ΣΠΗΛΑΙΟ ΔΡΑΚΑΙΝΑ ΣΤΟ ΠΟΡΟ

Σπήλαιο Δράκαινα Εισαγωγή στην αρχαιολογική θέση Το Σπήλαιο Δράκαινα βρίσκεται στο απόκρημνο και εντυπωσιακό Φαράγγι του Πόρου, ενός μικρού, τουριστικού θέρετρου στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού της Κεφαλονιάς, στο Ιόνιο Πέλαγος [δείτε τον χάρτη]. Οι ανασκαφές που διεξήχθησαν από το 1992 έως το 2005 από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού έφεραν στο φως αρχαιολογικές επιχώσεις που μαρτυρούν τη χρήση του Σπηλαίου από την Νεότερη Νεολιθική (μέσα 6ης χιλιετίας) έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (μέσα 3ης χιλιετίας).

Ύστερα από μια μακρά περίοδο εγκατάλειψης το Σπήλαιο επαναχρησιμοποιήθηκε από το τέλος του 7ου αιώνα έως τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. ως Ιερό των Νυμφών και του Θεού Πάνα. Στη σύγχρονη εποχή το Σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε ως μαντρί. Το Σπήλαιο βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 70 μ. και αποτελεί ένα μικρό και ανοιχτό καρστικό έγκοιλο έκτασης περίπου 90 τ.μ. Περίπου τα 2/3 του χώρου καλύπτονται από ογκόλιθους, αποτέλεσμα της έντονης τεκτονικής δραστηριότητας σε διάφορα στάδια της γεωλογικής ιστορίας του. Το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Μελέτης των Προϊστορικών Επιχώσεων του Σπηλαίου Δράκαινα ξεκίνησε συστηματικά το 2004 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος, υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Δρ Γεωργίας Στρατούλη και με τη συμμετοχή πολλών ερευνητών και φοιτητών από Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Οι ανασκαφές στα νεολιθικά στρώματα αποκάλυψαν ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως επάλληλα δάπεδα από ασβεστοκονίαμα που κάλυπταν μεγάλα τμήματα του Σπηλαίου, μια ασυνήθης αν όχι μοναδική πρακτική για νεολιθικά Σπήλαια στην Ελλάδα, και διάφορες εστίες, κατασκευασμένες από κυκλικά τοποθετημένες πέτρες και τριπτά εργαλεία σε δεύτερη χρήση. Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως πληθώρα μικρών ευρημάτων και διατροφικών καταλοίπων. Η μελέτη τους σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα αρχαιομετρικών, παλαιοοικολογικών και πετρογραφικών ερευνών, στοχεύει στην ανασύνθεση της βιογραφίας της θέσης και στην κατανόηση της σημασίας του Σπηλαίου για τις νεολιθικές κοινότητες. Το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα υποστηρίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, το Δήμο Ελειού-Πρόννων, το Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστόπουλου και το INSTAP.

Η Ανασκαφή Το Σπήλαιο Δράκαινα, το ιστορικό της έρευνας και οι επιχώσεις του Επιστημονικές και άλλες συγκυρίες έκαναν γνωστό το 1992 στην αρχαιολογική κοινότητα το μικρό καρστικό έγκοιλο, που βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 70 μ. στη Ν. πλευρά του απόκρημνου και επιβλητικού Φαραγγιού του Πόρου στην παράλια ζώνη της ΝΑ Κεφαλονιάς.  Από τότε το έγκοιλο αυτό ερευνάται από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (πλέον) Νότιας Ελλάδας ως ‘Σπήλαιο Δράκαινα’, ενώ το 1994 εντάχθηκε στις συστηματικές ανασκαφές του Υπουργείου Πολιτισμού (Στρατούλη 2006, Χατζιώτου και Στρατούλη 2000, Χατζιώτου κ.ά. 1995). Στον Προϊστορικό Τομέα των Ανασκαφών του Σπηλαίου εξελίσσεται από το 1999, με υπεύθυνη τη γράφουσα, ένα διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα με την υποστή­ριξη του (νυν) ΥΠΠΟΤ, την ηθική και υλική συμπαράσταση του Δήμου Ελειού-Πρόννων Κεφαλληνίας και με χρηματοδοτήσεις κυρίως από το Institute for Aegean Prehistory (2003-2009) και το Ίδρυμα Ιωάννη Φ. Κωστόπουλου (2004-2006).

Οι ανασκαφές στα προϊστορικά στρώματα του Σπηλαίου πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1992-1995, 1999-2002, 2004-2005 και αναπτύχθηκαν σε επιφάνεια έκτασης 48 τ.μ., από την οποία αφαιρέ­θηκαν περίπου 25 κ.μ. νεολιθικών επιχώσεων. Το σύνολο αυτών των επιχώσεων ελέγχθηκε και μέσω ξερού κοσκινίσματος χρησιμοποιώντας δύο επάλληλα χειροκίνητα κόσκινα διαφορετικής διαμέτρου. Επιπλέον, ένα μικρό τμήμα από τις εν λόγω επιχώσεις (> 150 δείγματα) υποβλήθηκε σε επίπλευση (water flotation). Το Σπήλαιο Δράκαινα είναι μια αθέατη βραχοσκεπή στη σημερινή του κατάσταση, στο τοπογραφικά διακριτό Φαράγγι του Πόρου, που από αιώνες ‘γεφυρώνει’ τα παράλια της περιοχής με την παρακείμενη ενδοχώρα του νησιού. Σώζεται σε υπολειμματική μορφή λόγω κατάρρευσης τμήματος της οροφής του.

Η ισχυρή τεκτονική δραστηριότητα, που αναπτύσσεται στο Ιόνιο, και άλλες φυσικές διεργασίες προκάλεσαν -ακόμη και στη διάρκεια της αρχαίας χρήσης του- αποσπάσεις τεμαχών από την ασβεστολιθική βραχομάζα, στην οποία είναι διανοιγμένο το έγκοιλο, και επέφεραν αλλαγές τόσο στη μορφή του ίδιου, όσο και στη μορφή του περιβάλλοντα χώρου του.

Η έκταση του στεγασμένου (σήμερα) τμήματος του Σπηλαίου, το οποίο και ερευνάται, δεν υπερβαίνει τα 80 τ.μ., ενώ η μέγιστη έκτασή του κατά τους προϊστορικούς χρόνους υπολογίζεται σύμφωνα με πρόσφατα στρωματογραφικά δεδομένα σε περίπου 100 τ.μ.. Στο ανώτερο τμήμα της επίχωσης του Σπηλαίου αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα της χρήσης του ως ιερό αφιερωμένο στη λατρεία των Νυμφών σύμφωνα με επιγραφές και άλλα ευρήματα, πιθανώς και άλλων θεοτήτων (Πανός και Διός Αινησίου), από το τέλος του 7ου/αρχές του 6ου και μέχρι τις αρχές του 2ου προχριστιανικού αιώνα (Χατζιώτου 2007, Χατζιώτου και Στρατούλη 2000, Χατζιώτου κ.ά. 1995). Ακολουθεί ένα ευδιάκριτο και αρχαιολογικά στείρο στρώμα ερυθρής λατύπης, που αποτέθηκε στο Σπήλαιο με φυσικές διεργασίες και υπέρκειται της μεγάλου πάχους και πλούσιας επίχωσης των προϊστορικών χρόνων

Το αρχαιολογικά αυτό στείρο στρώμα υπογραμμίζει την απουσία ανθρώπινης δραστηριότητας στη Δράκαινα για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου από το 2400 και μέχρι το τέλος του 7ου αι. π.Χ.

Τα παλαιότερα πολιτισμικά στρώματα του Σπηλαίου χρονολογούνται βάσει σειράς βαθμονομημένων ραδιοχρονολογήσεων (calibrated BC) από τα μέσα της 6ης μέχρι μετά τα μέσα της 3ης χιλιετίας, συγκεκριμένα στο χρονικό διάστημα περίπου 5500-2350 π.Χ. (Stratouli et al. 1999). Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες περιοδολογήσεις για το Προϊστορικό Αιγαίο, το Σπήλαιο Δράκαινα χρησιμοποιήθηκε κατά τη Νεότερη Νεολιθική Ι (ΝΝ Ι ή Ύστερη Νεολιθική για τη Δράκαινα: ~ 5500-4900/4800 π.Χ.), τη Νεότερη Νεολιθική ΙΙ (ΝΝ ΙΙ ή Χαλκολιθική για τη Δράκαινα: ~ 4800-3700 π.Χ.) και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού Ι και ΙΙ (~ 3500-2350 π.Χ.). Στις στρωματογραφημένες επιχώσεις του σπηλαίου διασώζονται κατάλοιπα της προϊστορικής εποχής (Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ, Πρωτοελλαδική Ι και ΙΙ) και ιστορικών περιόδων (υστεροαρχαϊκή και ελληνιστική).

Το τέλος της προϊστορικής χρήσης ανάγεται σύμφωνα με τις C14 χρονολογήσεις στα 4543+140BP. Η ανθρώπινη δραστηριότητα διακόπτεται για διάστημα 2000 έτη έως περίπου τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Παράλληλα αξιοσημείωτη είναι και η αλλαγή της χρήσης του σπηλαίου. Κατά την προϊστορική εποχή χρησιμοποιείται ως χώρος ημιμόνιμης εποχιακής εγκατάστασης στα πλαίσια κτηνοτροφοπαραγωγικής οικονομίας, ενώ κατά τους ιστορικούς χρόνους αποτέλεσε χώρο ιερό, πιθανώς συνδεδεμένο με τη λατρεία των Νυμφών. Βιβλιογραφικές αναφορές Στρατούλη, Γ. 2006. Η «Σπηλιά της Δράκαινας» στον Πόρο της Κεφαλονιάς: Η Προϊστορική Επίχωση. Πρώτες εκτιμήσεις από τις ανασκαφικές περιόδους 1992-1995. Στο Πρακτικά της Α΄ Αρχαιολογικής Συνόδου Νότιας και Δυτικής Ελλάδος, Πάτρα, 9-12 Ιουνίου 1996: 647-656. Αθήνα: Τ.Α.Π.Α. Stratouli, G., Facorellis, Y. και Maniatis, Y. 1999. Towards understanding the Late Neolithic and the Chalcolithic in the Ionian Islands, Western Greece: 14C evidence from the “Cave of Drakaina”, Poros, Cephalonia. Στο J. Evin, Chr. Oberlin, J.-P. Daugas και J.-F. Salles (επιμ. έκδ.), 14C et Archéologie. Actes du 3ème Congrès International, Lyon 6-20 avril 1998: 273-278. Mémoires de la Société Préhistorique Française 26, 1999 et Supplément 1999 de la Revue d’Archéométrie. Χατζιώτου, Ε.-Μ. 2007.

Η λατρεία των Νυμφών στο Σπήλαιο Δράκαινα του Πόρου Κεφαλονιάς. Στο Πρακτικά του Συνεδρίου του Δήμου Ελειού-Πρόννων για τα Γράμματα, την Ιστορία και τη Λαογραφία της περιοχής Πρόννων, Πόρος, 8-11 Σεπτεμβρίου 2005: 363-378. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. Χατζιώτου, Ε.-Μ. και Στρατούλη, Γ., 2000. Το Σπήλαιο Δράκαινα στον Πόρο Κεφαλονιάς. Στοιχεία για την προϊστορική χρήση του και για τη λαϊκή λατρεία στους ιστορικούς χρόνους. Στο Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Τόμος Πρώτος), Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997: 61-76. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. Χατζιώτου, Ε.-Μ., Στρατούλη, Γ. και Κοτζαμποπούλου, Ε., 1995. Η «Σπηλιά της Δράκαινας». Πρόσφατη έρευνα στον Πόρο Κεφαλονιάς (1992-1993), Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών ΧΧΙΙ, 1989 (1995): 31-60. Δεκέμβριος 2009 Δρ Γεωργία Στρατούλη ΙΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων 59strat@otenet.gr Ιστορικοί χρόνοι Η Λατρεία των Νυμφών στο Σπήλαιο Δράκαινα του Πόρου Κεφαλονιάς Η διερεύνηση των ανώτερων στρωμάτων της επίχωσης του Σπηλαίου Δράκαινα στο νότιο στεγασμένο τμήμα του άρχισε το 1992 και ολοκληρώθηκε σχεδόν το 2002 .

Παραμένουν ακόμη προς έρευνα ορισμένοι μάρτυρες και τα δυτικότερα τετράγωνα Θ6, Ι4 , Ι5 και Ι6. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι κατά τους ιστορικούς αιώνες το σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας πόλης των Πρόννων, χρησιμοποιήθηκε ως ιερό. Το λατρευτικό χαρακτήρα του απέδειξαν υπολείμματα πυρών, άφθονα οστά αιγοπροβάτων και άλλων οικόσιτων ζώων, χρηστική αλλά και λεπτή αναθηματικού τύπου κεραμική, καθώς και πήλινα εικονιστικά αφιερώματα, δηλαδή προτομές, ανάγλυφα πλακίδια και ειδώλια. Όπως προκύπτει από το αρχαιολογικό υλικό, η λατρεία άρχισε στα τέλη του 7ου και μέχρι τα μέσα περίπου του 5ου αι. π.Χ. ήταν ιδιαίτερη έντονη. Αργότερα, φαίνεται ότι όλο και λιγότεροι πιστοί ανέβαιναν στο ιερό σπήλαιο μέχρι που από τα τέλη του 4ου έως τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. γνώρισε μία δεύτερη άνθηση. Η εγκατάλειψη του ιερού στον πρώιμο 2ο αι. π.Χ., εάν δεν συνέτρεξαν άλλοι λόγοι, π.χ. κάποιος σεισμός, θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους το 189/188 π.Χ. Το σημαντικό αυτό αγροτικό ιερό ήταν αφιερωμένο στις Νύμφες, όπως αυτό βεβαιώνουν δύο εγχάρακτες επιγραφές πάνω σε δύο ελληνιστικά αγγεία του 3ου αι. π.Χ. Στο λαιμό αμφορέα διαβάζουμε την επιγραφή … ΙΑΝΥΝΦΑΙΣ, όπου τα δύο τελευταία γράμματα της χαμένης πρώτης λέξης πρέπει να είναι η κατάληξη του ονόματος της αναθέτριας του αγγείου (Εικ. 2).

Το αντίθετο συμβαίνει με τη δεύτερη επιγραφή ΑΠΑΝΑΔΑΣΝ… στο χείλος μελαμβαφούς κανθάρου, όπου έχουμε ολόκληρο το όνομα του αναθέτη και το πρώτο μόνο γράμμα Ν της δεύτερης λέξης, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με αρκετή βεβαιότητα ΝΥΝΦΑΙΣ. Δραστηριότητες στο Ιερό Στο τ. Β6 βρέθηκε μικρός κυκλικός βόθρος, διαμ. 0,40 μ. και βάθους 0,30 μ. που έδωσε λίγα οστά ζώων και κεραμική του 6ου αι. π.Χ., ενώ στα τ. Δ4, Δ5, Γ4, Γ5 αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα δύο επάλληλων πυρών, του 6ου επίσης αι. π.Χ., που έδωσαν μαζί με τις γύρω τους παραμερισμένες στάχτες πολλά θραύσματα αγγείων πόσης και μερικά άλλα διαφορετικού προορισμού σχημάτων. Πολλά από τα θραύσματα αυτά συγκολλήθηκαν και απάρτισαν αποσπασματικά, αλλά και ολόκληρα αγγεία, τα οποία, όπως φαίνεται, είναι τα μόνα που διασώθηκαν στην αρχική μετά την χρησιμοποίησή τους θέση. Είναι πολύ πιθανόν τα αγγεία αυτά να χρησιμοποιήθηκαν από τους πιστούς κατά τα θυσιαστήρια γεύματά τους και να εναποτέθηκαν μετά, ως αφιερώματα, στον προστατευμένο δίπλα στο βραχώδες τοίχωμα του σπηλαίου χώρο. Στο τ. Ζ4 εντοπίστηκε χώρος απόρριψης υπολειμμάτων γευμάτων γύρω από φωτιές. Πρόκειται για ένα σχεδόν τετράγωνο, διαστ. 2,10×2,20 μ., αβαθή λάκκο, πληρωμένο με χώματα, στάχτες και λίγα κάρβουνα που περιείχαν λίγη σχετικά κεραμική και άφθονα οστά ζώων.

Τέλος, από καθαρισμούς του ιερού στα ελληνιστικά χρόνια προέρχεται το περιεχόμενο δύο μικρών αποθετών στο βορειότερο τμήμα του ανασκαμμένου χώρου (τ. Β5/Β6 και τ. Γ5) καθώς και ενός μεγάλου ημικυκλικού αποθέτη στο μυχό του σπηλαίου (τ. Β2/Β3 και Γ2/Γ3), διανοιγμένου μέσα στα προϊστορικά στρώματα. Το ενδιαφέρον του τελευταίου έγκειται στο γεγονός ότι από αυτόν προέρχεται το σύνολο σχεδόν των πήλινων εικονιστικών αφιερωμάτων του ιερού, αφού μόνο 5 ολόκληρα ή σχεδόν ολόκληρα και ελάχιστα μικρά θραύσματα βρέθηκαν σε όλη την υπόλοιπη ερευνηθείσα έκταση του σπηλαίου. Κεραμική Ενδιαφέρουσα είναι η λεπτή κεραμική από το σπήλαιο, τόσο για την ποικιλία των σχημάτων, όσο και για την προέλευση μεγάλου ποσοστού της από την Κόρινθο, την Αττική, την Ηλεία και από άλλες πιθανώς περιοχές, πράγμα που δείχνει τις έντονες εμπορικές σχέσεις της Κεφαλληνίας με τα μεγάλα ελληνικά κέντρα αγγειοπλαστικής.

Μεταξύ των σχημάτων κυριαρχούν τα αγγεία πόσης, δηλαδή σκύφοι , κάνθαροι , κοτύλες και κύλικες, ενώ τα πιάτα, οι πυξίδες και τα αγγεία υγρών προσφορών, όπως οινοχόες, λύκυθοι, αμφορίσκοι κ.α., εκπροσωπούνται με πολύ λιγότερα δείγματα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η γραπτή κορινθιακή και αττική κεραμική είναι περιορισμένη. Από τα θραύσματα, που βρέθηκαν, ελάχιστα ολόκληρα αγγεία απαρτίστηκαν, όπως μία κορινθιακή κοτύλη με παράσταση Σφιγγών του τέλος του 6ου αι π.Χ. Βρέθηκαν επίσης τρία θυμιατήρια και ελάχιστα θραύσματα λυχναριών.

Τέλος, εκτός από τη λεπτή το ιερό έδωσε και αρκετή χονδροειδή κεραμική, δηλαδή θραύσματα από αμφορείς, λοπάδες και χύτρες. Τα αγγεία από το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκαν είτε ως σκεύη λατρείας, είτε ως σκεύη πόσης, παρασκευής και κατανάλωσης φαγητού κατά τα εορταστικά θυσιαστήρια γεύματα. Πολλά από αυτά, ιδιαίτερα τα καλύτερης ποιότητας και ασφαλώς τα ενεπίγραφα, αφιερωμένα στις Νύμφες, αγγεία θα προσφέρθηκαν μετά τη χρησιμοποίησή τους ή εξ’ αρχής ως αναθήματα στις θεότητες του σπηλαίου. Τέλος, ως δώρα στις θεότητες εναποτέθηκαν, άδεια ή γεμάτα με κάποια υγρή προσφορά, τα πολυάριθμα μικρογραφικά αγγεία που βρέθηκαν, από τα οποία τα περισσότερα είναι κορινθιακά και αποτελούνται κυρίως από κοτυλίσκες και σκυφίδια, και σε πολύ μικρότερο ποσοστό από ομφαλωτά φιαλίδια, κρατηρίσκους και μερικά άλλα σχήματα. Εικονιστικά Αφιερώματα Εκτός από τέσσερα χειροποίητα ειδώλια, από τα οποία τα τρία είναι πτηνόμορφα και ίσως να ανήκουν σε κυκλικούς λατρευτικούς χορούς , όλα τα υπόλοιπα εικονιστικά αφιερώματα είναι κατασκευασμένα με μήτρα.

Τα περισσότερα από αυτά αποτελούν προϊόντα μαζικής, εγχώριας πιθανότατα παραγωγής, με ξένες κορινθιακές κυρίως επιδράσεις. Οι ανδρικές μορφές περιορίζονται σε δύο ανάγλυφα πλακίδια που εικονίζουν την ίδια ανδρική γεροντική μορφή, ένα αποσπασματικό ειδώλιο Πανός που παίζει τη σύριγγα, και σε ένα επίσης αποσπασματικό ειδώλιο του τύπου των γυμνών, καθιστών στο έδαφος, μικρών αγοριών. Αντίθετα, πολλές είναι οι πήλινες εικόνες που παριστάνουν γυναικείες μορφές.

Το μεγαλύτερο ποσοστό τους αποτελούν οι γυναικείες προτομές με χαμηλή ανοιχτή στεφάνη ή κυλινδρικό πόλο στο κεφάλι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει για τη ποιότητα και την καλή διατήρηση του προσώπου μία μεγάλη υστεροαρχαϊκή προτομή με στεφάνη και πέπλο που διατηρεί υπολείμματα από τα αρχικά της χρώματα .  Σε σχέση με τις προτομές τα ειδώλια είναι ολιγάριθμα και εκτός από πέντε καθιστά, τα τρία του γνωστού κορινθιακού τύπου της ένθρονης με πόλο και περιστέρι θεότητας , όλα τα άλλα είναι όρθια και ανήκουν σχεδόν στο σύνολό τους σε συμπλέγματα κυκλικών χορών τεσσάρων γυναικείων μορφών γύρω από μορφή αυλητή.

Διακρίνονται τέσσερις τύποι∙ ένας με σανιδόμορφες γυναικείες μορφές, που διατηρούν ίχνη των χρωμάτων τους, του 6ου αι. π.Χ., ένας δεύτερος με πεπλοφόρους του 5ου αι. π.Χ.  καθώς και δύο ελληνιστικοί τύποι του τέλους του 4ου ή του 3ου αι. π.Χ., από τους οποίους δείχνουμε τον ένα με χορεύτριες που φορούν ζωσμένο ψηλά, κάτω από το στήθος, πτυχωτό χιτώνα. Κυκλικό χορό γυναικών εικονίζει και ανάγλυφος δίσκος του τέλους του 4ου αι. π.Χ., του οποίου βρέθηκε μόνο ένα μικρό απότμημα με δύο αποσπασματικά σωζόμενες γυναικείας μορφές.

Εκτός από τα σχετικά με τις Νύμφες ευρήματα, όπως είναι το ειδώλιο του Πανός, οι κυκλικοί χοροί και κυρίως οι επιγραφές, θα πρέπει να αναφερθούμε και στα ανάγλυφα πλακίδια με την ανδρική γεροντική μορφή. Αν και δεν είναι δυνατό με το υπάρχον αρχαιολογικό υλικό να επιβεβαιωθεί επιγραφικά, πιστεύουμε ότι εικονίζουν τον Δία Αινήσιο, τον λατρευόμενο από όλους του αρχαίους Κεφαλλήνες στην κορυφή του Αίνου καιρικό θεό.

                                    

Σεπτέμβριος 2009 Ευαγγελία-Μιράντα Χατζιώτη  

ΠΗΓΗ : http://www.drakainacave.gr/