ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΠΑΝΟΣ

Ο Νίκος Καμπανός γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Δούλεψε για 18 χρόνια στην Τράπεζα Εργασίας προτού μπει στην περιπέτεια της Εστίασης. Αθλητής του Τέννις, ταξιδευτής και φωτογράφος αλλά περισσότερο απ’ όλα αναγνώστης, ασχολείται επαγγελματικά με την εστίαση.

Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Va pensiero» και αυτή είναι η πρώτη του συλλογή διηγημάτων.

__________________________

 

Αλλόκοτη γέννα

Εκείνες τις βροχερές χειμωνιάτικες νύχτες, που ο αέρας λύγιζε τα κυπαρίσσια σφυρίζοντας βίαια, κουρνιάζανε τα πουλιά ακουμπισμένα το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στις φυλλωσιές. Έτσι κουρνιάζαμε κι εμείς χουχουλιάζοντας κάτω από τα σκεπάσματα, ακούγοντας την άγρια μουσική της βροχής στα κεραμίδια.

Μόλις ξετρυπώναμε τα κεφάλια, το φως του λύχνου που τρεμόσβηνε, έριχνε στους ασβεστωμένους, υγρούς τοίχους του σπιτιού μας δράκους,

πολεμιστές και άλλες σκιές ακαθόριστες που ο φόβος μας βάφτιζε με ό,τι πιο τρομερό. Και έπειτα το λάδι που τελείωνε, το φυτίλι που έσβηνε και εκείνη η μυρωδιά του καμένου, την ίδια εκείνη στιγμή που ακουγόταν η προσταγή της μάνας για να κοιμηθούμε.

Όμως, πού ύπνος… Kι εκείνη η ξαναμμένη φαντασία μας έφερνε στο νου κάθε φορά την ίδια τρομαχτική ιστορία, που μας στοίχειωνε σχεδόν από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τα παραμύθια. Ήταν η ιστορία που οι μεγαλύτεροι λέγαν στους μικρότερους και που τρόμαζε

περισσότερο αυτόν που τη διηγιόταν: εγώ στο μικρό μου αδελφό, ο μεγάλος μας ξάδελφος σε μας. Μια ιστορία που ερχόταν από εκατό χρόνια πίσω και που τρόμαζε ακόμα τα χωριατόπουλα του χωριού μας.

Το χωριό μας, στη βόρεια άκρη της Κεφαλονιάς, κουρνιάζει λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον πιο άγριο γκρεμό του νησιού, τον Κόκκινο Βράχο.

Εκατό και εκατόν πενήντα μέτρα απότομου βράχου, που τα ριζά του ήταν στην άγρια θάλασσα, βράχοι σαν δόντια θεριού, σπάρτα και πουρνάρια, μάζες και λαϊπόδια5. Ένα μικρό άνοιγμα μέσα από πυκνούς θάμνους φανέρωνε την πόρτα του βράχου, τη μόνη πρόσβαση των τολμηρών στο μικρό μονοπάτι, που ξετυλιγόταν φιδίσια προς το χάος, και που το παπούτσι, ένα μόνο, κάποιες φορές χώραγε για να πατήσει ο άφοβος τσοπάνος που τολμούσε να το κατέβει, για να φτάσει τα αμολημένα γίδια του, που ζούσαν σ’ αυτόν τον κρεμαστό κήπο του τρόμου και που κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα για να γλύψουν το αλάτι και να φάνε τα ύστατα, πριν τα μανιασμένα κύματα, φυτά.

Νοιώθαμε δέος για τον γκρεμό αυτό. Τρέμαν τα πόδια μας να κοιτάξουμε την πέτρα που πετάγαμε και που, χωρίς ν’ ακούσουμε τον ήχο της, έπεφτε στο νερό στο τέλος του βαράθρου. Οι κυνηγοί μόνο, στήναν καρτέρι τη νύχτα για τις αλεπούδες που ανηφόριζαν το γκρεμό, ξεκληρίζοντας τα κοτέτσια μας. Αυτό ήταν το χωριό μας και ο τρομερός Κόκκινος Βράχος του και είχε το χωριό μας, σεβάσμια και βοηθό του Θεού, τη Μαμή του, την Καρολίνα, που από παραφθορά τη φώναζαν Καλορίνα.

Ήταν από προγιαγιά σε γιαγιά και από γιαγιά σε μάνα και μετά σε κόρη, η Μαμή του χωριού που ξεγέννησε κι εμάς. Αυτή και οι προγονές της ξεγέννησαν γενιές και γενιές και τα χέρια τους κράτησαν και έφεραν στο φως της ζωής όλη τη μικρή μας κοινωνία. Το σπίτι της Μαμής ήταν το τελευταίο στη σειρά και το χώριζε από το βράχο η εκκλησία του χωριού με το μικρό μας κοιμητήριο.

_____________________________

λαϊπόδι: είδος θυμαριού.

Μια νύχτα βροχερή και χειμωνιάτικη, σαν κι αυτή των παιδικών μας χρόνων, που τα λυχνάρια είχαν σβήσει και οι ξωμάχοι απολάμβαναν τη ζεστασιά του κρεβατιού τους – αμοιβή και βραβείο του μόχθου της μέρας– έτριξε το πορτόνι της Μαμής κι έπειτα ένας ξερός ήχος ακούστηκε: κάποιος χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Η Μαμή πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι και έτρεξε προς την πόρτα. Δεύτερη φορά το χτύπημα στην πόρτα και μια φωνή: «Άνοιξε, Μαμή!». Τράβηξε το μάνταλο και μισάνοιξε την πόρτα. «Ποιος είσαι; από πού είσαι; Καμιά δε γεννάει αυτόν τον καιρό», είπε με παράπονο και απορία. Και τότε έκανε ένα βήμα πίσω, μπροστά στη θέα του πανύψηλου, κατάμαυρου άντρα που στεκόταν στο κατώφλι.

Το φως απ’ το φυτίλι φώτιζε το σκούρο κορμί του, το γυμνό από τη μέση και πάνω. Τα μεγάλα μάτια του άγρια και κόκκινα, την καθήλωσαν και η φωνή του, την πρόσταξε με βιασύνη: «Μαμή, πάρε τα σύνεργά σου, η γυναίκα μου κοιλοπονάει. Βιάσου». Σαν υπνωτισμένη, η Μαμή γρήγορα-γρήγορα βρήκε και σύναξε σύνεργα, γέμισε την τσάντα της, ντύθηκε όπως-όπως, έριξε στις πλάτες της το πιο ζεστό πανωφόρι της και βγήκε στη βροχή. Ο μαύρος τής έπιασε το χέρι και την τράβηξε κοντά του.

Τα πόδια τους μέσα στο σκοτάδι θαρρείς και δεν πατάγανε στη γη, μα το πιο περίεργο και ακατανόητο για το νυσταγμένο μυαλό της, η βροχή που έφερνε ο λυσσασμένος αέρας δεν τους μούσκευε, θαρρείς και μια ομπρέλα έριχνε τη βροχή ολόγυρα και αυτοί τρέχανε σαν πάνω σε άτι. Τρέχανε προς τον Κόκκινο Βράχο.

Έλεγε από μέσα της, …φώναζε από μέσα της: «Πού πάμε στην ερημιά του Θεού;» μα το στόμα της δεν έβγαζε άχνα.

Φτάσανε στην άκρη του χάους, στην πόρτα του βράχου.Το κορμί της ανατρίχιασε στη θέα του γκρεμού και του κατάλευκου πελάγους, που έσπαγε στα κατάμαυρα βράχια. Όμως πριν προλάβει να το καταλάβει, άρχισαν να κατεβαίνουν το ελικοειδές στενό μονοπάτι που μήδε έναν άνθρωπο δε χώραγε και τώρα χέρι-χέρι το κατέβαιναν, στρίβοντας γρήγορα, παρασέρνοντας πέτρες στο πέρασμά τους και αντικρίζοντας τα τρομαγμένα μάτια της τοπία

πρωτόγνωρα και γωνιές που μόνο τα κατσίκια και οι ελάχιστοι άφοβοι τσοπάνηδες είχαν δει κι αυτοί στο φως της ημέρας.

Μέχρι να μετρήσει το φόβο της, έφθασαν στα βράχια της θάλασσας που τα χτυπούσαν τα μανιασμένα κύματα. Κι εκεί, κάτω από μια σπηλιά που την έφτιαξαν οι πεσμένοι βράχοι και το άργασμα του πέλαγου, πάνω σε φύκια σωρό, νά ’σου μια λευκή γυναίκα, ετοιμόγεννη, με τις ωδίνες του τοκετού να την κάνουν πότε να βογκά και πότε να σκληρίζει.

Μ’ εκείνη τη δύναμη και την τέχνη, μαζί με την ανθρωπιά που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά και τη μάνα της η Καλορίνα, ρίχτηκε στο έργο της. Σε λίγο, κρατούσε στα χέρια της ένα κατάμαυρο μωρό. Αφού έκοψε το λώρο, το περιποιήθηκε και το απόθεσε στα στήθη της μάνας, που, ξέπνοη, το αγκάλιασε σφιχτά. Κι αμέσως έπειτα το χέρι

του μαύρου γίγαντα και η άνοδος η φοβερή προς την πόρτα του βράχου και πίσω στον κόσμο του ισιώματος, του πουρναριού, της ελιάς και του κυπαρισσιού. Έφτασαν στο πορτόνι, της έβαλε στο χέρι μια χούφτα χρυσά… κι έφυγε μες στη βροχή και τις αστραπές χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Άνοιξε την πόρτα του χαμηλού σπιτιού, ξεντύθηκε τα βρεγμένα ρούχα που φορούσε και έπεσε αποκαμωμένη δίπλα στον άνθρωπό της που κοιμόταν βαριά.

Το πρωί που ξύπνησε, ο Θεός είχε κάμει τη μέρα λαμπρή και μόνο η μυρωδιά της βρεγμένης γης πρόδιδε τη νυχτερινή μανία της καταιγίδας. Άνοιξε τα μάτια της, στο μυαλό της ήρθε το όνειρο, η νυχτερινή περιπέτεια και έπειτα δίπλα στο κομό το μάτι της έπεσε στα χρυσά νομίσματα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Το πέτρινο πάτωμα της πάγωνε τις πατούσες.

Τράβηξε τα παπούτσια της να τα φορέσει, έσκυψε κι έμεινε να κοιτά τα κολλημένα φύκια!

____________________________________

 

Έρχεται ο Μάκης

Δεν ξέρω αν πρώτα νιώσαμε το κύμα από οσμή βαριάς παλιομοδίτικης κολόνιας ή αν ήταν η έκπληξή μας η ίδια στη θέα του εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι, με τη ζέστη να ανάβει την άσφαλτο. Αραιά σκορπισμένοι, κάτω από τις ομπρέλες, δέκα-δώδεκα πελάτες

και να, ξαφνικά να εισβάλλει ορμητικά την αυλή μας, κουστουμαρισμένος, αρωματισμένος γύφτος, με μπουτονιέρα κόκκινο τριαντάφυλλο, λουστρίνι που τρίζει στο ξύλινο δάπεδό μας, μουστάκι, ελιά, μπρίλ-κριμ μαλλί.

Πώς το λέμε ρε παιδί μου, ένας γύφτος “Γκραντ”. Ανέβηκε τα σκαλιά και μας καθήλωσε φωνάζοντας και χειρονομώντας. Μείναμε άφωνοι, αφεντικά και σερβιτόροι, μπροστά σ’ αυτήν την εντυπωσιακή παρουσία. Μας συνέφερε η μπάσα φωνή του: «Γρήγορα, γρήγορα αδελφέ», στο σερβιτόρο, «ετοίμασε τραπέζι για τριάντα νοματαίους». «Μάλιστα, κύριε», τραύλισε εντυπωσιασμένος ο σερβιτόρος, «Τώρα; Δηλαδή, το θέλετε για τώρα;» «Για τώρα, βρε αδελφέ, για τώρα.

Τελείωσε το βαφτίσι και ερχόμαστε, έρχεται ο Μάκης!» Δεύτερο σοκ για το σερβιτόρο: «Ποιος Μάκης, κύριε; Μήπως ο Χριστοδουλόπουλος;» «Βέβαια, ρε, ο Χριστοδουλόπουλος, ο Μάκης, ο κουμπάρος μου. Προσέξτε το σερβίρισμα, προσέξτε το φαΐ, προσέξτε ρε. Όλα στην πένα τα θέλω. Μη με κάψετε». Αναστάτωση στο μαγαζί, η είδηση κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, έρχεται ο Χριστοδουλόπουλος και ένα τραπέζι γύφτικο, αλλά αρχοντικό.

Σε λίγα λεπτά στρώθηκε το τραπέζι με την καρέκλα του Μάκη στο κεφάλι. Άνετη, ξεχωριστή, Μάκης είναι αυτός.

Ο αρχοντόγυφτος ελέγχει το τραπέζι, με το χέρι ισιώνει πτυχές, κακοσιδερώματα. αρατηρεί, παραπονείται, αγχώνεται, μας αγχώνει. Τραβάει καρέκλες, τσεκάρει ποτήρια, πιάτα. «Κανένα λουλούδι, ρε παιδιά, να το στολίσουμε λίγο». Κόψαμε ό,τι βρήκαμε στον κήπο μας, από εδώ δυο τριαντάφυλλα, από εκεί δυο κλαριά μπουκαμβίλιας, λίγο ριχόσπερμα. Τα βάλαμε σε τρία ανθοδοχεία και να το τραπέζι κούκλα.

Μια χαρά, μια χαρά, μάγκες, Μέγκλα! Σας παραδέχομαι. Πάμε τώρα να δούμε τα ψάρια. Έχει ψάρια, αδελφέ;

Είναι φρέσκα; Ξέρει ρε από ψάρια ο Μάκης, δεν είναι κορόιδο». «Μα τι λέτε, κύριε, πάμε μέσα να δείτε, να διαλέξετε» του λέει ο σερβιτόρος και διπλωμένος, υποχρεωτικός, σχεδόν δουλοπρεπής, οδηγεί τον Γύφτο στην ψαριέρα.

Πίσω ακολουθούν σερβιτόροι, βοηθοί, βοηθάκια μαγεμένοι από τον “Πελάταρο”. Φθάνουμε στην ψαριέρα. Ανοίγει ο Θέμης συρτάρια και αραδιάζει στους πάγκους σφυρίδες, συναγρίδες, φαγκριά, τσαούσια, μπαρμπούνια, όλα τα δώρα του Ποσειδώνα ζωντανά, αστραφτερά. «Δεν υπάρχουν ψάρια σαν κι αυτά, κύριε, πιο φρέσκα δε γίνεται». «Σώπα ρε, μη γρουσουζεύεις τα ψάρια» –σπηλαιώδης– υποβλητική η φωνή του Γύφτου. «Σταύρωσέ τα, ασήμωσέ τα.

Να, έτσι κάνε» και βγάζει από την τσέπη του ένα μασούρι χιλιάρικα, πεντοχίλιαρα. Τα περνάει σταυρωτά πάνω από τα ψάρια, γρήγορα, θεατρικά, εντυπωσιακά, σχεδόν τα

ακουμπάει. «Τι κοιτάτε ρε, ασημώστε» φωνάζει. Πρώτος ο Θέμης βγάζει από την τσέπη του την είσπραξη της μέρας και τα δικά του μαζί και μιμείται το γύφτο, “ασημώνοντας”. «Φτου ρε γαμώτο, δεν ξέρεις να ασημώσεις» και του βουτάει το χέρι που κρατάει σφιχτά το δικό του μασουράκι, κουνώντας το βιαστικά με τον τρόπο που έκανε και ο ίδιος. «Έτσι γίνεται, ρε, ασημώστε γρουσούζηδες».

Ένας-ένας οι άλλοι δύο σερβιτόροι και από κοντά δυο βοηθοί με ό,τι έχουν στην τσέπη τους, καθοδηγούμενοι από το στιβαρό χέρι του “ασημωτή” σταυρώνουν τα ψάρια, μέσα σε ένταση και χαβαλέ. Στο τέλος ο Γύφτος διαλέγει αυτήν την ψαρούκλα και την άλλη, και «Βάλτε κι αυτή τη συναγρίδα, αυτή για το Μάκη και αυτή» και να μια παραγγελία να σου φεύγει το μυαλό. «Βάλτε τα ψάρια στα κάρβουνα σε μία ώρα να είναι έτοιμα, εμείς σε είκοσι λεπτά είμαστε εδώ, ό,τι γουστάρετε, τα καλύτερα για την αρχή και βάλτε Χατζημιχάλη, αυτό πίνει ο Μάκης, να παγώσουν και μπίρες, ρε, παγωμένες να’ ναι».

Τα πράγματα έχουν αρχίσει να παίρνουν έναν ιλιγγιώδη ρυθμό. Ο Γύφτος, “μαέστρος”, έχει βάλει το μαγαζί σε κίνηση. Η έξαψη είναι τρομερή. «Πάρε ρε, ένα χιλιάρικο» λέει στο Θέμη και του το χώνει στην τσέπη του πουκαμί σου του «και τα υπόλοιπα θα τα πούμε μετά. Προσέξτε με» φωνάζει, «προσέξτε με και θα σας προσέξω», καθώς αναχωρεί βιαστικά.

Τα ψάρια καθαρίζονται και ανεβαίνουν στη σχάρα.

Φτιάχνεται το μενού κομπλέ με τα πρώτα, με τις σαλάτες και μια κούτα Χατζημιχάλη μπαίνει για λίγο κατάψυξη και μαζί της δύο τελάρα Μύθος. Τώρα, όλοι κοιτάμε πάνω από το στολισμένο τραπέζι, την είσοδο του κήπου και

περιμένουμε να φανεί ο “Νυμφίος”, έστω ο “Νονός” ο Μάκης. Και ο κουμπάρος του με την κουστωδία. Και περνάει το εικοσάλεπτο, και φεύγει το μισάωρο, και μας φεύγει η ψυχή μαζί με την ώρα, και πουθενά οι πελάτες, μόνο ένα «Ωχ, την πατήσαμε» του Θέμη, καθώς μετράει το μασούρι του και του λείπουν δύο πεντοχίλιαρα και τέσσερα-πέντε χιλιάρικα.

Και τα «ωχ» πολλαπλασιάζονται, καθώς όλοι μετρούν μικρές και μεγάλες απώλειες στα μασουράκια τους. Και το πιο μεγάλο «Ωχ!» βγαίνει από το στόμα το δικό μου, γιατί εκτός από τα λεφτά, κλαίω ψημένα φαγκριά, συναγρίδες, κλαίω τα τριανταφυλλάκια και τις μπουκαμβίλιες του κήπου, μα πιο πολύ κλαίω για την “παρεάρα” που χάσαμε. Τόσο πολύ το φάγαμε το παραμύθι, που ακόμα και τώρα μας φαίνεται αληθινό.

Περάσανε χρόνια και η στενοχώρια έγινε θαυμασμός γι’ αυτόν τον μεγάλο ηθοποιό, τον αρχοντόγυφτο, που κατάφερε να δώσει τέτοιο ρεσιτάλ και να κάνει ένα μαγαζί

και τους ανθρώπους του συμπρωταγωνιστές και καθηλωμένους θεατές ταυτόχρονα, μιας λαμπρής παράστασης.

Αυτό το μελαγχολικό Κυριακάτικο απόγευμα, όπως είναι όλα τα κυριακάτικα απογεύματα άλλωστε αλλά αυτό ιδιαίτερα, καθίσαμε γύρω-γύρω από το τραπέζι, σερβιτόροι, μάγειρες, λαντζέρηδες και αφεντικά, φάγαμε υπέροχες ψαρούκλες και ήπιαμε στην υγειά του Μάκη και της φυλής του. Α, φυσικά αφήσαμε τη θέση του στο κεφαλάρι κενή. Πού ξέρεις, ίσως να έρθει ο Μάκης!