρος  (και ο Βιργίλιος τον Α’ π.Χ. αιώνα) δεν αναφέρει νησί Κεφαλληνία αλλά «μεγαθύμους Κεφαλλήνας», όνομα που δίνει σε όλους τους υπηκόους του Οδυσσέα (τους κατοίκους στις Ιθάκη, Ζάκυνθο, Νήριτο, Κροκύλεια και Σάμη ή Σάμο, όνομα που αποδίδεται στην Κεφαλονιά). Κατά μιαν άλλη εκδοχή, την Σάμη έκτισε ο Αγκαίος.

Γύρω από αυτό το όνομα υπάρχει σύγχυση σε σχέση με την Κεφαλληνία. Υπήρχε ο Αγκαίος, γιος του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκούργου (δισέγγονου του Αρκάδα), που μετείχε στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου κι έκτισε τη Σάμη, από την οποία κάποια στιγμή έφυγε μαζί με Λέλεγες και πήγε στο Αιγαίο όπου αποίκισε το νησί που πήρε το όνομα Σάμος, σε ανάμνηση της μητρόπολης.

Υπήρχε όμως και ο Αγκαίος, ο γιος του Ποσειδώνα και της Αστυπάλαιας που βρέθηκε βασιλιάς των Λελέγων στη Σάμη της Κεφαλονιάς και μετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία. Αυτός αποίκισε τη Σάμο του Αιγαίου κι από ένα γιο του πήρε το όνομά του το εκεί νησί. Άλλος γιος του Αγκαίου ήταν ο Αγαπήνωρ, βασιλιάς της Αρκαδίας και αρχηγός των Αρκάδων στον Τρωικό πόλεμο. Κάποιες πηγές τον θέλουν βασιλιά της Σάμης.

Ο Όμηρος αναφέρει κάποιον Μέντη, βασιλιά των Τηλεβόων (140 χρόνια μετά τον Πτερέλαο), που φιλοξενήθηκε από τον Οδυσσέα. Αυτό, κατά τους ειδικούς, σημαίνει ότι οι Τάφιοι ή Τηλεβόες ήταν κάτοικοι εκεί αλλά αφομοιώθηκαν από τους Κεφαλλήνες, μόνους οικιστές της Κεφαλονιάς στα ιστορικά χρόνια.

Ο Ησύχιος αναφέρει πως η Κεφαλονιά ελέγετο και Σκιάρα.  Ο ΚΕΦΑΛΟΣ Τα παλαιότερα ανασκαφικά ευρήματα ανάγονται στη Μέση και την Ανώτερη Παλαιολιθική Περίοδο, τα σημαντικότερα δε από αυτά προέρχονται από τις περιοχές της Σάμης, του Φισκάρδου και της Σκάλας.

Νεολιθικές θέσεις έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο της Δράκαινας (κοντά στον Πόρο), στη Σκάλα και στα Κοκολάτα. Ιδιαίτερα σημαντική για την Κεφαλλονιά υπήρξε η Μυκηναϊκή Περίοδος, όταν ο πληθυσμός απλώθηκε σε όλο το νησί και δημιούργησε έναν ενιαίο πολιτισμό. Οι ακροπόλεις των Πρόννων έδιναν την εντύπωση, ότι ο  Πόρος υπήρχε από την κλασσική περίοδο.

Όμως η πρόσφατη ανακάλυψη και  έρευνα ενός μεγάλου θολωτού τάφου της Μυκηναϊκής περιόδου, που βρέθηκε στην  θέση Μπρούτζι των Τζανάτων, δείχνει πως η περιοχή είχε κατοίκους πολύ  παλιότερα από τα προϊστορικά χρόνια. Ο τάφος είναι ο μεγαλύτερος και ο καλύτερα διατηρημένος από όσους έχουν βρεθεί στο νησί. Έχει διάμετρο 6,80μ. και είναι  κτισμένος σε βραχώδες πλάτωμα λόφου.

Μέσα στον τάφο βρέθηκαν πολλές ταφές  που χρονολογούνται από το 1.400 μέχρι το 1.000 π.Χ. Ο τάφος αυτός σηματοδοτεί  την ύπαρξη ενός ισχυρού Μυκηναϊκού κέντρου, πιθανόν της Ομηρικής Ιθάκης. Ο Πόρος ακολουθώντας την ιστορία του νησιού, γνώρισε πολλούς κατακτητές: Ρωμαίους, Φράγκους, Ενετούς, Ιταλούς, Γάλλους, Ρώσσους, Τούρκους και τέλος Άγγλους, ως το 1864 που η Κεφαλονιά ενώθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μάλιστα το 1821 ονομάστηκε Νέα Μάλτα, όταν κατοικήθηκε από Μαλτέζους, που έφερε ο τότε Άγγλος διοικητής  του νησιού Νάπιερ, φοβούμενος την ερήμωση της περιοχής.

Ο πρότυπος γεωργικός οικισμός, που θα δημιουργούσε, δεν λειτούργησε ποτέ. Πρόσφατη ανακάλυψη και αρχαιολογικές ανασκαφές πραγματοποιούνται στο Σπήλαιο  “Δράκαινα” στον Πόρο από κλιμάκιο της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας. Το σπήλαιο διασώζει πλούσια πολιτιστικά στοιχεία. Από τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα και έως τις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα είχε χρησιμοποιηθεί ως ιερό το οποίο όπως αποδεικνύεται από επιγραφική μαρτυρία, ήταν αφιερωμένο στις Νύμφες.

Στα ευρήματα της χρήσης του σπηλαίου κατά τους ιστορικούς χρόνους περιλαμβάνονται κατάλοιπα θυσιαστηρίων γευμάτων, πλήθος αγγείων ποτού και φαγητού, ειδώλια και ανάγλυφα πλακίδια. Η παλαιότερη χρήση του σπηλαίου ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Ανασκαφικά ευρήματα και ραδιοχρονολογήσεις πιστοποιούν ανθρώπινη εγκατάσταση από το 5.700 π.Χ. έως το 2.300 π.Χ. 

Στις επιχώσεις αυτής της περιόδου αποκαλύπτονται επάλληλες στρώσεις δαπέδων, υπολείμματα από εστίες τροφοπαρασκευής, θέρμανσης και φωτισμού, διατροφικά κατάλοιπα, πολυάριθμα θραύσματα αγγείων, πολλά εργαλεία (π.χ. λεπίδες και αιχμές βελών) και αρκετά είδη προσωπικού καλλωπισμού, όπως χάντρες από πέτρα και όστρεο καθώς και τμήματα βραχιολιών από ένα όστρεο που ήταν αλιεύσιμο στο Β. Αιγαίο.

Οι πρώτες αναφορές στην ιστορία για τη Κεφαλονιά υπάρχουν από τη περίοδο των Περσικών πολέμων, όπου βρίσκουμε τους Κεφαλλήνες να συμμετέχουν στη μάχη των Πλαταιών, όπου η Πάλη έστειλε διακόσιους οπλίτες. Στα 435 π.χ. οι κάτοικοι της Πάλης,έστειλαν τέσσερα πλοία τους να ενισχύσουν τον κορινθιακό στόλο στον πόλεμο εναντίον της Κέρκυρας, όταν προέκυψε η διαμάχη τους για την Επίδαμνο (βλ. [ Πατριδογνωσία] «Ιστορία του νομού Κέρκυρας»: Ενάντια στη μητρόπολη)., αποκρούοντας μάλιστα με επιτυχία την εκδικητική συμπεριφορά των Κορινθίων.

Όταν ξεκίνησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431 – 404 π.Χ.), η Κεφαλονιά ήταν ελεύθερη σύμμαχος των Αθηναίων. Στο Πελοποννησιακό πόλεμο και οι τέσσερις πόλεις της Κεφαλονιάς τάχθηκαν στο πλευρό των Αθηναίων. Ο αθηναϊκός στόλος κυρίευσε το νησί το δεύτερο έτος του πολέμου, για να το μετατρέψει σε ορμητήριο επιδρομών Αθηναίων και Κερκυραίων εναντίον των ηπειρωτικών παραλίων. Οι Κορίνθιοι προσπάθησαν να κυριεύσουν την Κράνη αλλ’ απέτυχαν.

Όταν έπεσε η Αθήνα, η Κεφαλληνία συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες. Οι Αθηναίοι ανέτρεψαν γρήγορα την αρχή των τριάκοντα τυράννων κι αμέσως έστειλαν τον στρατηγό τους Ιφικράτη με στόλο στην Κέρκυρα. Στην επιστροφή του, ο Ιφικράτης δεν παρέλειψε να κάνει απόβαση στην Κεφαλονιά και να της επιβάλει αναγκαστική φορολόγηση. Οι πόλεις του νησιού βρέθηκαν στο πλευρό της Αθήνας ολόκληρο τον Δ’ αιώνα. Το 372 π.Χ. τάχθηκε και πάλι στο πλευρό της, στον αθηναϊκό αγώνα εναντίον του Φιλλίπου.

Στα μέσα της επόμενης εκατονταετίας, βρέθηκαν σύμμαχοι της Αιτωλικής Συμπολιτείας, στον αγώνα της εναντίον του Μακεδόνα Φιλίππου Ε’. Το 218 π.Χ. ο Φίλλιπος Ε’ έπλευσε με το στόλο του εναντίον της Κεφαλονιάς και παρόλο που αποβιβάστηκε στους Πρόννους οι δυσκολίες του εδάφους τον ανάγκασαν να αποχωρήσει και να στραφεί προς τη Πάλη, την οποία αν και πολιορκούσε επίμονα, απέτυχε να τη καταλάβει για να αποχωρήσει μετά από καιρό. 

Η Κεφαλληνία διατήρησε την ανεξαρτησία της ως το 189 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος Μάρκος Φούλβιος Νουβιλίωρ υπέταξε την Αιτωλική Συμπολιτεία και την ανάγκασε να εκχωρήσει στη Ρώμη την Κεφαλονιά, μαζί με τη Ζάκυνθο. Στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η Κεφαλονιά έγινε στόχος πειρατών αλλά και άπληστων Ρωμαίων επάρχων.

Ανάμεσά τους ήταν και ο Γάιος Αντώνιος (συνύπατος με τον Κικέρωνα και θείος του Μάρκου Αντώνιου, εραστή της Κλεοπάτρας). Το νησί έγινε κτήμα του. Τον εξόρισαν από τη Ρώμη κι αυτός εγκαταστάθηκε στην Κεφαλονιά (59 – 53 π.Χ.) όπου άρχισε να κτίζει μια πόλη, η οποία μάλλον ποτέ δεν τελείωσε. Αργότερα, ένας αυτοκράτορας χάρισε το νησί στους Αθηναίους. Η ευημερία ξαναγύρισε στην Κεφαλονιά επί Αντωνίνων (από το 138 μ.Χ.) κι ως τον Δ’ αιώνα. Από τα τέλη του 4ου αι. η Κεφαλλονιά αποτέλεσε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έγινε έδρα του θέματος στο οποίο περιλαμβάνονταν τα νησιά του Ιονίου αλλά γνώρισε κι αυτή πειρατικές επιδρομές. Οι πιο οδυνηρές ήταν των Σαρακηνών που ξεκίνησαν το 867 και κράτησαν ως το 1085. Τη χρονιά αυτή, στο νησί (στην περιοχή του Φισκάρδο) αποβιβάστηκαν οι δυνάμεις του Ροβέρτου Γισκάρδου. Ο εισβολέας πέθανε εκεί από πυρετό. Οι Πισάτες εισβολείς που αποπειράθηκαν να πάρουν την Κεφαλονιά το 1099, αποκρούστηκαν. Ο Γουλιέλμος Β’ της Σικελίας τα κατάφερε (1185).

Μετά, ήρθαν οι Φράγκοι της 4ης Σταυροφορίας:Στα τέλη του 11ου αι. προσπάθησε ανεπιτυχώς να την καταλάβει ο νορμανδός Pοβέρτος Γυισκάρδος, ενώ το 12ο αι. πέρασε διαδοχικά στους Nορμανδούς, το βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμο B’ και τους Oρσίνι, οι οποίοι κυριάρχησαν ώς το 1335.  Στα 1204, η Κεφαλονιά έγινε φέουδο του Ματθαίου Ορσίνι που αναγορεύτηκε κόμης της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου με επικυρίαρχη την Βενετία. Επί ενάμισι αιώνα, η οικογένεια των Ορσίνι διαφέντευε το νησί.Στα 1357, η Κεφαλονιά πέρασε στην ιδιοκτησία των Τόκκων. Είχε προηγηθεί αλισβερίσι με συμβόλαια και προίκες:Ο Γουλιέλμος Τόκκος από το Βενεβέντο (πόλη στην ιταλική Καμπανία, κοντά στο σημερινό Μπενεβέντο) ήταν στρατιωτικός διοικητής της Κέρκυρας και της Ζακύνθου.

Στα 1311, πήρε γυναίκα του τη Μαργαρίτα, μοναχοκόρη του κόμη της Κεφαλονιάς, Ιωάννη Ορσίνι. Τότε ήταν που η επικυριαρχία των νησιών πέρασε στο βασίλειο της Νάπολη. Καθώς στην απέναντι Ήπειρο σφάζονταν εκείνο τον καιρό Έλληνες, Σέρβοι, Αλβανοί και Φράγκοι, το βασίλειο της Νάπολη έκανε τον Τόκκο διοικητή (1330) και της Κεφαλονιάς για να οργανώσει την άμυνα σε πιθανή επίθεση από την ηπειρωτική ακτή. Ο Γουλιέλμος Τόκκος πέθανε το 1335. Ήταν η εποχή που γινόταν χαμός στην Ευρώπη.

Ο πρίγκιπας του Τάραντα (του βασιλείου της Νάπολη), Ροβέρτος, είχε αιχμαλωτιστεί από τον βασιλιά της Ουγγαρίας, Λουδοβίκο. Ο γιος του Γουλιέλμου Τόκκου, Λεονάρδος, βρέθηκε να πολεμά τον βασιλιά της Ουγγαρίας και κατάφερε να απελευθερώσει τον Ροβέρτο. Ο τελευταίος είχε από το 1350 πουλήσει τα νησιά του Ιονίου στη Βενετία. Βαθιά υποχρεωμένος, ξεκίνησε ενέργειες να παραχωρηθούν στον Λεονάρδο Τόκκο.

Η Βενετία αναγόρευσε τον Λεονάρδο κόμη και του έδωσε την «κομητεία» Κεφαλονιάς, Ζακύνθου και Ιθάκης, παύοντας να ασχολείται με την ασφάλεια του νότιου Ιονίου. Οι Τόκκοι έμειναν κόμητες στα νησιά για πάνω από 120 χρόνια. Στα 1479, έληξε ένας ακόμα πόλεμος ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Στους Τούρκους έλαχε και η Κεφαλονιά. Εκθρόνισαν τον τελευταίο των Τόκκων, Λεονάρδο κι αυτόν, κι εγκαταστάθηκαν στο νησί.

Είκοσι χρόνια αργότερα (1499), νέος τουρκοβενετικός πόλεμος ξέσπασε. Στα τέσσερα χρόνια της διάρκειάς του, η Κεφαλονιά υπέστη τα πάνδεινα από τους αντιμαχόμενους. Στα 1503, κατακυρώθηκε οριστικά στη Βενετία. Στη μάχη του Λάλα: Με τους Βενετσιάνους, η Κεφαλονιά έγινε απόρθητη καθώς νέα φρούρια υψώθηκαν και αυτά που υπήρχαν ενισχύθηκαν.

Παρ’ όλα αυτά, η ύπαιθρος λεηλατήθηκε άγρια το 1538, όταν οι Τούρκοι έκαναν απόβαση στο νησί. Δεν το πήραν. Συνέλαβαν όμως 13.000 κατοίκους και τους πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα. Οι Τούρκοι ξαναφάνηκαν το 1570 και το νησί κόντεψε να ερημώσει. Η καταστροφή του οθωμανικού στόλου, στα 1571 στη Ναύπακτο, γλίτωσε την Κεφαλονιά από τα χειρότερα.

Ήταν η σειρά των μεγαλογεωκτημόνων να βάλουν το χέρι τους και να εκμεταλλευτούν άγρια τον ντόπιο πληθυσμό που συνεχώς αραίωνε. Από το 1748 και για μισό αιώνα, οι κάτοικοι πλήθυναν με μετοικήσεις και κυρίως με την εκεί εγκατάσταση πολλών Ελλήνων μισθοφόρων του βενετσιάνικου ναυτικού. Ξεκίνησε περίοδος ακμής που ανακούφισε την προηγούμενη φτώχεια. Από το 1797, γνώρισε και η Κεφαλονιά την αλληλοδιαδοχή στο Ιόνιο των δημοκρατικών Γάλλων, των Ρωσοτούρκων, της περιόδου της Επτανησιακής Δημοκρατίας και των αυτοκρατορικών Γάλλων.

Στους Άγγλους, το νησί υποτάχθηκε νωρίς (1809). Στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης, Κεφαλονίτες σχημάτισαν σώματα πολεμιστών και μετείχαν στις μάχες σε Μοριά και Ρούμελη. Ανδραγάθησαν στη μάχη του Λάλα, στην Ηλεία. Πριν από το 1821, έμεναν εκεί αποκλειστικά Τουρκαλβανοί, οι φημισμένοι Λαλαίοι. Τον Μάιο του 1821, δημιουργήθηκε ελληνικό σώμα που εγκαταστάθηκε πλάι στο Λάλα με αντικειμενικό σκοπό να εκπορθήσει το χωριό, το οποίο αποτελούσε σφήνα στα πλευρά των Ελλήνων επαναστατών.

Μαζεύτηκαν 2.500 άνδρες, οι πιο πολλοί Επτανήσιοι, με αρχηγό τον Ανδρέα Μεταξά. Στις 13 Ιουνίου, χίλιοι Λαλαίοι ενισχυμένοι με πεντακόσιους Τούρκους από την Πάτρα, έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση στο ελληνικό στρατόπεδο. Οι Έλληνες κατάφεραν να οργανώσουν την άμυνά τους και να αντεπιτεθούν. Ως το ξημέρωμα, οι Λαλαίοι όχι μόνο είχαν υποστεί καθοριστική ήττα αλλά κι εγκατέλειψαν το χωριό τους και κατέφυγαν στην Πάτρα.

Η μάχη αυτή είχε τεράστιο αντίκτυπο τόσο στο ηθικό των Ελλήνων όσο και στην πρακτική πλευρά καθώς το Λάλα ουσιαστικά αποτελούσε «προχωρημένο φυλάκιο» των Τούρκων στη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Ο ξεσηκωμός του 1848: Στην ίδια την Κεφαλονιά όμως, τα πράγματα πήγαιναν πολύ άσχημα. Από το 1829 κι έπειτα, η ναυτιλία είχε μαραθεί.

Οι μικροαγρότες υπέφεραν και οι άρχοντες, όπως παντού στα Ιόνια νησιά, είχαν επαναφέρει το άγριο πρόσωπο της φεουδαρχίας. Κάποια στιγμή, οι Κεφαλονίτες αγρότες άλλαξαν τις καλλιέργειές τους και, αντί για σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια. Η σταφίδα όμως «δεν είχε τιμή» και η παραγωγή έμενε απούλητη.

Η Ιόνιος Τράπεζα που είχε ιδρυθεί για να στηρίξει το αγροτικό εισόδημα, στην ουσία αποτελούσε νόμιμο τοκογλυφικό μηχανισμό στα χέρια των Εγγλέζων. Δάνειζε τα χρήματα των καταθετών της με 9%, από το οποίο ένα 3% πήγαινε στον καταθέτη και 6% «στον Εγγλέζο», όπως γράφει ο Π. Χιώτης. Στα 1848, η Τράπεζα ξεκίνησε να γυρεύει πίσω τα χρήματα των δανείων.

Οι χρεωμένοι μικροαγρότες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε τοκογλύφους που βρήκαν ευκαιρία να ξεπουλάνε τα χωράφια και να τα καρπώνονται οι ίδιοι. Οι αγρότες αποφάσισαν να ξεσηκωθούν. Νύχτα 25 προς 26 Σεπτεμβρίου του 1848, οργανωμένοι αγρότες μπήκαν στο Αργοστόλι από πολλές μεριές. Για όπλα είχαν τσεκούρια, κασμάδες και γεωργικά εργαλεία. Σκοπός τους ήταν να καταλάβουν τα δημόσια κτίρια και να κάψουν τα χρεόγραφα και τις δικογραφίες.

Το κίνημά τους όμως είχε προδοθεί. Στην πλατεία κατάφερε να φτάσει μια ομάδα με επικεφαλής τον Χαράλαμπο Μηνέτο και υπαρχηγό τον Χαράλαμπο Παγουλάτο. Ο Εγγλέζος τοποτηρητής Ντ’ Έβερτον τους βγήκε μπροστά με περίπου εκατό οπλισμένους φρουρούς. Άνοιξε συζήτηση με τον Μηνέτο, τονίζοντάς του ότι ήταν υποχρεωμένος να φροντίσει για την τήρηση της τάξης.

Ο Μηνέτος εξήγησε ότι το πρόβλημά τους δεν ήταν οι Άγγλοι αλλά οι αριστοκράτες, η τράπεζα και οι τοκογλύφοι. Ο Ντ’ Έβερτον απάντησε ότι η Βρετανική αυτοκρατορία είχε αναλάβει την προστασία όλων και δεν γινόταν να μην υπερασπιστεί τους αριστοκράτες που κινδύνευαν. Διέταξε πυρ. Ο Μηνέτος σκοτώθηκε επιτόπου. Ο Παγουλάτος τραυματίστηκε. Όταν αποκαταστάθηκε η τάξη, στο πεδίο της μάχης κείτονταν τέσσερις αγρότες νεκροί και τέσσερις Άγγλοι στρατιώτες.

Οι αριστοκράτες παρέλαβαν τα πτώματα των αγροτών, άνοιξαν λάκκο στα χωράφια και τα έριξαν μέσα χωρίς να τα σκεπάσουν. Τα έφαγαν σκυλιά και αγρίμια. Τα χωριά υποχρεώθηκαν να πληρώσουν από 1600 τάλιρα «για τις ζημιές», ενώ πολλοί «πρωταίτιοι» ρίχτηκαν στις φυλακές. Η κατάσταση αγρίεψε. Τα χωριά Πυργί και Ομαλά καταδυναστεύονταν και από έναν Εγγλέζο λοχαγό που είχε διοριστεί δασονόμος και «επέβαλλε τον νόμο» με μαστιγώσεις και συνεχείς παραπομπές των αγροτών σε δίκες για ψύλλου πήδημα.

Κάποιο πρωί, ο δασονόμος βρέθηκε νεκρός. Οι Εγγλέζοι άρχισαν τις συλλήψεις. Οι χωρικοί μαστιγώνονταν ανά δέκα. Και οι άρχοντες κατάγγελλαν όσους ήθελαν να ξεφορτωθούν. Οι φυλακές γέμισαν με «υπόπτους». Ο ξεσηκωμός του 1849: Οι χωρικοί αποφάσισαν να επαναστατήσουν για δεύτερη φορά. Στις 16 Αυγούστου του 1849, ξεσηκώθηκαν ταυτόχρονα σε πολλά χωριά. Ο αριστοκράτης Νικόλαος Μεταξάς Τζανάτος πιάστηκε να κρύβεται σ’ ένα φούρνο. Ζήτησε έλεος. Ο αγρότης Γεράσιμος Ζαπάντης του απάντησε: «Έλεος μωρέ ζητάς εσύ που όπως κι όλο σου το σόι έχετε φάει των φτωχών τα δίκαια και γδύσατε κόσμο, ατιμάσατε κορίτσια και γυναίκες, κλέψατε χήρες και ορφανά και στείλατε άδικα κόσμο στις φυλακές;». Ο Τζανάτος εκτελέστηκε επιτόπου.

Οι Εγγλέζοι κήρυξαν στρατιωτικό νόμο. Στη Γερουσία, ο άρχοντας Γεράσιμος Λούζης αγόρευε: «Γνωμοδοτώντας αναφωνώ αίμα. Το αίμα, κύριοι γερουσιαστές, είναι κατά την γνώμη μου η δίκαιη και άξια τιμωρία που ταιριάζει στην άτιμη επαναστατημένη μερίδα του όχλου. Γι’ αυτό, χωρίς επιείκεια, ας πληρώσουν με το αίμα τους οι αντάρτες τα όσα έκαναν και ο στρατιωτικός νόμος ας τους εξολοθρεύσει.

Αυτή, κύριοι, με πάσαν ειλικρίνειαν, είναι η γνώμη μου». Στην Κέρκυρα, ο Εγγλέζος αρμοστής Ουάρτ παρέλαβε την απόφαση της γερουσίας («θάνατος στους στασιαστές») και «νόμιμα» πια έστειλε τον αγγλικό στρατό και τον στόλο στο Αργοστόλι. Η απόβαση των Άγγλων προκάλεσε έξαψη. Οπλισμένοι αγρότες ξεχύθηκαν στην ύπαιθρο και σκότωσαν όποιον αριστοκράτη βρήκαν στον δρόμο τους κι έκαψαν όποια αρχοντόσπιτα συνάντησαν.

Οι Εγγλέζοι ξεκίνησαν συστηματικές εκκαθαρίσεις. Σε όποιο χωριό έμπαιναν, έπιαναν κι έδερναν με βούρδουλα τις γυναίκες και τους γέρους και κρεμούσαν τους άντρες. Μετά, έβαζαν φωτιά κι έκαιγαν τον οικισμό. Με πρωτοβουλία των αριστοκρατών, η εφημερίδα «Ένωσις» άρχισε να μαζεύει υπογραφές για να σταλεί ευχαριστήρια επιστολή στον αρμοστή Ουάρτ. Μαζεύτηκαν 526 υπογραφές σε ένα σύνολο πληθυσμού περίπου 20.000 κατοίκων.

Ο απολογισμός ήταν τρομερός: Πάνω από ογδόντα σπίτια κάηκαν, 21 αγρότες κρεμάστηκαν (με υποχρεωτική παρουσία των συγχωριανών τους και με τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα). Τρεις άλλοι βρέθηκαν δολοφονημένοι. Άγνωστος αριθμός εγκύων γυναικών χτυπήθηκαν ώσπου να αποβάλουν.

Άγνωστος αριθμός κοριτσιών βιάστηκαν. Εκατοντάδες βασανίστηκαν. Γράφει ο Π. Χιώτης: «Ο καταδικασθείς Ζαπάντης πρώτον εραβδίσθη, έπειτα επομπεύθη κρατών σάρωθρον εις το Αργοστόλι, ετέθη εις την κρεμάθραν, έπειτα εξεκρεμάσθη και αύθις απηγχονίσθη (…) Αι χήραι και τα ορφανά των επαναστατών ανυπόδητοι και εκτραχηλισμένα επλανώντο εις τους δρόμους και τα όρη, επελθούσης ειρήνης και τάξεως.

Οι παθόντες διενυκτέρευον εις σπήλαια και στελέχους δένδρων και εζωτροφούντο ψωμοζητούντες εις τα περίχωρα και εις τας κώμας. Νέοι ευτραφείς και ρωμαλέοι πολίται ημιθανείς και ωχροί κατέκειντο επί του εδάφους, θεραπεύοντες τας ξεσχισμένας σάρκας των από την φονικήν μάστιγα…». Σε 400 υπολογίζει τους δημόσια μαστιγωμένους.  Εν ολίγοις, στους κατοπινούς χρόνους η ιστορική εξέλιξη της Κεφαλλονιάς ταυτίστηκε, σε γενικές γραμμές, με εκείνη των άλλων νησιών του Ιονίου πελάγους.

Οι κάτοικοί της έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και πρωτοστάτησαν στις εξεγέρσεις για την εξασφάλιση ελευθεριών επί Αγγλοκρατίας (Hλίας Zερβός, Iωσήφ Mομφερράτος, Γεράσιμος Λιβαδάς κ.ά.). Η Κεφαλλονιά, όπως και τα υπόλοιπα Επτάνησα, ενώθηκε με την Ελλάδα στις 21 Μαΐου 1864. Κατά την Ιταλογερμανική Κατοχή το νησί πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος για την αντιστασιακή δράση του.

ΠΗΓΗ : http://www.kefaloni.net/ISTORIA.htm
http://www.kefalonia-tours.gr/kefalonia/mithology/
http://kefaloniamou.blogspot.gr/p/blog-page.html
http://historyreport.gr
Mine coins – make money: http://bit.ly/money_crypto